Ενα ποίημα του Baudelaire: «ΣΤΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ»


 

ΣΤΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ (λογοτεχνική μετάφραση Γ. Σημιριώτης)

Η ανοησία, τ΄αμάρτημα, η απληστία και η πλάνη

κυριεύουνε τη σκέψη μας και φθείρουν το κορμί μας,

κι΄ ευχάριστα τις τύψεις μας θρέφουμε στη ψυχή μας,

καθώς που θρέφουν πάνω τους τις ψείρες οι ζητιάνοι.

Στα μετανιώματα άναντροι κι αμαρτωλοί ως την άκρια,

ζητάμε πληρωμή ακριβή για κάθε μυστικό μας

και ξαναμπαίνουμε εύκολα στο βούρκο τον παλιό μας,

θαρρώντας πως ξεπλένεται με τα δειλά μας δάκρυα.

Πάνω απ το προσκεφάλι μας ο Σατανάς γερμένος

πάντα στα μάγια του κακού το νου μας νανουρίζει,

την πιο ατσαλένια θέληση μεμιάς την εξατμίζει,

αυτός ο Μέγας χημικός, ο Τετραπερασμένος.

Ο Διάολος, το νήμα αυτός κρατά που μας κουνάει!

Τα πράματα τα βρωμερά πιότερο τ΄ αγαπάμε,

κι όλο και προς την Κόλαση κάθε στιγμή τραβάμε,

με δίχως φρίκη, ανάμεσα στο σκότος που βρωμάει.

Σαν το φτωχό ξαφαντωτή που πιπιλά με ζάλη

μιας παλιάς πόρνης αγκαλιά πολιομαρτυρισμένη,

κλεφτάτα αρπάζουμε κι΄ εμείς καμιά ηδονή θλιμμένη,

που τηνε ξεζουμίζουμε σα σάπιο πορτοκάλι.

Σαν ένα εκατομμύριο σκουλήκια, μυρμηγκώντας,

μες το μυαλό μας κρεπαλούν του Δαίμονα τα πλήθη,

κι όταν ανάσα παίρνουμε, ο Θάνατος στα στήθη

σαν άϋλος ποταμός κυλά, σιωπηλά θρηνώντας.

Αν το φαρμάκι κ΄ η φωτιά, κ΄ η βία και το μαχαίρι

δεν έχουνε τα φανταχτά κεντίδια ακόμα κάνει

στο πρόστυχο της μοίρας μας άθλιο καραβοπάνι,

είναι που λείπει απ΄ την ψυχή το θάρρος κι απ΄ το χέρι.

Μα μες στις σκύλες, τους σκορπιούς, τα φίδια, τα τσακάλια,

τους πάνθηρες, τους πίθηκους, τους γύπες, τα θηρία

που γρούζουν, σέρνουνται, αλυχτούν κι ουρλιάζουν με μανία

μες των παθών μας το κλουβί, προβαίνει αγάλια,

θεριό πιο βρώμικο, κακό, την ασκημιά να δείξει!

Κι α δε σαλεύει κι ούτε ακούει κανένας το ουρλιαχτό του,

όλη γης θα ρήμαζε, και στο χασμουρητό του

θα ΄θελε να κατάπινε τον κόσμο – αυτό ΄ναι η πλήξη!-

πού, μ΄ ένα δάκρυ αθέλητο στα μάτια της κοιτάζεις,

καθώς καπνίζει τον ουκά, κρεμάλες να στυλώνει.

Και ξέρεις, αναγνώστη, αυτό το τέρας πως δαγκώνει!

– Ώ αναγνώστη υποκριτή, αδέρφι που μου μοιάζεις!

Το ποίημα αυτό μου το έστειλε η φίλη μου Βιβιάννα, ανταποκρινόμενη στην έκκλησή μου για την αδυναμία μου να βρώ έστω και ένα ποίημα του Μπωντλάιρ αποδοσμένο στην Ελληνική. Σ’ευχαριστώ πολύ Βιβιάννα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s