“Σαν να κοιμάται ακόμη”

“Εδώ, πάνω στις υψωμένες καμινάδες, πάνω στη σκάλα του σπιτιού,
Δεν υπάρχει χρόνος για τον χρόνο.
Κάνουμε ό,τι 
Κι όσοι ανεβαίνουνε προς τον Θεό:
Τον πόνο λησμονάμε”

                                             

Του Μαχμούντ Νταρουϊς από το  ποιητικό του έργο  “Κατάσταση πολιορκίας” 

{εκδόσεις Μαΐστρος, σε μετάφραση Αγγελικής Σιγούρου}

Ramallah

Ξύπνησε με μιας. Άνοιξε το παράθυρο στο αχνό φως, τον καθαρό ουρανό, το αναζωογονητικό αεράκι. Ένιωσε το κορμί του, σπιθαμή προς σπιθαμή, και το ένιωσε γερό. Κοίταξε στο μαξιλάρι και είδε πως δεν είχαν πέσει καθόλου τα μαλλιά του στη διάρκεια της νύχτας. Κοίταξε στο σεντόνι και δεν βρήκε ούτε ίχνος από αίμα. Άνοιξε το ράδιο και δεν άκουσε ειδήσεις για νέους σκοτωμούς στο Ιράκ, στη Γάζα ή στο Αφγανιστάν. Σκέφτηκε ότι κοιμάται ακόμη. Έτριψε τα μάτια του μπροστά στον καθρέφτη και αναγνώρισε εύκολα το πρόσωπό του. Φώναξε: «είμαι ζωντανός».

Πήγε στην κουζίνα να φτιάξει καφέ. Έβαλε μια κουταλιά μέλι σε μια κούπα με γάλα χωρίς λιπαρά. Στο μπαλκόνι είδε ένα περαστικό καναρίνι κουρνιασμένο σε ένα δοχείο για λουλούδια που το είχε αφήσει χωρίς νερό. Είπε καλημέρα στο καναρίνι και σκόρπισε ψίχουλα από το ψωμί τριγύρω του. Το καναρίνι πέταξε και προσγειώθηκε στο κλαδί ενός θάμνου και άρχισε να τραγουδάει. Πάλι σκέφτηκε πως πρέπει να κοιμάται. Κοίταξε άλλη μια φορά τον καθρέφτη και είπε: «αυτός είμαι εγώ».

Άκουσε το τελευταίο δελτίο ειδήσεων. Κανένα καινούργιο φονικό στον κόσμο. Ένιωσε πολύ χαρούμενος αυτό το αλλόκοτο πρωινό. Η χαρά του αυτή τον οδήγησε στο γραφείο του. Σχημάτισε μια φράση στο μυαλό του: « Είμαι ζωντανός παρόλο που δεν νιώθω κανένα πόνο».

Ένιωσε γεμάτος από μια παθιασμένη επιθυμία να γράψει ποίηση, εξαιτίας αυτής της κρυστάλλινης διαύγειας που είχε έρθει να τον βρει από κάποιο μακρινό τόπο. Από το μέρος εκείνο όπου βρισκόταν τώρα!

Όταν κάθισε στο γραφείο του, βρήκε τη φράση «είμαι ζωντανός παρόλο που δεν νιώθω κανένα πόνο», γραμμένη σε μια λευκή κόλλα χαρτί. Τότε πια σταμάτησε να αναρωτιέται αν κοιμάται. Ήταν απόλυτα σίγουρος γι’ αυτό.
blu
Mahmud  Darwish
                           Ενα κείμενο του  μεγάλου Εθνικού Παλαιστίνιου ποιητή Μαχμούντ Νταρουϊς {Mahmud  Darwish ( Ελ Μπιρουά Γαλιλαίας1941 – 2008)}, σε μετάφραση Γρηγόρη Παπαδογιάννη

blu

BIBLIA_

     1. Το παραπάνω ανέκδοτο γραπτό του μεγάλου ποιητή το βρήκα στο ηλεκτρονικό περιοδικό ποίησης Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης : «poiein.gr», αντιγεγραμμένο από δημοσίευση του πρώτου τεύχους του εκ Ρεθύμνου Κρήτης  περιοδικού Fortezza, με την σημείωση οτι :

Τα παραπάνω κείμενα ανήκουν στη συλλογή « A River dies from thirst: Journals» που κυκλοφόρησε τον Αύγουστο του 2009 από τις εκδόσεις Archipelago books. Μετάφραση από τα αγγλικά: Γρηγόρης Παπαδογιάννης

2. Η παραπάνω φωτογραφία απεικονίζει μέρος της  Ραμάλα, (Ramallah) της πόλης που έζησε επί πολλά χρόνια και μέχρι τον θάνατό του ο ποιητής.

Για περισσότερα περί του ποιητή και του έργου του:

http://en.wikipedia.org/wiki/Mahmoud_Darwish

http://www.sakakini.org/literature/mdarwish.htm

http://www.mahmouddarwish.com/ui/english/ShowContent.aspx?ContentId=9

http://www.poets.org/poet.php/prmPID/1062

http://www.iskiosiskiou.com/2011/03/blog-post_911.html

Οι ανεμώνες

Με την γραφή  του ποιητή  Tomas Trantroomer,

του μεγάλου ποιητή που , μεταξύ άλλων, είπε:

“Το μόνο που θέλω να πω αστράφτει απρόσιτο”

ΑΝΕΜΩΝΗ 205

       “ Τίποτε πιο απλό απ’ το να σε μαγεύουν. Είναι από τα πιο παλιά τεχνάσματα της γης και της άνοιξης: οι ανεμώνες. Είναι κατά κάποιο τρόπο αναπάντεχες. Ξεπετάγονται μεσ’ απ’ το περσινό θρόϊσμα σε παραμελημένα μέρη, όπου ποτέ δεν πέφτει το βλέμμα σου. Φλέγονται και αιωρούνται, πράγματι αιωρούνται, εξ αιτίας του χρώματος. Το έντονο μενεξεδί και μπλε χρώμα τους δεν έχει κανένα βάρος τώρα.

ΑΝΕΜΩΝΗ 203

Εδώ βασιλεύει έκσταση, αλλά χαμηλών τόνων. “Καριέρα”- άσχετο!” Εξουσία” και “δημοσιότητα”- γελοίο! Διοργάνωσαν βέβαια μεγάλη δεξίωση πάνω στην Νινευί., “έκαναν φασαρία και μεγάλο σαματά”. Ψηλοτάβανα – πάνω από όλα τα κεφάλια κρέμονταν κρυστάλλινοι πολυέλαιοι σαν όρνια από γυαλί.

Αντί για ένα τέτοιο παραστολισμένο και θορυβώδες αδιέξοδο οι ανεμώνες ανοίγουν ένα μυστικό πέρασμα που βγάζει στην πραγματική γιορτή, όπου επικρατεί νεκρική σιωπή.”

aniflow-03

BIBLIA_thumb[2] Σημειώσεις:

α) Είναι το καταχωρούμενο ένα κείμενο του μεγάλου Σουηδού Νομπελίστα ποιητή Τούμας Τρανστρέμερ ( Tomas Tranströmer ) υπό τον τίτλο “ Οι ανεμώνες” σε μετάφραση από τα Σουηδικά του Βασίλη Παπαγεωργίου και περιλαμβάνεται στην Ελληνική έκδοση του βιβλίου του με τον τίτλο “ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ”.

              β) Η αναφορά στην Νινευί και  ¨έκαναν φασαρία και μεγάλο σαματά” είναι χωρίο από το “Χρονικό του Ερικ” το  οποίο περιγράφει μουσική εκτέλεση.

              γ) Το “Χρονικό του Ερικ” “Erikskrönikan “ είναι το αρχαιότερο σουηδικό λογοτεχνικό κείμενο των αρχών του 14ου αιώνα ( κατά τους περισσότερους μελετητές γράφτηκε μεταξύ των ετών 1320 και 1335) στο οποίο πρωταγωνιστούν Σουηδοί βασιλιάδες και ευγενείς.

             δ) Οι υπέροχες φωτογραφίες με τις ανεμώνες είναι του Γιώργου Παπαδόπουλου και τον ευχαριστώ πολύ!

Γράμμα στην Μαρίνα

ενα αστέρι πέφτει

Αυτές οι απώλειες στο σύμπαν, Μαρίνα, τα αστέρια που γκρεμίζονται!
Δεν τις αυξάνουμε, όπου κι αν σπεύσουμε να προστεθούμε,
σε όποιο αστέρι! Στο σύνολο όλα ήταν πάντα ζυγισμένα.
Έτσι, όποιος πέφτει, δεν μειώνει τον ιερό αριθμό.
Κάθε πτώση παραίτησης πέφτει στην απαρχή και θεραπεύεται.
Μήπως είναι όλα ένα παιχνίδι, ανταλλαγή ίσου με ίσο,
μια μετατόπιση, πουθενά ένα όνομα, και πουθενά σχεδόν ένα οικείο κέρδος;
Κύματα, Μαρίνα, εμείς ωκεανός! Βάθη, Μαρίνα, εμείς ουρανός. Γη, Μαρίνα, εμείς γη, εμείς χίλιες φορές άνοιξη, σαν κορυδαλλοί, που ένα αναπάντεχο τραγούδι τους εκτοξεύει πέρα απ’ το ορατό.
Το αρχίζουμε σαν ύμνο, κι αμέσως γίνεται πιο ισχυρό από μας,
αίφνης το βάρος μας στρέφει εκεί κάτω το τραγούδι μας σε θρήνο.
Θρήνος; Και τί μ’ αυτό; Γιατί όχι ένας καινούργιος ύμνος
στραμμένος προς τα κάτω;
Και οι κάτω θεοί θέλουν να τους υμνούμε, Μαρίνα.
Έτσι αθώοι είναι οι θεοί, περιμένουν επαίνους σαν τους μαθητές.
Ας τους υμνήσουμε, αγαπημένη, ας είμαστε απλόχεροι με τους επαίνους.
Δεν μας ανήκει τίποτα. Για λίγο τυλίγουμε το χέρι στους λαιμούς άκοπων λουλουδιών.

Το είδα στον Νείλο, στο Κομόμπο.
Έτσι, Μαρίνα, αρνούνται οι βασιλείς την προσφορά όταν θυσιάζουν.
όπως πηγαίνουν οι άγγελοι και σημαδεύουν τις πόρτες εκείνων που πρέπει να σωθούν,
έτσι αγγίζουμε κι εμείς το ένα και το άλλο που θυμίζει ευαισθησία.
Αχ, πόσο απόμακροι είμαστε πια, πόσο συγκεχυμένοι, Μαρίνα,
ακόμα και με την πιο εγκάρδια πρόθεση.
Σηματοδότες, τίποτε άλλο.
Αυτή η σιωπηλή δουλειά, που όταν κάποιος από μας
δεν την αντέχει πια και αποφασίζει να αποδράσει,
εκδικείται και σκοτώνει. Γιατί πως έχει δύναμη θανάσιμη,
όλοι το είδαμε στην εσωστρέφεια, στην τρυφερότητά της
και στην παράξενη δύναμη, που από ζώντες
μας κάνει επιζώντες. Ανυπαρξία.

[...]
Εμείς που είμαστε μέρος της περιστροφής
έχουμε πληρωθεί σε ολότητα όπως ο δίσκος του φεγγαριού.
Ακόμα και στη χάση μας, ακόμα και τις εβδομάδες
της αστάθειας
κανείς δεν μας βοήθησε ποτέ να πληρωθούμε, εκτός από
τον μοναχικό μας δρόμο πάνω στην άυπνη γη
.

Rainer Maria Rilke

blu 

1239711021Fmu7znu

 

   Είναι μια ελεγεία και γράφτηκε στις 8/6/1926 από τον ποιητή Ράϊνερ Μαρία Ρίλκε (1875 – 1926)

(Rainer M. Rilke)

προς την Ρωσιδα ποιήτρια και συγγραφέα

Μαρίνα Τσβετάγιεβα-Έφρον

 (Μarina Tsvetayeva)

 

blu

Είναι  δε ο Ράϊνερ Μαρία Ρίλκε (Karl William Johann Josef Maria Rilke) εκείνος που  συμβουλεύοντας τους νέους  είπε για τον  έρωτα, δουλειά οτι είναι:

 

Δείτε τι είπε ο ποιητής για τον έρωτα :

«Να πάρουν τον έρωτα στα σοβαρά, να τον αντέξουν, και να τον μάθουν, όπως μαθαίνουμε ένα επάγγελμα – αυτό πρέπει να κάνουν οι νέοι. Οι άνθρωποι έχουν παρεξηγήσει, όπως τόσα άλλα πράγματα, τη θέση του έρωτα στη ζωή. Εκαναν τον έρωτα παιχνίδι και διασκέδαση, πιστεύοντας ότι τα παιχνίδια και οι διασκεδάσεις προσφέρουν μεγαλύτερη ευχαρίστηση από τη δουλειά. Τίποτε όμως δεν μας δίνει μεγαλύτερη χαρά και ευτυχία από τη δουλειά. Και ο έρωτας, ακριβώς επειδή είναι η πιο ακραία μορφή χαράς και ευτυχίας, δεν μπορεί παρά να αποτελεί δουλειά. Οποιος αγαπά λοιπόν πρέπει να προσπαθεί να φέρεται σαν να ‘χει να φέρει εις πέρας ένα πολύ σπουδαίο καθήκον: πρέπει να περνά πολλή ώρα μοναχός, να εμβαθύνει στον εαυτό του, να συγκεντρώνεται και να συγκρατείται – πρέπει να δουλεύει: πρέπει να γίνει κάποιος!»

Το παρόν απόσπασμα αποτελεί προδημοσίευση από το βιβλίο : «Η σοφία του Ρίλκε – Ο οδηγός του ποιητή για τη ζωή», εκδόσεων «Πατάκης» και έχειδημοσιευθεί στην εφημερίδα “Καθημερινή” από όπου και η πηγή πληροφόρηρήσής μου : http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_2_13/09/2009_328785

Digg This

Μονοπάτια

  http://www.goear.com/files/external.swf?file=9d98375

          Και το φθινόπωρο ήλθε! Σεπτέμβρης μήνας. Και τα μονοπάτια είναι εκεί στη διάβα μας. Φορτωμένα από τις μυρωδιές της φθηνοπωρινής γης, από την ανάσα του αέρα της, από το τρίψιμο των φυλλόδεντρων στις πατούσες μας, από θύμησες , το τώρα και το έως….

         ‘Ενα μικρό οδοιπορικό στα μονοπάτια του Ιβο ‘Αντριτς (IVO ANDRIC), του Νομπελίστα ΣερβοΒόσνιου συγγραφέα,  μικρό δοκίμιο θάλεγα καλύτερα, με στοχασμούς στα μονοπάτια εκείνου και του καθενός μας.

 

ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ

           Πάντα, όταν περνούν από τον νού μου μονοπάτια και δρόμοι κάθε λογής, μπροστά μου στέκονται πεισματικά και ανεξίτηλα χαραγμένα τα μονοπάτια πάνω στα οποία πρωτοπερπάτησα ελεύθερα. Κι ήταν στο Βίσιεγκραντ αυτό. Στα τραχιά, ανώμαλα και φαγωμένα μονοπάτια του, όπου όλα ήταν στεγνά και πικρά, δίχως ομορφιά, δίχως χαρά, χωρίς δικαίωμα στην ελπίδα κι όπου η πικρή μπουκιά που ο κάθε άνθρωπος δεν πρόφταινε να φάει του καθόταν στο λαιμό σε κάθε του βήμα. Εκεί όπου η κάψα κι ο αέρας και το χιόνι κι η βροχή έτρωγαν το χώμα και τους σπόρους μέσα στη γη κι αν κάτι προλάβαινε να φυτρώσει και να καρπίσει το πατούσαν, το δίπλωναν και το τσάκιζαν και θα μπορούσαν να το έβαζαν στη γη ανάποδα, με το κεφάλι χωμένο κάτω, για να του εξαφανίσουν το σχήμα και να το γυρίσουν πίσω, στο πουθενά, εκεί απ’ όπου ξέφυγε και κατάφερε να φυτρώσει.

            Κι ήταν αναρίθμητα τα μονοπάτια που όμοια με σχοινιά και γαϊτάνια απλώνονταν και χάραζαν λόφους και κατηφοριές γύρω από την πόλη, χύνονταν στον γυμνό δρόμο ή προχωρούσαν και χάνονταν μπροστά σε κάποια νερά ή στις πράσινες συστάδες από ιτιές και βούρλα. Το ένστικτο των ανθρώπων και των ζώων ανακάλυψε και σχεδίασε αυτά τα δρομάκια κι η ανάγκη τα περπάτησε. Σ’ αυτά δύσκολα μπαίνεις και δύσκολα προχωράς κι αν είναι να γυρίσεις πίσω, δύσκολα τα καταφέρνεις. Εκεί, ο άνθρωπος κάθεται πάνω σε πέτρα ή κάτω από ένα δέντρο, σε τόπο στεγνό ή σε γωνία απάγκια και σκιερή για ξεκούραση, για προσευχή αλλά και για χωριάτικα παζαρέματα. Σ’ αυτές τις γιδόστρατες που τις σάρωνε ο ήλιος και τις μούσκευε η βροχή και πότε τις μόλυνε και πότε τις απολύμαινε, όπου συναντάς μονάχα ταλαιπωρημένα ζώα και ανθρώπους σιωπηλούς με σκληρά πρόσωπα, εκεί έμαθα τα πρώτα πράγματα για τον πλούτο και την ομορφιά του κόσμου. Εκεί, άμαθος ακόμα, αδύναμος και ενδεής, ένιωσα ευτυχής, κι ήταν μια ευτυχία που μεθάει και σε φτάνει ως την αναισθησία, ευτυχής για όσα δεν υπήρχαν εκεί, κι όσα δεν μπορούν να υπάρχουν και ποτέ δεν θα υπάρξουν.

            Και σ’ όλους τους δρόμους και τα δρομάκια απ’ όπου πέρασα αργότερα στη ζωή μου, ζούσα μόνο με αυτήν τη φτωχή ευτυχία, μ’ εκείνη την σκέψη μονάχα που μου πρωτοήρθε στο Βίσιεγκραντ για τον πλούτο και την ομορφιά του κόσμου. Γιατί κάτω απ’ όλους τους δρόμους εγώ έβλεπα κι ένοιωθα παντού και πάντα, μέχρι και σήμερα, τα τραχιά μονοπάτια του Βίσιεγκραντ, έτσι όπως ήταν όταν τα’ αποχωρίστηκα. Στην πραγματικότητα, μ’ αυτά μετρούσα τα βήματά μου και κανόνιζα την πορεία μου και ήταν πάντα κοντά μου σ’ όλη μου τη ζωή.

            Τις στιγμές εκείνες που ο κόσμος με κούραζε και με πίκραινε ( αυτός ο κόσμος όπου από κάποια κακή σύμπτωση ζούσα και με χίλια όσα κρατιόμουν στη ζωή) κι όταν ο ορίζοντας σκοτείνιαζε κι η πορεία γινόταν αμφίβολη, άπλωνα μπροστά μου νοερά και με ευλάβεια, όπως ο πιστός τον τάπητα της προσευχής, τα δύσκολα, τα’ ανώμαλα κι απότομα μονοπάτια του Βίσιεγκραντ που γιατρεύουν κάθε πόνο και ξορκίζουν την κάθε δυστυχία, γιατί τα εμπεριέχουν όλα μέσα τους και τα υπερβαίνουν όλα. Γι αυτό και αρκετές φορές την ημέρα, ξεκλέβοντας την κάθε στιγμή ανάπαυλας και την κάθε ανάσα στο λόγο μου, περνούσα νοερά, λίγο λίγο, από τα δρομάκια αυτά απ’ όπου ποτέ δεν θα ‘πρεπε ν’ απομακρύνομαι. Μέχρι το τέλος του βίου μου θα περνώ, όπως και να ΄ναι, το κομμάτι εκείνο των μονοπατιών και των δρόμων του Βίσιεγκραντ που μου αναλογεί. Και με το τέλος της ζωής μου θα τελειώσει κι αυτή η πορεία. Και τα μονοπάτια του Βίσιεγκραντ θα χαθούν κι αυτά εκεί όπου χαράζονται όλα τα μονοπάτια, εκεί όπου εξαφανίζονται οι δρόμοι και τα’ αδιέξοδα δρομάκια, όπου δεν υπάρχει πορεία και κούραση κι όπου όλοι οι δρόμοι της γης θα γίνουν ένα ακατανόητο κουβάρι και με την «τελευταία αστραπή» θα καούν μπροστά στα μάτια μας και τα μάτια μας θα σβήσουν κι αυτά, αφού μας έφεραν ως το σκοπό μας και την αλήθεια.

‘Ιβο ‘Αντριτς*

Μετάφραση από τα Σερβοκροάτικα: Χρήστος Γκουβής

kipos2Σημειώσεις

Ιβο Αντριτς α)        Ο Ιβο ‘Αντριτς  γεννήθηκε στο Ντοτς της Βοσνίας, κοντά στο Τράβνικ, στις 10 Oκτωβρίου 1892 από Κροάτες γονείς. Ορφανός από μάνα από τα δύο του χρόνια, ανατράφηκε από την οικογένεια της μητέρας του.. Από το 1912 σπουδάζει διαδοχικά στα Πανεπιστήμια του Ζάγκρεμπ, της Βιέννης, της Κρακοβίας και του Γκρατς. Με το ξέσπασμα του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου φυλακίζεται από τους Αυστριακούς στο Σπλιτ (1914-1917). Μετά τον πόλεμο διορίζεται στο διπλωματικό σώμα, όπου και υπηρετεί μέχρι το 1941. Μεταπολεμικά εκλέγεται βουλευτής της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και πρόεδρος της Ένωσης Γιουγκοσλάβων Λογοτεχνών. Το 1961 του απονέμεται το Νόμπελ Λογοτεχνίας. «για την επική δύναμη των λογοτεχνικών του θεμάτων και τον τρόπο που απεικονίζει την ανθρώπινη μοίρα, αντλώντας υλικό από την ιστορία της πατρίδας του».

Από την ομιλία του αποδοχής του βραβείου Νομπελ:  «Σχεδόν πιστεύει κανείς ότι από το χάραμα της ανθρώπινης συνείδησης και ανά τους αιώνες, το είδος μας συνέχεια αφηγείται στον εαυτό του την ίδια ιστορία, έστω και με άπειρες παραλλαγές στον ρυθμό των αναπνοών και στον παλμό της». Ο Άντριτς δώρισε τα χρήματα του βραβείου για να ενισχυθούν οι Βιβλιοθήκες της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης

            Πρωτοεμφανίστηκε ως ποιητής, αλλά έγινε γνωστός σε όλο τον κόσμο με τα τρία μεγάλα μυθιστορήματά του: Το γεφύρι του Δρίνου (μτφρ. Χρήστος Γκούβης, Εκδ. Καστανιώτη 1997), Tο χρονικό του Τράβνικ (μτφρ. Χρήστος Γκούβης, Εκδ. Καστανιώτη 1999), H Δεσποινίδα και τη νουβέλα του H καταραμένη αυλή. Δημοσίευσε επίσης δύο ποιητικές συλλογές και πολλές συλλογές διηγημάτων. Πέθανε στο Βελιγράδι το 1975.

(Με πηγές από τις εκδόσεις Καστανιώτη από το βιβλίο του Αντριτς Με τίτλο ¨Το σπίτι στην άκρη της Πόλης” όπου εμπεριέχεται και το παρόν διήγημά του, την εφημερίδα “ ΤΑ ΝΕΑ”.

Περισσότερα για τον Ιβο Αντριτς:

http://www2.rizospastis.gr/story.do?id=3424828&publDate=25/6/2006

http://www.tanea.gr/default.asp?pid=30&ct=19&enthDate=21022009

               Ενα ενδιαφέρον αφιέρωμα από τον Κωνσταντίνο Ματσούκα για τον Ιβο Αντριτς στην Ελευθεροτυπία: από όπου αντιγράφω κάτι που , όπως γράφεται είναι ομολογία του ίδιου του συγγραφέα για την θεματολογία του έργου του: που δεν αφορά σε κάτι αλλο από το να :

 «…να βρίσκεσαι ριγμένος μέσα στον ωκεανό της ύπαρξης, χωρίς να το έχεις ζητήσει, αναγκασμένος να κολυμπήσεις, να ζήσεις, να αποκτήσεις μια ταυτότητα· να αντιστέκεσαι στην πίεση και στα σοκ από το εξωτερικό περιβάλλον και στις απρόβλεπτες πράξεις -τις δικές σου και των άλλων- που τόσο συχνά ξεπερνούν τις δυνατότητές σου. Κι επιπλέον να αντέχεις τις ίδιες σου τις σκέψεις για όλα αυτά: κοντολογίς, να είσαι άνθρωπος».

Go to source web page: Αγνωστες σελίδες από το χρονικό του Κόσμου | Άρθρα | Ειδήσεις

2) Βίσιενγκραντ ή Βίσενγκραντ= Πόλη της Βοσνίας. Το γιοφύρι της απετέλεσε το κύριο θέμα για το θαυμάσιο- λέγεται- βιβλίο του Αντριτς ¨Το γιοφύρι του Δρίνου” Go to source web page: Η μυθική γέφυρα – TO BHMA

Go to source web page: Γεφύρι στεναγμών – TO BHMA

kipos2

Digg This

Στην τελευταία Αυγουστιάτικη μέρα

      ’Εγιναν τόσα πολλά μέσα στον χρόνο μια τέτοια τελευταία μέρα τ’ Αυγούστου του μήνα, σαν και τούτη σήμερα, που κι αν πέρασαν καιροί από τα τότε, ζούνε ως σήμερα, σημαδεύοντάς το, το καθένα τους σαν γένηκε

       Να δούμε μερικά και με  ελάχιστα λόγια;

       Η τελευταία μέρα του Αυγούστου έμελλε νάναι σημαδιακή για τους ανθρώπους της Τέχνης κι οχι μόνον:

1)  Για τον Pierre Jules Théophile Gautier, ο λόγος

 

“Η Τέχνη για την Τέχνη”

       Η φράση , παροιμοιώδης!

          Ειπώθηκε από τον Θεόφιλο Γκωτιέ (Pierre Jules Théophile Gautier),gautier πολυτάλαντο Γάλλο ποιητή, συγγραφέα, δημοσιογράφο και δραματουργό,  λάτρη της Τέχνης και της Φαντασίας,  που γεννήθηκε στις 31/8/ 1811 στην Τάρμπα των Ανω Πυρηναίων της Γαλλίας.

          Ως Λάτρης της  Φαντασίας, κι αυτός όπως και ο ποιητής που θαύμαζε ο Σαρλ Μπωντλαίρ,  είναι εκείνος είπε το περίφημο:

 

«Η Φαντασία είναι το πρώτο όπλο στον πόλεμο ενάντια στη Πραγματικότητα».

 

         Ερωτικός άνθρωπος ο Γκωτιέ! Ενάντια στην ηθική..ως μη έχουσα σχέση με την Τέχνη..Αγαπούσε  πολύ τις γυναίκες μα και τις ..γάτες

        ‘Ητανε εκείνος που για τις πρώτες, έγραψε, μεταξύ άλλων, το περίφημο μπαλέτο Ζιζέλ” , στα γαλλικά "Giselle"

       Το αποτέλεσμα; Ο Γκωτιέ σαν είδε στην σκηνή του μπαλέττου να πρωτοχορεύει την Ζιζέλ η Καρλόττα Γκρίζι, τον Ιούνιο του 1841 , την ερωτεύθηκε τόσο σφοδρά, που επειδή δεν μπόρεσε να την πάρει, παντρεύτηκε, αντ’ εκείνης,  την αδελφή της Ερνεστίνα!!! Στο σοϊ ,πάντως, έμεινε!

         Τώρα, λέω, αν η Καρλόττα Γκρίζι (Carlotta Grisi) είχε την χάρη, την ομορφιά και την γοητεία της Svetlana Zakharova που χορεψε ως Ζιζελ επίσης, τότε, ας δείξουμε λίγη κατανόηση!

       ‘Οπως προανέφερα, ο Γκωτιέ  αγαπούσε και τις γάτες..Ξέρετε,  τι έλεγε γιαυτές;;.

“Αν φανείς άξιος της αγάπης της , μια ΓΑΤΑ μπορεί να γίνει φίλη σου…..ποτέ όμως σκλάβα σου!!

black_cat

         ‘Ισως, γιαυτό, λέω, ο Γκωτιέ ν’αγαπούσε τις γυναίκες μα και τις γάτες! Εχουνε τόσα  κοινά! Και σ’ αυτό, λέω…Αυθαιρετώ, λέτε;

         ‘Ητανε εραστής της ζωής ο Γκωτιέ ..κι όμως θαύμαζε τον  Μπωντλαίρ- που, για μένα, ήτανε εραστής του θανάτου..

          Κι ο ένας , ο Γκωτιέ, γεννήθηκε  κι ο άλλος, ο Μπωντλάιρ,  πέθανε,  την ίδια μέρα: Την τελευταία μέρα ενός Αυγούστου μήνα…

2)    Για τον Charles Pierre Baudelaire ο λόγος:

         Στις 31/8/1867 πέθανε στο Παρίσι στα 46ου χρόνια,  ενας από τους σημαντικότερους ποιητέςΚάρολος Πιερ Μπωντλαίρ της Γαλλικής μα και της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ο  Κάρολος Πιερ Μπωντλαίρ  (Charles Pierre Baudelaire)*

‘Ητανε ο κολασμένος ποιητής, ο ποιητής των καταραμένων… Δυστυχής και γιομάτος από πόνο. Πάσχιζε μες από την ποίησή του να μεταμορφώσει τον πόνο σε ομορφιά..

Ο πόνος, όταν του δίνεται ρυθμός και μέτρο, γεμίζει το πνεύμα με μια γαλήνια χαρά». έλεγε..

Λάτρης κι αυτός της Φαντασίας, την θεωρούσε «βασίλισσα όλων των προικισμάτων»

        Ο ποιητής Σαρλ Μπωντλαίρ πέθανε  προσβεβλημμένος από σίφυλη σε αφασία και πάρεση έχοντας μια άθλια ζωή καταπονημένος από την κατάχρηση των ναρκωτικών στα τελευταία του χρόνια και όντας υπό δικαστική επιτήρηση από ετών. Ενα ποίημά του από την συλλογή “Τα άνθη του  Κακού”:

Το φάντασμα-(πρώτο μέρος)

Τα σκοτάδια

Στις κατακόμβες του άπειρου του πένθους, που ριγμένο

μ’εχει πιά σαν κατάδικο η μάυρη μου Ειμαρμένη

που αχτίδα εκεί ροδόχαρη ποτέ δεν κατεβαίνει

που μόνος με τη σκυθρωπή την Νύχτα πάντα μένω

 

Που εκεί ένας σαρκαστής θεός, καθώς ζωγράφο- αλιά μου!-

να ζωγραφίζω μ’εβαλε το σκότος το θλιμμένο

και που σαν ενα μάγερα θανατοπεινασμένο,

μ’εχει να τρώγω βράζοντας , την ίδια την καρδιά μου,

κάποτε μπρος μου απλώνεται, λάμπει μεγαλωμένη

κάποια μορφή από φως πολύ και χάρη καμωμένη.

 

Απ’ την ανατολίτικη, ρεμβή περπατησιά της,

όταν πιά παίρνει ολάκερη την θεία κορμοστασιά της,

καταλαβαίνω ποιά είναι η πανωραία μου ξένη:

Ω είναι Εκείνη! Σκοτεινή, κι όμως φωτολουσμένη.

Μετάφραση: Γιώργη Σημηριώτη

4)Για τον Χένρυ Μούρ, ο λόγος:

         Στις 31/8/1986 πεθανε στα 88ου χρόνια, πλήρης ημερών, ο διάσημος Βρεττανός  γλύπτης Henry Moore, γνωστός για τις μεγάλες αφηρημένες Χενρυ Μούρ ανθρώπινες φιγούρες του. Εκείνος ο δημιουργός, που κατά την κ. Μαρίνα Λαμπράκη- Πλάκα, καθηγήτρια Ιστορίας της Τέχνης, Διευθύντρια της Εθνικής μας Πινακοθήκης,-

“ξαναδίνει στην ανθρώπινη μορφή την εγγενή «κλασική» πληρότητα και αισιοδοξία επινοώντας την πλαστική αρχή της «ζωτικής φόρμας» (vital form). Οι ανακεκλιμένες μορφές του, οι πολεμιστές του, οι μητρικές του θεότητες εμπνέονται συχνά από την Αρχαιότητα, αποδεικνύοντας τη ζωτικότητα και την αντοχή των διδαγμάτων της”.

«Στην Αγγλία το μισό φως απορροφάται μέσα στο αντικείμενο, όμως στην Ελλάδα το αντικείμενο μοιάζει να αναδίδει φως, σαν να φωτίζεται το ίδιο από μέσα»

είχε δηλώσει χαρακτηριστικά ο γλύπτης Χένρυ Μουρ το 1951 κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη χώρα μας

Δείτε χαρακτηριστικά έργα του γλύπτη:

0601morfi HenryMoore2
396px-Henry_Moore,_Family_Group_(1950) museums_moore1

5) Για τον Βαν Μόρρισον, ο λόγος

Σας αρέσει η ροκ , η σόουλ μουσική, ίσως;

Σ’εμένα πολύ!!

Στις 31/8/1945 γεννήθηκε στο Μπελφαστ της Βόρειας Ιρλανδίας ο  Βαν Μόρρισον (George Ivan Morrison) Τροβαδούρος. Συνεχίζει σήμερα στα 64ου χρόνια την μουσική του πορεία…

Κάτι για τα παλιά κι αγαπημένα..λοιπόν:

 

2453131923_893107dfb3_o

Σημειώσεις για περισσότερα:

α) Για τον Θεόφιλο Πιερ Ζυλ Γκωτιέ:

Go to source web page: ΠΕΡΙΓΡΑΦΗΣ: Gautier Pierre Jules Théophile: Τέχνη Για Τη Τέχνη…

Go to source web page: «Ζιζέλ» – TO BHMA

β) Για τον Σαρλ Μπωντλαίρ:

Go to source web page: ΠΕΡΙΓΡΑΦΗΣ: Baudelaire Charles Pierre: Κολασμένος Παθιασμένος Ποιητής

Go to source web page: Κάρολος Μπωντλαίρ – Βικιπαίδεια

γ) Για τον Χένρυ Μούρ:

Go to source web page: Χένρυ Μουρ – Βικιπαίδεια

Go to source web page: Henry Moore Foundation

δ) Για τον Βαν Μόρρισον

Go to source web page: Van Morrison – Wikipedia, the free encyclopedia

Go to source web page: George Ivan Morrison Biography – S9.com

 

Digg This

Σ’ αγαπώ, εγώ όχι ( The Ballad of the Sad Cafe)

 http://www.goear.com/files/external.swf?file=929b15e

2437819981_3f4a30a1d7_o

“Υπάρχει εκείνος που αγαπά κι εκείνος που αγαπιέται.

‘Ομως είναι δύο κόσμοι εντελώς διαφορετικοί.

Η αξία, η ποιότητα της αγάπης, ο,τι και να΄ναι, εξαρτάται αποκλειστικά από εκείνον που αγαπά.

Γι’αυτό οι περισσότεροι από μας προτιμούμε να αγαπάμε παρά να μας αγαπούν.”

Κάρσον Μακ Κάλλερς

“Η μπαλλάντα του λυπημένου καφενείου”
Carson McCullers, The Ballad of the Sad Cafe

2453131923_893107dfb3_o

Carson McCullers

 

"There’s nothing that makes you so aware of the improvisation of human existence as a song unfinished. Or an old address book. "

Carson McCullers

“Δεν υπάρχει τίποτε που να σου δώσει να αντιληφθείς την προσωρινότητα της ανθρώπινης ύπαρξης όσο ένα τραγούδι μισοτελειωμένο.’Η μια παλιά ατζέντα βιβλίου διευθύνσεων”

 

 

2453131923_893107dfb3_o 

Σημειώσεις και άλλα τινα:

1) Για την αμερικανίδα συγγραφέα  Carson McCullers (Κάρσον Μακ Κάλλερς) (19/2/1917 –29/9/1967) μπορείτε να ανατρέξετε εδώ:

α) http://en.wikipedia.org/wiki/Carson_McCullersballad

β) http://www.mccullerscenter.org/carson.htm

γ)  http://www.carson-mccullers.com/

2) Και, ειδικότερα, για το μυθιστόρημά της “ The Ballad of the Sad Cafe” ( Η  Μπαλλάντα του λυπημένου καφενείου) 1951, μπορείτε να ανατρέξετε εδώ:

α’) http://en.wikipedia.org/wiki/The_Ballad_of_the_Sad_Cafe

 

β’) Η μπαλλάντα του θλιμμένου καφενείου της Κάρσον Μακ Κάλλερς μετατράπηκε ββ)) To 1991, σε κινηματογραφική ταινία με πρωταγωνίστρια την διάσημη Αγγλίδα ηθοποιό Βανέσσα Ρεντγρέϊβ (Vanessa Redgrave)σε σκηνοθεσία του  Simon Callow :http://www.answers.com/topic/the-ballad-of-the-sad-cafe-film

και  βγ) Το 1963, ανέβηκε σαν θεατρτικό έργο στο Μπρόντγουεϊ , σε σενάριο του διάσημου θεατρικού συγγραφέα Έντουαρντ Άλμπι (Edward Franklin Albee III)

β’)  http://scienceforcoffee.blogspot.com/2008/10/blog-post.html απ’ όπου και η παρακάτω  αντιγραφή κειμένου, αποδιδομένου στην εν λόγω συγγραφέα για το μυθιστόρημά της αυτό:΅

2453131923_893107dfb3_o Συχνά ο αγαπημένος, δεν είναι παρά ένα κέντρισμα στην αγάπη που βρίσκεται τόσο καιρό θαμμένη μέσα στον εραστή. Τούτο, λίγο πολύ, κάθε εραστής το ξέρει. Νοιώθει βαθιά μέσα του πως η αγάπη του είναι κάτι μοναχικό. Μαθαίνει να ζει σε μια καινούργια, παράξενη μοναξιά και είναι η γνώση αυτή που τον κάνει να πονά. […] όσο και αν η αγάπη αυτή φαντάζει εξωτερικά θλιβερή και γελοία, ωστόσο στο βάθος δεν πρέπει να ξεχνάς (εσύ ο αναγνώστης) πως η πραγματική ιστορία ήταν εκείνη που παίχτηκε μέσα στη ψυχή του ίδιου του εραστή. Όμως ποιος άλλος παρά ο Θεός μπορεί να ’ναι ο τελικός κριτής αυτής ή κάποιας άλλης αγάπης

2453131923_893107dfb3_o 

Digg This

Στέρξε, ουρανέ μου αψηλέ

http://www.goear.com/files/external.swf?file=0f27e0f

   

“..Στέρξε, ουρανέ αψηλέ, φανέρωσέ μου

γιατί σε μένα ξέσπασε ο θυμός σου,

και ποιο το κρίμα που ’χω καμωμένο

σε σένα που γεννήθηκα στον κόσμο ;

Embrace%20Me  

Που ήρθα στον κόσμο, σ’ έχω αδικημένο·

ναι, σου ’δωκα αφορμή να με παιδεύεις !

Μ’ ας είχα μιαν απόκριση από σένα,

το σκοτάδι μου μήπως το φωτίσει,

πως η δική μου η γέννηση, ουρανέ μου,

στην κρίση σου αδικότερη σου εφάνη ;

 

Δεν έχει γεννηθεί το κάθε πλάσμα ;

Κι αν έχει γεννηθεί, γιατί τη χάρη

τη δική του δε χάρηκα ποτέ μου ;

 

Γεννιέται το πουλί, γιορτοφοράει,

και πουπουλένιο λούλουδο φαντάζει

ή σαν κλωνί ανθισμένο με φτερούγες,

κ’ ευθύς στα πέρατα χιμά του αιθέρα

γοργόφτερο κι αρνιέται τη φωλιά του·

κ εγώ, που πιότερη ψυχή ’χω εντός μου,

πιο λίγη λευτεριά, ουρανέ, λαβαίνω !

 

Γεννιέται και το αγρίμι, με δερμάτι παρδαλό,

πλουμισμένο από τις βούλες

που το Θείο του χάρισε κοντύλι,

και να ! σκληρό κι αγριεμένο χιμίζει,

κι απ’ την ανάγκη σοφά οδηγημένο,

την πείνα του να βρει πώς να μερώσει·

κ’ εγώ, που ’ναι γλυκό το φυσικό μου,

πιο λίγη λευτεριά, ουρανέ, λαβαίνω !

 

Γεννιέται και το ψάρι από τ’ αυγό του

στη λάσπη του γιαλού και στη φυκιάδα,

και σα λεπιδωτή βαρκούλα μέσα

στο κύμα καθρεφτίζει τη θωριά του·

κ’ εγώ, που λεύτερη βουλή με ορίζει,

πιο λίγη λευτεριά, ουρανέ, λαβαίνω !

 

Γεννιέται και το ρυάκι το ασημένιο,

κι ασπέδιστο φιδοκυλάει στον κάμπο,

την ομορφιά του κόσμου τραγουδώντας·

κ’ εγώ, που πιο ζωή στο στήθος κλείνω,

πιο λίγη λευτεριά, ουρανέ, λαβαίνω !

 

Αχ, τέτοιο πάθος, με ανάβει σαν καμίνι

και με κάνει να θέλω ν’ ανασπάσω

και να κάμω λουρίδια την καρδιά μου.

 

Θε μου ! Ποιος νόμος, ποιο δίκιο τ’ ορίζει

του ανθρώπου να στερούν το χάρισμά σου

που χαίρουνται τα πλάσματά σου τ’ άλλα,

πουλιά κι αγρίμια, ψάρια και ποτάμια ;”

       rotate           -Κι είναι το παραπάνω απόσπασμα, από ένα μονόλογο του Σιγισμούντου  από το θεατρικό έργο του  Ισπανού θεατρικού συγγραφέα Pedro Calderón de la Barca (Πέντρο Κανλντερόν ντε Μπάρκα) (1622 – 1673) Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΟΝΕΙΡΟ” ,σε μετάφραση του Παντελή Πρεβελάκη

παρά δ’ έρχετ’ ώρα…

 

SleepingWoman  

“Δέδυκε μεν α σελάννα και

Πληιάδες· μέσαι δε

νύκτες, παρά δ’ έρχετ’ ώρα,

εγώ δε μόνα κατεύδω”

Σαπφώ

2453131923_893107dfb3_o  

 

“Η Σελήνη και οι Πλειάδες έδυσαν,

είναι μεσάνυχτα· εποχή, ώρα, νιότη

παρέρχονται κι εγώ κοιμάμαι μόνη.”

 

Απόδοση , άλλως μετάφραση:

Κορνήλιος Καστοριάδης

……………………………………………………………………………………………………………………………………

           Το παρακάτω κείμενο,  υπογραφόμενο από  τον ‘Ελληνα φιλόσοφο,  οικονομολόγο και ψυχαναλυτή Κορνήλιον Καστοριάδη ( γεν, Κωνσταντινούπολη 11/3/1922 –Παρίσι 26/12/1997) που αποτελεί απόσπασμα από το υπό τον τίτλον

“Εκφραστικά μέσα της ποιήσεως.”

Μερικές σημειώσεις *

 είναι ανέκδοτο και  ανολοκλήρωτο κείμενο του Καστοριάδη. To τμήμα που αναφέρεται στη Σαπφώ έχει εκδοθεί σε ελληνική απόδοση του κ. Ζ. Λορεντζάτου στο Μνημόσυνο για τον Κορνήλιο Καστοριάδη από τον Ζήσιμο Λορεντζάτο, ένα φίλο του, Αθήνα 1998. (Σ.τ.Μ.)

            Βρήκα όλόκληρο το κείμενο εξαιρετικά ενδιαφέρον , μα εξετίμησα ως ιδιαίτερα αποκαλυπτική την σκέψη του φιλοσόφου που τον ωδήγησε στην παραπάνω μετάφραση (ή απόδοση)του ποίηματος, Διαβάστε το , έχει ενδιαφέρον!

             ( Σημ. Οι επισημάνσεις δικές μου)

…………………………………………………………………………………………………………………………………………

          “Δέδυκε, του ρήματος δύω, σημαίνει βούτηξε, καταβυθίστηκε.

         Στην Ελλάδα των διακοσίων κατοικημένων νησιών και των περίπου δέκα χιλιάδων χιλιομέτρων ακτών, ο ήλιος, η σελήνη και τ’ αστέρια δεν πλαγιάζουν, βουτούν στη θάλασσα, βυθίζονται.

         Σελάννα είναι βέβαια η σελήνη, και δεν μπορούμε να αποδώσουμε τη λέξη διαφορετικά. Για έναν αρχαίο Έλληνα όμως, η λέξη σελάννα παραπέμπει αμέσως στο σέλας,2 το φως· σελάννα είναι η φωτεινή, ο φωστήρ.

( σελασ-να>αιολ. σελάννα, αττ. σελάνα, σελήνη· πρβλ. νεοελλ. φεγγάρι<φέγγος)

         Πληιάδες, είναι η Πούλια, είναι οι Πολυάριθμες. Για έναν Γάλλο –ή έναν Ευρωπαίο– χωρίς επαρκή καλλιέργεια, η λέξη δεν λέει τίποτα· και για τον μετρίως καλλιεργημένο Γάλλο, πρόκειται για μια πλειάδα επιφανών Γάλλων ποιητών του 16ου αιώνα, και για μια συλλογή βιβλίων στις εκδόσεις Gallimard. Αλλά για τον Έλληνα αγρότη, τεχνίτη, ή ναυτικό της Αρχαιότητας (κι ακόμη έως προσφάτως), πρόκειται για ένα αστρικό νέφος –διακρίνονται τουλάχιστον επτά αστέρες δια γυμνού οφθαλμού– που ένας σημερινός αστρονόμος θα αποκαλούσε σφαιρωτό σμήνος μερικών εκατομμυρίων αστέρων, υπέροχος αστερισμός στον ωραιότερο σχηματισμό του νυχτερινού ουρανού, μέσα σ’ ένα τεράστιο τόξο του κύκλου ο οποίος καλύπτει περισσότερο από το ήμισυ του ουράνιου θόλου, αρχίζοντας από την Πούλια, περνώντας από τον Ωρίωνα και τερματίζοντας στον Σείριο.3

         Όταν περί το τέλος του καλοκαιριού εμφανίζεται ο Σείριος, λίγο πριν από την ανατολή του ηλίου, οι ωχρές πλέον Πλειάδες έχουν ήδη διαβεί το ζενίθ, πηγαίνοντας προς τα δυτικά. Τη στιγμή που ομιλεί η Σαπφώ, οι Πλειάδες έχουν ήδη δύσει, ένδειξη ακριβής και πολύτιμη, στην οποία θα επανέλθω.

        Μέσαι δε νύκτες, κατά λέξιν: οι νύχτες βρίσκονται στο μέσον τους, είναι μεσάνυχτα. Στο μέσον αυτής της νύχτας, στα μεσάνυχτα εκείνης της ημέρας, η Σελήνη και οι Πλειάδες είχαν ήδη δύσει. Ας υποθέσουμε προσωρινά ότι το τέλος του ποιήματος θα μπορούσε να αποδοθεί κάπως έτσι:… η ώρα περνά, κι εγώ κοιμάμαι μόνη.

         Εδώ, η ίδια η Σαπφώ ομιλεί, η Σαπφώ που γεννήθηκε γύρω στα 612 στη Λέσβο. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι το ποίημα γράφτηκε γύρω στα 580, ίσως και πριν. Λυρικό ποίημα, όπως λέγομε, που εκφράζει τα συναισθήματα, την ψυχική κατάσταση του ποιητή, και όμως, ο μύθος –η αφήγηση, η ιστορία– είναι παρών, νοσταλγικός και υπέροχος.

        Χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, βλέπουμε τον νυχτερινό ουρανό να περιγράφεται, τη Σελήνη και τις Πλειάδες να έχουν ήδη δύσει, κι αυτήν τη γυναίκα, ενδεχομένως ερωτευμένη με κάποιον που δεν είναι εκεί, ίσως και όχι, ωστόσο γεμάτη πόθους, η οποία, εν τω μέσω της νυκτός, δεν μπορεί να κοιμηθεί και λέγει τη θλίψη της που στο κρεβάτι της είναι μόνη.

        Διαβάζομε ένα αρχαίο ποίημα σημαίνει ότι ξαναβρίσκουμε έναν κόσμο πια χαμένο, έναν κόσμο τώρα σκεπασμένο από την αδιαφορία του “πολιτισμού” μπροστά στα στοιχειώδη και θεμελιώδη. Είναι το μέσον της νύχτας και η Σελήνη έχει ήδη δύσει. Ένας σύγχρονος μας δεν βλέπει τί σημαίνει αυτό. Δεν φαντάζεται ότι, αφού η Σελήνη έδυσε πριν από τα μεσάνυχτα, βρισκόμαστε μεταξύ της νέας Σελήνης και του πρώτου τετάρτου, στην αρχή συνεπώς ενός σεληνιακού μηνός (μέτρον χρόνου για όλους τους αρχαίους λαούς). Αλλά οι Πλειάδες έδυσαν. Αυτήν την ακρίβεια των αρχαίων ποιητών δεν την ξαναβρίσκουμε παρά μόνο σπάνια στους νεότερους, αφού με αφετηρία αυτήν την ένδειξη θα μπορούσαμε σχεδόν να προσδιορίσομε την εποχή της σύνθεσης του ποιήματος.

        Βρισκόμαστε στην άνοιξη, διότι την άνοιξη –και μάλιστα στην αρχή της– οι Πλειάδες δύουν πριν από τα μεσάνυχτα· όσο περισσότερο προχωρεί το έτος, τόσο δύουν αργότερα. Η Σαπφώ είναι ξαπλωμένη, και η ώρα περνά.

         Τί είναι η ώρα; Ο μεταφραστής θα αποδώσει τη λέξη “αβίαστα” ως [ώρα στα νέα ελληνικά και] heure στα γαλλικά (μέσω του λατινικού δανείου hora).

        Ώρα, όμως, στα αρχαία ελληνικά, σημαίνει επίσης την εποχή, ήδη στον Όμηρο, κι αυτή η έννοια διαρκεί ως σήμερα διά μέσου των αλεξανδρινών και βυζαντινών χρόνων· αι ώραι του έτους είναι οι εποχές. Είναι βεβαίως και η ώρα, με τη συνήθη έννοια του όρου, όχι η ώρα των ρολογιών, αλλά η ώρα ως υποδιαίρεση της διάρκειας της ημέρας. Ένα από τα περίφημα ποιήματα που η ύστερη Αρχαιότητα απέδιδε στον λυρικό ποιητή Ανακρέοντα αρχίζει ως εξής: “μεσονύκτιος ποτ’ ώραις”, στίς ώρες του μεσονυκτίου.

        Ώρα, όμως, είναι και η στιγμή κατά την οποία ένα πράγμα “είναι στην ώρα του”, που είναι πραγματικά καλό κι “ωραίο”, είναι συνεπώς για τους ανθρώπους ο ανθός της νιότης. Στο Συμπόσιο όταν ο Αλκιβιάδης αφηγείται πως προσπάθησε να πλαγιάσει με τον Σωκράτη, αλλά σηκώθηκε το πρωί χωρίς να πάθει τίποτα (καταδε-δαρθηκώς…), σαν να είχε κοιμηθεί με τον πατέρα του ή τον αδελφό του, καταλήγει: Ο Σωκράτης είναι υβριστής, τόσο κατηφρόνησεν της εμής ώρας, τη νιότη μου, την ομορφιά μου, το γεγονός ότι ήμουν ώριμος να με συλλέξει σαν έναν ωραίο ερωτικό καρπό.

        Πρέπει τέλος να κάνω μνεία του συνδέσμου δε, που σημαίνει τόσον “και” όσον και “αλλά”. Εδώ η επιλογή είναι αναπόφευκτη και θα μεταφράσω απλώς “και”. Τί λέγει λοιπόν η Σαπφώ;

“Η Σελήνη και οι Πλειάδες έδυσαν,

είναι μεσάνυχτα· εποχή, ώρα, νιότη

παρέρχονται κι εγώ κοιμάμαι μόνη.”

         Ουδείς νεότερος μεταφραστής, απ’ όσο ξέρω, δεν τόλμησε να μεταφράσει τη μοναδική λέξη ώρα με τρεις λέξεις. Όμως, η κορύφωση της έντασης του ποιήματος είναι ακριβώς αύτη η λέξη που συνδυάζει περισσότερες της μιας σημασίες, χωρίς να θέλει ή να πρέπει να επιλέξει ανάμεσα τους: την εποχή του έτους, την άνοιξη –το νέο ξεκίνημα του χρόνου μετά τον χειμώνα, την εποχή των ερώτων–, την ώρα που παρέρχεται και τη νεότητα της Σαπφούς που μάταια αναλώνεται, αφού δεν υπάρχει κανείς στο κρεβάτι της. Η μεγαλοφυΐα της Σαπφούς έγκειται και στην επιλογή ακριβώς αυτής της λέξεως, το φάσμα σημασιών της οποίας διαφωτίζεται και εμπλουτίζεται από το υπόλοιπο ποίημα (χωρίς τη μνεία της δύσης των Πλειάδων, η έννοια εποχή/άνοιξη της λέξεως ώρα θα ήταν πολύ λιγότερο επιτακτική…”

…………………………………………………………………………………………………………………………..

Σημειώσεις:

1. Ο πίνακας “Sleeping Woman” είναι του Ιαπωνα ζωγράφου Nemuru onna

2.  Για την Σαπφώ,(περ.612-570π.Χ) την γνωστή λυρική 150px-Head_of_Sappho_Smyrna_Istanbul_Museum_Hellenistic_periodμας αρχαία ποιήτρια από την Λέσβο, για κείνη την ερωτική γυναίκα που μεταξύ άλλων είπε:

"Και τώρα ο έρωτας ο λυσιμελής με παρασύρει."

διαβάστε, αν θέλετε περισσότερα:

http://www.geocities.com/sapphida/sappho.html

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CE%B1%CF%80%CF%86%CF%8E

Καλή σας νύχτα!

‘Ωρα να πλαγιάσω!

Μνήμες κι ‘ενα παράθυρο στη θάλασσα

Το εγκώμιο της θαλάσσης

                                             http://www.goear.com/files/external.swf?file=a4900da     

Ι 

        Η Θάλασσα είναι η μόνη μου αγάπη. Γιατί έχει την όψη του ιδανικού. Και τ’ όνομά της είναι ένα θαυμαστικό.

      Δε θυμάμαι το πρώτο αντίκρυσμά της. Χωρίς άλλο θα κατέβαινα από μια κορφή, φέρνοντας αγκαλιές λουλούδια. Παιδί ακόμα, εσκεπτόμουν τον ρυθμό του φλοίσβου της. Ξαπλωμένος στην αμμουδιά, εταξίδευα με τα 134067410_c1819a4237_b καράβια που περνούσαν. ‘Ενας  κόσμος γεννιόταν γύρω μου. Οι αύρες μου άγγιζαν τα μαλλιά. ‘Αστραφτε η μέρα στο πρόσωπό μου και στα χαλίκια. ‘Ολα μου ήταν ευπρόσδεκτα: Ο ήλιος, τα λευκά σύννεφα, η μακρυνή βοή της.

       Αλλά η θάλασσα, επειδή ήξερε, είχε αρχίσει το τραγούδι της, το τραγούδι της που δεσμεύει και παρηγορεί.

        Είδα πολλά λιμάνια. Στοιβαγμένες πράσινες βάρκες επήγαιναν δώθε-κείθε σαν εύθυμοι μικροί μαθητές. Κουρασμένα πλοία, με ονόματα περίεργα, εξωτικά, ύψωναν κάθε πρωί τη σκιά τους. ‘Ανθρωποι σκεφτικοί, ώριμοι από την άλμη, ανέβαιναν σταθερά τις απότομες, κρεμαστές σκάλες. Αγρια περιστέρια ζυγίζονταν στις κεραίες.

      ‘Υστερα ενύχτωσε. Μια κόκκινη γραμμή στον ορίζοντα, μόλις, έβρισκε απάντηση στις ράχες των μεγάλων, αργών κυμάτων. Εσάλευαν σαν από κάποια μυστική, εσωτερική αιτία, και άπλωναν πλησιάζοντας, για να σπάσουν απαλά, βουβά. Ολα τ’ 1479353 άλλα – ο ουρανός, τα βουνά αντίκρυ, το ανοιχτό πέλαγος- ενα τεράστιο μαύρο παραπέτασμα.

                                 ΙΙ

      ‘ Εζησε κανείς θλιβερά πράγματα. Σπίτια μαύρα, κλειστά. Αναιμικά, εξόριστα δέντρα του δρόμου. Η "μαντάμα" μετράει απαγοητευμένη τις μάρκες της. Στην πλατεία οι λούστροι, κουρασμένοι να κάθονται, σηκώνονται και παίζουν μεταξύ τους. Ο νέος νομάρχης, με μονόκλ, επροσφώνησε τους υπαλλήλους.Δίπλα εξύπνησαν για να πάρουν το τρένο. Ποτά ανδρών 10δρ., ποτά γυναικών 32,50. Στον άνεμο ανοίγει ένα παράθυρο, κι έρχεται μπ1376697ροστά μας.

‘Ολα ξεχνιούνται. Είναι εκεί, άσπιλη, απέραντη, αιωνία. Με το πλατύ της γέλιο σκεπάζει την ασχήμια μας. Με την βαθύτητά της μυκτηρίζει. Η ψυχή του εμπόρου πεθαμένη και περπατεί. Η ψυχή της κοσμικής κυρίας φορεί τα πατίνια της. Η ψυχή του ανθρώπου λούζεται στην αγνότητα της θαλάσσης.  Βρίσκει η νοσταλγία μας διέξοδο και ο πόνος την έκφρασή του.

Κώστας Καρυωτάκης

 

 

 

“Φεύγετε, επιτέλους”, μου είπε

Η επίσκεψη

WhiteShip 

    Του Μίλτου Σαχτούρη
            Εκείνο τ’απόγευμα ξύπνησα με μιαν έντονη επιθυμία να κατέβω στον Πειραιά να επισκεφθώ την οικογένεια Κ. Με την οικογένεια αυτή, τα παλιά χρόνια, είχαμε πολλές φιλίες. ‘Ομως, όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις, σιγά -σιγά αραίωσαν οι συνατήσεις μας, ώσπου κατάντησε στο τέλος να μη βλεπόμαστε καθόλου.Θα  ‘χαν περάσει πενετ έξι χρόνια από την τελευταία συνατησή μας.
        Αυτά σκεφτόμουν καθώς ξύπνησα εκείνο τ’ απόγεμα με την τυρρανική, την έντονη κι επίμονη επιθυμία να κατέβω αυτό το ίδιο τ’ απόγεμα να επισκεφθώ τους Κ.
        Όταν βγήκα στο δρόμο κάτάλαβα πως κάτι ασυνήθιστο μου συνέβαινε. Μι’ αφάνταστη γαλήνη, μι’ αλλόκοτη χαρά με είχε πλημμυρίσει. Μ’αυτή την διάθεση μπήκα στο πρώτο ταξί που βρήκα μπροστά μου και είπα:
      " Στον Πειραιά!".
         Ήταν ένα συνενεφιασμένο απόγεμα, ήτανε Μάρτης. Απ’ τα παράθυρα τ’ αυτοκινήτου, καθώς προχωρούσαμε, κοίταζα τα σύννεφα που κι αυτά είχαν πάρει κάτι από την Χάρη, κάτι από την ελαφράδα που ένοιωθα μέσα μου.
         Σαν φτάσαμε στον Πειραιά, τ’ αυτοκίνητο κατευθύνθηκε στην προκυμαία.
         Εκεί κατέβηκα μπροστά σ’ενα πελώριο άσπρο πλοίο που σφύριζε κιόλας, έβγαζε καπνούς κι ήταν πλημμυρισμένο με κόσμο.
         Ανέβηκα πάνω και ζήτησα τον καπετάνιο.
         "Εντάξει", μου είπε χαμογελώντας, "φεύγετε επιτέλους, τα έξοδά σας είναι κανονισμένα  γ ι α  πά ν τ α  και για όποιο μέρος κάθε φορά βρισκόσαστε."
         " Φεύγετε επιτέλους", επανέλαβε. Και πραγματικά καθώς έριξα μια ματιά απ’ το παράθυρο της καμπίνας, είχαμε βγεί κιόλας έξω από το λιμάνι του Πειραιά.
 
 

Μίλτος Σαχτούρης2Εκτοπλάσματα, 1986

Μ. Σαχτούρης, 2001

 «Τον ποιητή τίποτε δεν τον εγγίζει, ούτε ο χρόνος.

Γιατί έχει μέσα του το παιδικό, το γεροντικό και το δαιμονικό συγχρόνως»

Μ. Σαχτούρης