Επιστροφή από τα Κατσανοχώρια της Ηπείρου   3 Σχόλια


       

         ‘Ηταν για μένα, ομολογουμένως, μια θαυμάσια εμπειρία αυτή η ολιγοήμερη εξόρμησή μου στα Κατσανοχώρια της Ηπείρου, στα μέσα του Αυγούστου! Αχ η Ελλάδα μας είναι μια υπέροχη χώρα και κάθε τόπος της, κάθε γωνιά της έχει υπέροχα πράγματα και μυστικά που προσμένουν να φανερωθούν στον αναζητητή τους ! Και πρόλαβα να δώ τόσο λίγα!!

Για τα Κατσανοχώρια της Ηπείρου:

         ‘Ετυχα, κατ’ αρχήν,  μιας εξαιρετικής φιλοξενίας στο σπίτι των φίλων μου στο μικρό χωριουδάκι Κορίτιανη, ένα από τα 11 χωριά της ευρύτερης περιοχής των Κατσανοχωρίων στην Ηπειρο, λίγο έξω από την πόλη των Ιωαννίνων. Η περιοχή αυτή γεωγραφικά, οριοθετείται από τον ποταμό Άραχθο στα Ανατολικά, το Ξεροβούνι Το γεφύρι της Πλάκας (1.607μ.) στα Νότια και τις κορυφογραμμές της Αετορράχης (1.137μ.) στα Δυτικά οι οποίες και κατέρχονται ομαλά προς το λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων αποτελώντας ταυτόχρονα το Βόρειο όριο του. Τα υπόλοιπα χωριά της περιοχής είναι η Αετορράχη,  η Λάζαινα, το Ελληνικό, το Καλέντζι, τα Πηγάδια, τα Πλαίσια, το Φορτόσι, το Κωστήτσι, η Νίστορα και το Πάτερο.

           Επίνειο παλιά το Καλέντζι, μεγαλοχώρι, με Γυμνάσιο, βεζινοπωλείο και λοιπά.. ‘Ολα τα Κατσανοχώρια, από ό,τι έμαθα, με λιγοστούς γέροντες κατοίκους που μετριούνται στα δάκτυλα των χεριών. Ο γιατρός μια φορά την βδομάδα ως επισκέπτης, η μαζική συγκοινωνία ελλειπής, με σφαλισμένα σχολειά τα περισσότερα, χωρίς φαρμακεία και λοιπά χρειώδη καταστήματα. Ερημιά και κρύο και ομίχλη και χιονιάς τους χειμωνιατικούς μακρείς μήνας ! Και η απομόνωση μεγάλη!

Για την Κορίτιανη:

         Το χωριό Κορίτιανη, το οποίο αποτέλεσε και την βάση μου για τις περιηγήσεις μου στην ευρύτερη περιοχή, απέχει γύρω στα 25 χιλιόμετρα από την πόλη των Ιωαννίνων, αριθμεί ίσα με 14 μόνιμους κατοίκους, έχει απλετη θέα προς τα γύρω Πράμανταβουνά και στην κορυφή των Πραμάντων, είναι απλωμένο μέσα σε μια πλούσια βλάστηση από καρυδιές, συκιές, αγριαχλαδιές, κορομηλιές, φλαμουριές και μεγάλους πλάτανους, τα σπίτια του είναι όλα πετρόχτιστα, δουλεμένα με εξαιρετική τέχνη και συντηρημένα με μεράκι και  αγάπη. Απλώνονται, το καθένα τους, σε ανυψωμένα επίπεδα γύρω από πέτρινες μάντρες που συγκρατούν την κατηφορική γή και οι κεραμοσκεπές τους είναι στολίδια κόκκινου χρώματος στο πράσινο των δένδρων που τα περιβάλλουν. Οι κήποι των σπιτιών εσωτερικά των μαντρών, μια πανδαισία  χρωμάτων από τα άνθη, τα εδώδιμα, τους λαχταριστούς λαχανόκηπους  και, βέβαια, τις κληματαριές, σκέπασμα φυσικό για την σιέστα και πρώτο υλικό για το τσίπουρο. Τα καλντερίμια που οδηγούσανε στους μαχαλάδες, sp;itiστριφογυριστά, στενά και πέτρινα, αντανακλούσανε το φως του φεγγαριού στα νυχτοπερπατήματά μου, ενώ τις μέρες, οι βατομουριές που αγκαλιάζανε τις άκριες τους, μου κάνανε χάρες με τ’αγκάθια τους, για να απολαύσω τα βατόμουρά τους. Πως να το κάνουμε! Μια από τις αδυναμίες μου! ‘Ηταν ώρα να αντισταθώ;

           Οι άνθρωποι, μόνιμοι και επισκέπτες στον τόπο τους από εσωτερική μετανάστευση, φιλόξενοι και φιλικοί.  Το χωριό ζωντάνεψε από κόσμο την περίοδο του δεκαπενταύγουστου με τόπο κοινής συνάντησης όλων, τα βράδυα, στο μοναδικό  καφενέ  χωριού όπου απολαμβάναμε τις λιχουδιές της αεικίνητης κυρα Ελένης, ενώ τις Κυριακές στις δύο βυζαντινές εκκλησιές του, της του πολιούχου του χωριού, Αγίου Συμεών και της, της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, κοσμήματα πολύτιμα και οι δύο τους.

Στο ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου:

         Αλησμόνητη μούμεινε η λειτουργία στο παλιό καντηλοκαπνισμένο ναίσκο της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στα υψηλά του χωριού, στην άκρη του, ανήμερα τον 15αύγουστο. Ο ναός απλός, σε ρυθμό Βασιλικής, μονόκλιτος, με σκέπασμα από μαυρόπλακες, χτισμένος , από ο,τι μου είπανε, γύρω στα 1620, είχε δάπεδο από πλατειές λειασμένες πέτρες, ενα βαρυστόλιστο παλιό ξυλόγλυπτο τέμπλο, ολόγυρα οι τοίχοι με εκπληκτικές στα χρώματα τοιχογραφίες αγίων, μαυρισμένες από την κάπνα και με τρύπια τα μάτια των αγίων από τους Τούρκους, καθώς έμαθα, η είσοδός του στα πλάγια και  μπροστά ο αφρόντιστος πρόναος, και πιό πέρα από αυτόν το κοιμητήρι του χωριού ενώ ενσωματωμένο στο πλάι του ναίσκου ήταν το οστεοφυλάκιο. Μεγάλος ο περίβολος του χώρου! Γιόμισε από τον κόσμο ! Το όλον περιβαλλότανε από πετρόχτιστο τοιχείο, η είσοδος δε ήταν συνάμα και το καμπαναριό της εκκλησίας.Οι προσκλήσεις για τα γιορτάσια της μέρας γίνονταν από τους εκκλησιαζόμενους εορτάζοντες προς τους λοιπούς εκεί, στον αυλόγυρο της εκκλησιάς. Εκανα μεγάλη γύρα εκείνη την μέρα στα σπίτια που ήσαντε ντυμένα εορταστικά σαν τα αφεντικά τους. Ωραία μέρα!

Για το σπίτι που’ μενα στην Κορίτιανη:

            Το σπίτι που έμεινα, στο κέντρο του χωριού, ενα παλιό του περασμένου αιώνα, δίπατο πετρόχτιστο, φροντισμένο εξαιρετικά, με σεβασμό στο χθές και συγχρονισμένο στις ανάγκες του σήμερα, ήταν πηγή δροσερής ανάσας.Το δάπεδο του, ξύλινο από τα παλιά να σείεται ευχάριστα στα βήματά μου θυμίζοντάς μου αλλοτινές παιδικές μου μνήμες,  τα δωμάτιά του ψηλοτάβανα, ξυλοντυμένα στα ταβάνια και στους εσωτερικούς τοίχους (μουσάντρες), ευρύχωρα, με τα βαρειά καρυδένια έπιπλα, τα μεγάλα κρεββάτια και τα πολλά παραθύρια, μου προσφέρανε την ξεκούραση και το άρωμα παλιών καιρών. Στους τοίχους, οι παλιοί οικοδεσπότες με κοίταγαν αυστηρά από τις εικόνες τους, με την χειροποίητη νυφιάτικη αραχνούφαντη μαντίλα της πρώτης κυράς του σπιτιού να δεσπόζει στο κέντρο του τοίχου του υπνοδωματίου μου.Ηταν αληθινό έργο τέχνης!

          Στην σκεπαστή βεράντα εξωθέ του, οπου απολαμβάναμε τα καφεδάκια και τις μαζώξεις με τους φίλους, κάνανε βόλτες στα κεραμίδια της οι σκίουροι, ενώ μια κορομηλιά, πανέμορφη, απλωνόταν μέχρι τις άκρες της βεράντας ντυμένη με τους μικρούς στρόγγυλους ολοκόκκινους καρπούς της, ζωντανός πειρασμός για μένα που όλο και άπλωνα κατα κείθε το χέρι..

Για την ιερά μονή της Φανερωμένης έξω από το Φορτόσι:

           Την παραμονή του δεκαπενταύγουστου, βρέθηκα,  στην κορυφή ενός λόφου, εξω από το διπλανό χωριό Φορτόσι, να παρακολουθώ τον εσπερινό στην υπαίθρια λειτουργία που έγινε στην εκκλησιά της Φανερωμένης, επονομαζόμενης έτσι εξ αιτίας, μου είπανε, μιας εικόνας της Παναγιάς που φανερώθηκε στον εκεί πολύχρονο πλάτανο, κατά πως λεει η παράδοση ως τις μέρες μας.   Εκεί, στην μέση του πουθενά, όπως ενοιωθα,  κάθισα ήσυχα παράμερα στους λιγοστούς ανθρώπους, περιτριγυρισμένη από ψηλά κυπαρρισόδεντρα και ακακίες να ακούω τους θρησκευτικούς ύμνους να εκτελούνται από γνώστες της βυζαντινής μουσικής συνοδεία από  τιτιβίσματα πουλιών κρυμμένων στα δέντρα, ενώ ο ήλιος αποσυρόταν ολόχρυσος στην δύση του, τρυπώντας με τις αχτίδες του τα δέντρα που μας περιέβαλλαν και καταλήγοντας νάναι εκτυφωλωτικός πάνω στα ίερά σκεύη του λευκοντυμένου τραπεζιού εξω από τον ναό.

         Η ιστορία του ναού χάνεται στα χρόνια της Πρωτοβυζαντινής περιόδου, άγνωστη ακόμη στους πολλούς που ρώτησα και ο υπάρχων ναός, σε ρυθμό τρίκλητης βασιλικής μετά τρούλλου, ήτανε, μου είπανε οι εκεί, μέρος πολύ παλαιότερα ενός ευρύτερου συμπλέγματος ναών της πάλαι ποτε μονής της Φανερωμένης – όπως εκείνου στην αριστερή του πλευρά του, του Αη Γιώργη του Τροπαιοφόρου που δεν υπάρχει πιά, ει μη μόνον στα πετροσκαλίσματα από τις κάποτε τοιχογραφίες του στα εξωτερικά του ναού. Ο εναπομείνας ναός είναι αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου, και είχε αφεθεί έρμαιος στον χρόνο και την τύχη του επί πολλά χρόνια, μετά αναλάβανε οι ντόπιοι να τον σώσουνε, φέτος μόλις τελειώσανε την αντικατάσταση της σκέπης του και σήμερα γίνονται στο εσωτερικό του εργασίες επισκευής και συντηρήσεως, όπως μου εξηγούσε αργότερα μετά πάθους στην πλατεία του χωριού Φορτόσι, η έχουσα αναλάβει τις εργασίες αυτές, συντηρήτριά του.

     Για το χωριό Φορτόσι : 

         Το βράδυ με την αυγουστιάτικο πανσέληνο, βρέθηκα να μετέχω στο ηπειρώτικο πανηγύρι στο πρασινοπνιγμένο χωριό Φορτόσι, στην ευρύχωρη πλατεία του με το μεγάλο πλάτανο, απέναντι από την εκκλησιά. Ενώ, όμως, από την μια μεριά απολάμβανα τα 6 ωραία ηπειρώτικα και τους χορούς τους, από την άλλη χάζευα αρχικά την πανσέληνο και μετά την αργή έκλειψή της ! Υπέροχο θέαμα.

         Η γυροβολιά μου στα γύρω χωριά της περιοχής, μου εδραίωσε την πεποίθηση για το φυσικό κάλλος της περιοχής αυτής.

      

 

Για την Κλίφκη και τον ‘Αραχθο:

        Η κατεβασιά μου, όμως, στην χαράδρα Η χαράδρα του Αράχθου ποταμού του ‘Αραχθου, στο μέρος Κλίφκη, εκεί που χύνεται από τα ψηλά ο καταρράκτης και απλώνεται μετά στον ποταμό, ήταν το κάτι άλλο!.  Το παλιό φιδίσιο μονοπάτι αντικαταστάθηκε πρόσφατα, όπως μου είπανε, από ενα τσιμέντινο, φτειαγμένο πάνω στα αχνάρια του παλιού μονοπατιού.

      Ο δρόμος αυτός , στενός, κατηφορικός και όλος απότομες  στροφές, στην κατεβασιά του βουνού, είναι επικίνδυνος γιατί έχει πολλές και συχνές κατολισθήσεις, αλλά η ομορφιά που αντικρύζουν τα μάτια μας είναι πέραν περιγραφής. Ας ήταν καλά το ευέλικτο 4χ4 που μας έβγαλε πέρα! Αλλιώς… Η θέα των κάθετων γυμνών βράχων των βουνών ένθεν και ένθεν της χαράδρας, άγρια και δυνατή, μούκοψε την ανάσα.Η πορεία εντός της, με προκάλεσε και βγήκα από το αυτοκίνητο να την χαρώ πεζή. Η πλούσια πολυποίκιλλη βλάστηση στα εσωτερικά της γλύκαινε την αγριάδα. Τα πλατάνια και το αέναο της ροής του ποταμού Αραχθου, στην βάση της, μου δώσανε την δροσιά, η πράσινη όμως σκιάδα  των πλατανιών, ήταν εκείνη που μου πρόσφερε την ανακούφιση, μετά την πολύωρη έκθεσή μου στον καυτό ήλιο  της μέρας.

        Το πλατσούρισμά μου στην λιμνούλα των παγωμένων νερών από τον fallentreeκαταρράκτη της Κλίφκης, κρυμμένη ανάμεσα σε κάθετους γυμνούς βράχους, μου έδιωξε κάθε κούραση. Α!! ήτανε μετά και κείνο το πικ νικ κάτω δίπλα στο ποτάμι, με  το ακούμπισμα της πλάτης στις λειασμένες ποταμίσιες πέτρες, τα πλατύφυλλα νερόφυλλα για καθησιό,  τις σπιτίσιες λυχουδιές για κολατσιό που ξεκουράσανε όλη την παρέα.

        Άπό το ποτάμι, κατεβαίνανε πλωτά κάνοντας ράφτινγκ, ομάδες Γάλλων και Ελλήνων, προερχόμενοι, καθώς μου είπανε από το Κωστήτσι, όπου μένανε στο εκεί πετρόχτιστο ωραιότατο Ξενοδοχείο " Η Λανάσσα" και με κατάληξη το ονομαστό αμονότοξο γιοφύρι της Πλάκας, που είναι χτισμένο από τα 1866.

             Και έπειτα, ήταν εκείνη η ανηφόρα στις πηγές της Κλίφκης! Τι εκπληκτικό θέαμα ήταν αυτό! Φαντάζομαι οι γεολόγοι θάκανουν μεγάλες χαρές, αναγνωρίζοντας τις άπειρες και διαφορετικές σειρές πετρωμάτων. Εγώ, μη έχοντας τέτοια γνώση, απέμεινα, ναΚΛΙΦΚΗ- ΑΡΑΧΘΟΣ  θαυμάζω το μεγαλείο τους, τους διαφορετικούς χρωματισμούς τους, τις φυσικές σπηλιές στην βάση των τεράστιων κάθετων γυμνών βουνοπλαγιών. Χώθηκα στα ριζά της φυσικής σπηλιάς και προχώρησα μπουσουλώντας προς τα εκεί από όπου ακουγόταν το βουητό του νερού που έβγαινε αναμεσίς των σχισμών των βράχων σαν από τα έγκατα της γής για να χυθεί μετά στο ποτάμι και απο κεί μέσω του καταρράκτη να καταλήξει στον Αραχθο. Ναι, σε εκείνη την σπηλιά που φαίνεται στην φωτογραφία!

        Στα παλιά χρόνια, κεί πιό πέρα, περνώντας μια παλιά ξύλινη γέφυρα, πηγαίνανε οι κάτοικοι των γύρω χωριών για να πλύνουνε τα υφαντά τους στην νεροτριβή, για να αλέσουνε τα στάρια τους στον νερόμυλο. Σημερα μόνον απομεινάρια τους υπάρχουνε! Πάνε οι άνθρωποι! Γύμνωσε ο τόπος από αυτούς!  ‘Ετσι μου τα’ λεγε η γερόντισσα η γλυκειά και χαμογελαστή κυρά Σταυρούλα στο χωριό Φορτόσι, τρατάροντάς με καφεδάκι ελληνικό με γλυκό κορόμηλο. Και έτσι, τα λέω..

Για τον Αηλιά πάνω από το Κωστήτσι:

          Και, έπειτα, τι να πρωτοπώ, για την ανάβαση πεζή στην θέση Αηλιάς, εκεί όπου το πέτρινο ξωκκλήσι του προφήτη Ηλία, πάνω από το Κωστήτσι,  απ’ όπου η θέα κόβει κυριολεκτικά την ανάσα! Ο τόπος, γεμάτος αγριοπούρναρα και θρούμπια καί σμύρτα , κυριολεκτικά,  ευωδιάζει. Γύρω μου, όλο κορφοβούνια απλωμένα πανοραμικά, κάτω στο βάθος του γκρεμού, στην βάση των βουνών, η ένωση των  δύο ποταμών, του Καλαρείτη και του Αραχθου, στην απέναντι βουνοκορφή φυτεμένο στην κορυφή του βουνού, απομονωμένο από όλο τον λοιπό κόσμο ενα χωριό:  οι Χουλιαράδες, σε υψόμετρο πάνω από τα 1100 μέτρα.

Για την επιστροφή μου:

         Αμποτες, είπα… φεύγοντας για τα μέρη μου. Υποσχέθηκα στον εαυτόν μου, με την πρώτη ευκαιρία, να παω να δω και τα άλλα θαυμαστά εκεί, όπως το Μοναστήρι της Τσούκας στο χωριό Ελληνικό, το σκαρφαλωμένο στα πλάγια του βουνού, τα σπήλαια στα Πράμαντα, να δοκιμάσω και ενα περίπατο με ένα από τα ανδαλουσιανά άλογα της φάρμας στα Λάζαινα, και τόσα άλλα μοναδικά και ανεπανάληπτα! Άμποτες…

Περισσότερα, για την ιστορία του γεφυριού της πλάκας:http://walking-greece.ana-mpa.gr/articleview2.php?id=1612

Advertisements

Posted 26/08/2008 by Βεατρίκη in Ταξίδι

3 responses to “Επιστροφή από τα Κατσανοχώρια της Ηπείρου

Subscribe to comments with RSS.

  1. Καλησπέρα Βεατρίκη!
    Αχ!αυτή η Ελλάδα είναι υπέροχη γιατί είναι Παράδεισος και Κόλαση μαζί.
     

    ΙΩΑΝΝΗΣ
  2. ευχομαι αυτο το "αμποτες" σου….να βγει αληθινο…
    καλως ορισες…

    ΓΕΩΡΓΙΑ
  3. Αγαπητέ αναγνώστη εάν θες να δεις το γνήσιο της Κλίφκης δες προς το τέλος του σχετικού φωτογραφικού Άλμπουμ υλικό ανάλογο:http://www.facebook.com/home.php?#/group.php?gid=75524774779&ref=tsΗ μεγάλη μου προσπάθεια σε φορείς του τόπου μας αλλά και στο ΥΠΕΧΩΔΕ δεν έπιασε τόπο, Οι αρχές της περιοχής μου θα κρίνονται για τέτοιες ανηλεείς παρεμβάσεις.Στην παραπάνω σελίδα του Fb στο παράθυρο συζητήσεις δες το θέμα : αποκατάσταση Κλίφκης. Η αφήγηση σου είναι ενδιαφέρουσα, και με το χρώμα που της ταιριάζει.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: