Πάνω από λίμνες, θάλασσες , πάνω από λαγκαδιές,
πάνω απ’ τα δάση, τα βουνά, τα νέφη , τους αγέρες,
πάνω από τον ήλιο το χρυσό, πάνω από τους αιθέρες
και πάνω από τις έναστρες των κόσμων τις γραμμές,
Ω Σκέψη μου, ανυψώνεσαι, πλανιέσαι φτερωτή
και, σαν καλός κολυμβητής μες στο νερό ως λιγώνεις,
με μια αναγάλλια τ’ ουρανού τα τρίσβαθα αυλακώνεις
και με πρωτόφαντη κι αντρίκεια ηδονή.
Πέτα από τα μιάσματα της νέκρας μακρυά
πήγαινε να καθαριστείς στον πιο ψηλό αέρα
και πιές σαν καθαρό πιοτό και θεϊκό εκεί πέρα
την φλόγα που λαμπρόφωτη τ’ άπειρο πλημμυρά!
Πέρα απ’ την πλήξη την στυγνή, την θλίψη την τρανή,
που βάρος φέρνουνε φρικτό στην σκοτεινή μας ζήση,
καλότυχος όποιος μπορεί να φτερουγίσει
και στην γαλήνια έκταση να πάει, την φωτεινή
όποιος με σκέψεις που’ χουνε φτερά κορυδαλλών,
προς τα ουράνια λεύτερα πετάει,
που πάνω απ’ τη ζωή τραβάει κι ακόπιαστα γρικάει
την γλώσσα των βουβών, πραγμάτων, των ανθών!
Είναι το ποίημα “Ανάταση” του Σαρλ Μπωντλαίρ
(Baudelaire Carls Pierre)
από την ποιητική του συλλογή
“Τα άνθη του Κακού”