Κι όσο η μέρα γλυστράει..
Ό,τι δε γιάτρεψα
Τώρα που τα πράγματα
πάνε να γίνουν οι αλληγορίες των πραγμάτων
επιτέλους η γραφή των κυμάτων γίνεται ευανάγνωστη
Θα μου πεις
Και οι σκιές που κυνηγούνε τα παιδιά;
Οι υαλογραφίες στους σταθμούς;
Τα ανυπεράσπιστα προάστια της λήθης
από το ανεκπλήρωτο φωταγωγημένα;Ό,τι δε γιάτρεψα αυτό με προσδιορίζει.
κι η ερημιά ευρύχωρη
κι η νύχτα να γυαλίζει από τα δάκρυα
κι ο έρωτας επικλινής, για να γλιστρούν οι σημασίες.Να φανταστείς
σε είχα περάσει για εκδρομή κι εσύ ήσουν μόνο ανάμνηση
μάλλον πολύβουη σιωπή
χέρι δεξί που έσωζε και άκρη του γκρεμού
-μπορεί και ο ίδιος ο γκρεμόςΓι’ αυτό λοιπόν μη μου ξεχνιέσαι στα όνειρα
φανάρια οι δρόμοι τους δεν έχουν
μονάχα σμήνη μελισσών, ρήτορες αναλφάβητους,
άνεργους κηπουρούςκαι στην γωνιά απόκοσμη την ίδια πάντοτε
γριά-παιδούλα να ρωτά:
«Αν δεν χρειάζεστε την Κυριακή σας, κύριε, μπορείτε
να μου τη δώσετε;»
Είναι το ποίημα “ Ο,τι δεν γιάτρεψα” της ποιήτριάς μας Ευτυχίας-Αλεξάνδρα Λουκίδου από την ποιητική συλλογή της “Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα” (2004)
Η Εικόνα είναι από το Pixmaniaque’s photostream