Η τσιγγάνα   1 comment


                

              Ητανε σήμερα το πρωί, σαν την απάντησα στο δρόμο. Περπάταγα στο πεζοδρόμιο, καθώς είδα την φιγούρα της από πίσω, εχοντας την μπροστά   μου, να προηγείται στο πεζοδρόμιο.

            Μια παχουλή φιγούρα γυναίκας με τα μαλλιά πιασμένα στο μαντήλι, τα ρούχα τα μακρυά με τα έντονα χρώματα. Κουρασμένο βήμα.

           Αντίκρυ μας, η εκκλησία της Παναγιάς και ο δρόμος άδειος.

           Και ήταν εκείνη που σταμάτησε, κοίταξε προς την Εκκλησιά και άρχισε να σταυροπιέται.

           Και ήταν αυτός ο τρόπος πούκανε τον σταυρό της, που μου τράβηξε την προσοχή.

           Την μιμήθηκα και έμεινα να την βλέπω

           Ω! σκέφθηκα, δεν κάνει απλά τον σταυρό της, αυτή η γυναίκα προσεύχεται από ψυχής.

           Και ήταν αυτή η σκέψη, αυτή η αίσθηση πως η αγνωστή μου γυναίκα σήκωνε σταυρό μεγάλο, που μ’εκανε να πω, προσπερνοντάς την.

          – Βοήθειά Σας νάναι!

          Κοντογύρισε εκείνη  και με κοίταξε. Ματιά αχνή, σα ναρχόταν από μακρυά

           -Σας ευχαριστώ, μούπε

          Σώπασε, καθώς είπα να προχωρήσω.

         -Σας ξερω, μου λέει. Πριν χρόνια  Δεν με θυμάστε;

         Αόριστα οικεία η όψη της. Δεν μπορούσα να θυμηθώ

         Αλλά μου είπε πράγματα. Σα να γνώριζε για μένα

         Και έμεινα ν’ακούσω

         Και μου μίλησε, εκεί στην άκρη του δρόμου

        Μάνα με τέσσαρα παιδιά της αγκαλιάς, μόνη και ο άντρας της φευγάτος με την μάνα της.

        Εμεινα άναυδη.

      -Σούλαχε τέτοιο πράγμα, κυρά; Είπα και σιώπησα.

       Γλυκύ και αποσταμένο το χαμόγελό της και η κούραση από τον πολύ πόνο, μιά απλωσιά στη όψη και στην λαλιά.

      Τσάκισα την γλώσσα μου. Σαν τι νάλεγα πιότερο; Οπου και ν’άγγιζα, μαχαίρι θάτανε για κείνη.

      Η πληγή έχασκε νωπή.

     Φαίνεται, τόνοιωσε και μούπε:

    – Εχουν περάσει 5 χρόνια από τότε. Στην αρχή…ζαλίστηκα…τώρα, είμαι καλά.

      Με κοίταζε

     Μαζεμένα φύλλα, η αξιοπρέπεια

     -Δεν φταίς συ,  της είπα ήσυχα, για τις πράξεις εκεινώνε.

     -Ο πατέρας μου με κατηγορεί, μούπε σιγανά, που του πήρε ο άντρας μου, την μάνα μου

      Εμεινα σιωπηλή ψάχνοντας να βρώ λέξεις.

      Στ’ αλήθεια, είναι στιγμές που οι λέξεις δεν υπάρχουνε και όσες είναι, είναι φτωχές και παράταιρες.

      Και η στιγμή πέρασε. 

  image009

One response to “Η τσιγγάνα

Subscribe to comments with RSS.

  1. Τέτοιες ώρες δεν ξέρεις τι να πεις…ίσως και να μην χρειάζεται να πεις όμως κάτι…
    Μερικές φορές τα λόγια δεν μπορούν να καλύψουν τις πράξεις.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: