Οι ταξιδευτές που φεύγουν μονάχα για να φύγουν..

Το Ταξίδι

1232419347JrSRtcE

«Μα αληθινοί ταξιδευτές εκείνοι είναι που φεύγουν

μονάχα για να φύγουν· ελαφρές καρδιές καθώς

μπαλόνια, το μοιραίο τους ποτέ δεν τ’ αποφεύγουν·

Χωρίς να ξέρουν το γιατί, πάντοτε λένε «Εμπρός!»


Εκείνοι που σαν σύννεφα οι απροθυμιές τους μοιάζουν

και που σαν νεοσύλλεκτοι κανόνια λαχταρούν

κι άγνωστες ηδονές τρανές, που πάντοτε αλλάζουν

Και που τι όνομα έχουνε δεν μπόρεσαν να βρουν!


Φρίκη! Σαν σβούρα μοιάζουμε, σαν φούσκα που πηδάει·

Ακόμα και στον ύπνο μας, απάνω μας σιμώνει,

Μας δέρνει η Περιέργεια και μας κυλά στα χάη,

Σαν ένας Άγγελος σκληρός που ήλιους μαστιγώνει.


Μοίρα παράξενη! Ο σκοπός πάντα άλλη θέση παίρνει,

κι αφού δεν είναι πουθενά, μπορεί να’ναι παντού·

ο Άνθρωπος που ακούραστα η Ελπίδα τόνε σέρνει,

αιώνια ψάχνει αναπαμό με τρέξιμο τρελού.


Πλοίο τρικατάταρτο η ψυχή, ζητάει την Ικαρία·

Κάποια φωνή απ’ την γέφυρα φωνάζει: «Προσοχή!»

Κι από τη σκοπιά μια άλλη φωνή απαντά: « Ευτυχία…

’Έρωτας…Δόξα..» Διάολε! Σκόπελος είν’ εκεί!


Κάθε νησάκι που ο σκοπός του πλοίου μακριά κοιτάζει,

Είν’ Ελδοράδο που μας έχει η Μοίρα υποσχεθεί·

Κι η Φαντασία, που έξαλλη στην κεφαλή οργιάζει,

Βρίσκει μόνο έναν ύφαλο μόλις ο ήλιος βγει.

Ω των χιμαιρικών χωρών ο ποθοπλανταγμένος!

Στα σίδερα ή στη θάλασσα πρέπει να πεταχτεί

Ο οικτρός σκοπός, που Αμερικές βλέπει σαν μεθυσμένος

Κι η πλάνη του το βάραθρο το κάνει πιο βαθύ;

Κι ο γερο- αλήτης έτσι δα στις λάσπες που πατάει,

Χάσκοντας, παραδείσια ονειρεύεται παλάτια·

Σε κάθε τρώγλη που κερί μονάχα την φωτάει,

ανακαλύπτουν Κάπουες τα εκστατικά του μάτια.»

2453131923_893107dfb3_o

Και είναι το παρόν, ένα απόσπασμα από το ποίημα του Charles Pierre Baudelaire (Σαρλ Πιέρ Μπωντλαίρ) “ Το ταξίδι” από το ποιητικό του εργο les fleurs du mal” “Τα άνθη του κακού”1861.  Η μετάφραση είναι του Γεωργίου Σημηριώτη.

Για το έργο του αυτό ο Μποντλαίρ έγραψε, μεταξύ άλλων, στο σχεδίασμα Baudelaire Carls Pierre προλόγου του έργου:

“..Ξέρω οτι ο παθιασμένος εραστής του ωραίου ύφους είναι εκτεθειμένος στο μίσος του πλήθους.Κανένας όμως ανθρώπινος σεβασμός, καμιά ψευτο-αιδημοσύνη, κανενός είδους σύμπραξη εναντίον μου, κανένα οικουμενικό δημοψήφισμα δεν θα με αναγκάσουν να μιλήσω για την απαράμιλλη διάλεκτο αυτού του αιώνα, αλλά ούτε και να αναμείξω το μελάνι με την αρετή.

Ενδοξοι ποιητές έχουν ήδη καταλάβει, εδώ και καιρό, τους πιό ανθηρούς τόπους της ποίησης. Από την πλευρά μου, θεώρησα οτι θα ήταν ευάρεστο- και μάλιστα, όσο πιό δύσκολο, τόσο πιό ευχάριστο- να συλλέξω το Ωραίο που ενυπάρχει στο Κακό.Το βιβλίο αυτό, κατά βάσιν άχρηστο και απολύτως αθώο. γράφτηκε αποκλειστικά για να με διασκεδάσει και να ασκήσει το πάθος μου για τους σκοπέλους.”

2453131923_893107dfb3_o