Αίσθηση κινδύνου


– 1 –

Η Απειλή

by aNi, aNi, aNi... 2

        Δεν ξέρω να πω πότε άρχισε. Ήτανε σαν να απλωνόταν σταδιακά μέσα μου αυτή η αίσθηση. Αίσθηση κινδύνου. Πρώτα σαν νάτανε ανησυχία, μετά γίνηκε φόβος. Και μετά ο φόβος πήρε συγκεκριμένη μορφή. Κάποιος, λέει, θα προσπαθούσε να μπει στο σπίτι μου, να μου κάνει κακό.

         Ζούσα τότε σε ένα ισόγειο διαμέρισμα στην Αθήνα. Κι ήτανε σαν άρχισε αυτή η αίσθηση ο τρίτος χρόνος μου σ’ αυτό. Το διαμέρισμα, αναμεσίς άλλων δύο παρόμοιων, “έβλεπε” στον ακάλυπτο χώρο της πολυκατοικίας. Κι ήτανε ο ακάλυπτος, ένας κήπος μικρός, γιομάτος ήλιο και λεμονοπορτοκαλιές κάτω από ένα κομμάτι γαλάζιου ουρανού, περίκλειστος από υψηλά τείχη. Πίσω από τα τείχη αυτά και καθ’ όλο το μήκος των δύο πλευρών τους  απέναντι και στα δεξιά μου, υπερυψωνότανε μια σειρά εφαπτόμενων πολυκατοικιών. Από την απέναντι μεριά τους και στ’ αριστερά μου πρόβαλλε η πίσω πλευρά μιας παλιάς έρημης αρχοντικής μονοκατοικίας

         Μικρό το διαμέρισμα, απλό τετράγωνο στο σχήμα. Δύο δωμάτια όλα κι όλα, το καθιστικό και ένα υπνοδωμάτιο. Από την πόρτα εισόδου του, μπαίνοντας στο καθιστικό, έβλεπε αντίκρυ πέρα-περνώντας μες από το υπνοδωμάτιο- την μπαλκονόπορτα κι από κει την μικρή πλακόστρωτη βεράντα του μπροστά από τον κήπο από τις λεμονοπορτοκαλιές.  Στ’ αριστερά της φαρδιάς μπαλκονόπορτας το μπάνιο, στα δεξιά της μια μικροσκοπική κουζίνα με μια μεγάλη παραθύρα που’ βλεπε κι αυτή στον κήπο..

         Αυτό ήτανε το σπίτι μου. Μικρό, φωτεινό, ήσυχο και αθέατο. Τα δέντρα από την μια και το σκέπαστρο της μικρής βεράντας από την άλλη, με προστατεύανε από τα  παράθυρα τ’ απέναντι των τειχών. Ήτανε το πρώτο που έλεγξα σαν ήταν να μείνω σ’ αυτό.  Ένα ζευγάρι γερόντων έμενε στ’ αριστερά μου- γλυκύτατοι άνθρωποι- με είχανε σαν παιδί τους και ένας ευγενής και διακριτικός άντρας στο άλλο. Πρόβλημα δεν φαινότανε πουθενά.

        Κι όμως! Αυτή η αίσθηση του κινδύνου..όλο και μεγάλωνε..Κι ο φόβος μου κινδύνευε να εξελιχθεί σε πανικό.. Δεν μπορούσα πιά να κοιμηθώ τις νύχτες, εγώ, που ουδέποτε είχα πρόβλημα ύπνου.. ‘Έφτασα στο σημείο σαν ερχότανε η νύχτα, κι αφού έκλεινα τα παντζούρια της μπαλκονόπορτας, την παραθύρα και την εσωτερική πόρτα της κουζινίτσας, το παραθύρι του μπάνιου να ξεστρώνω, να μένει γυμνό το δάπεδο το μαρμάρινο, να βάζω πάνω ένα μεταλλικό σκαμπό και στα χείλη του καθίσματος να ακροβατούν οι κρυστάλλινες σταχτοθήκες.. Κάθε βράδυ..

        Αν είναι να μπει, θαρθεί από την κουζίνα, σκεφτόμουνα, να χτυπήσει τότε πάνω στο σκαμπό με τ’ άνοιγμα της πόρτας της, να πέσουν τα κρυστάλλινα στο μάρμαρο, να πεταχτώ και να ξυπνήσω, να μην με πετύχει στον ύπνο..

        Μα που να κοιμηθώ! Που να ησυχάσω.. Αντίθετα, Όλο και θέριευε η αίσθηση. Παράλογο, είναι παράλογο σκεφτόμουνα.. Δεν μπορώ να εντοπίσω το εξωτερικό ερέθισμα για τον φόβο μου.. Γι αυτή η έντονη αίσθηση απειλής, την βεβαιότητα ενός επερχομένου κινδύνου..Δεν φαίνεται να υπάρχει. Από το πουθενά;

       Έψαξα και ξανάψαξα, με αγωνία πιά για την ψυχική μου υγεία, προκειμένου να βρω την πηγή απ’ όπου ξεκινούσε όλο αυτό. Μέσα μου και έξω μου.. Δεν ταίριαζε σε κάτι εντός μου, απ’ όσα ήξερα, απ’ όσα διάβασα.. Απ’ έξω ερχότανε.. Ένα – ένα τα παραθύρια τα απέναντι των πολυκατοικιών τα μελέτησα, τα αφουγκράστηκα. Όχι, ο κίνδυνος δεν ήτανε από κει.. δεν τον ένοιωθα να’ ρχεται από κει. Εξ άλλου, θεατή ήμουνα μόνον από αριστερά και μόνον σαν έβγαινα έξω από το σπίτι…

-2-

Η αναζήτηση

303

       Βάλθηκα να παρατηρώ την ερημική μονοκατοικία στ’ αριστερά. Ψυχή δεν ζούσε χρόνια σ’ αυτή, μου τόνισε η γερόντισσα η γειτόνισσα, σαν την ρώτησα. Άδειο το σπίτι. Επέμεινα. Ρώτησα και ξαναρώτησα και το διασταύρωσα παντού στην γειτονιά. Η μονοκατοικία ήτανε διπλοκλειδωμένη, αδειανή και ακατοίκητη. Μια ηλικιωμένη, μου’ παν έμενε χρόνια πριν,  μ’ ένα γιο που χάθηκε ύστερα και η μάνα  π’ απόμεινε, πέθανε μετά μονάχη.. Κι είχανε περάσει χρόνια από τότε και το σπίτι ρήμαζε έρμο και σκοτεινό. Έτσι μου’ παν, έτσι και φαινόταν.

      Ο χειμώνας πέρασε, ήλθε η άνοιξη, έφτασε και το καλοκαίρι. Βασανιστικοί μήνες.. Άρχισα να εγκαθίσταμαι μεταθέτοντας τις δραστηριότητές μου τις εντός–κατά πως το συνήθιζα- στην μικρή την βεράντα, έξω.

       Ήτανε ένα πρωί που το’νοιωσα, σαν ήμουνα στην βεράντα. Κύμα καυτό μ’ ακούμπησε στην πλάτη .. Από την μονοκατοικία. Από κει ερχότανε. Στράφηκα προς την μεριά της και κοίταξα το έρημο σπίτι.. Πίσω από κείνα τα παραθύρια της τα καλυμμένα με τα άσπρα, τα τρυπητά, τα κουρτινάκια.. Εκεί.. Πίσω από κείνα .. Προσπάθησα να δω.. Δεν μπορούσα να διακρίνω τίποτα πίσω τους, μα ήτανε βέβαιο.. Κι ας μην κουνιόσαντε και ας ήσανε όλα ακίνητα κι ας μοιάζανε νεκρά.. Ολο αυτό που δεχόμουνα ερχότανε από κει.. Εστίασα..Και…Ναι… Κάποιος ήτανε πίσω από τα κουρτινάκια.. Κι ας μην τον έβλεπα.. Κάποιος ήτανε εκεί! Κάποιος  που με κοίταζε!

     -3-

Η ένδειξη

3643215931_bcef6bca24_o

       Κράτησα σιωπή. Στάθηκα ήσυχη και αντιγύρισα σταθερά την ματιά του. Κι ας μην την έβλεπα. Δεν κινήθηκε τίποτε, όλα μένανε σταθερά και ο χρόνος λες και είχε παγώσει.. Και έμεινα να τον κοιτάζω κατάματα, βλέποντας τα ακίνητα τα τρυπητά τα κουρτινάκια, τ΄άσπρα..

       Ο δειλός, σκέφθηκα, κρύβεται πίσω τους..

       Ξαναρώτησα την γειτόνισσα- ήτανε και το πρακτορείο Ρώϊτερ της περιοχής όλης- μην και φάνηκε κανείς στο έρημο το σπίτι.. Με βεβαίωσε πως όχι. Της είπα: Κι όμως κάποιος με κοιτάζει από κει, πίσω από τα κουρτινάκια. Με κοίταξε παράξενα..Ημουνα μόνη

      Τον επόμενο καιρό συμπεριφερόμουνα σαν να μην ήτανε αυτός εκεί..και δεν άλλαξα ούτε μια από τις συνήθειές μου.. Τον ένοιωθα..Μα ούτε που κοίταζα προς την μεριά του, ούτε καν κατά το σπίτι. Θα χαλάρωνε έτσι, και δεν μπορεί, θα τόκανε το λάθος. Άνθρωπος ήτανε, όχι φάντασμα. Και άντρας. Ετσι σκεφτόμουνα και περίμενα

      Και δεν έκανα λάθος! Συνέβη ένα πρωινό, με το που ένοιωσα πως ήρθε η κατάλληλη στιγμή- που την είχα και λίγο προκαλέσει- τότε γύρισα. για πρώτη φορά μετά από τόσο καιρό αιφνίδια την ματιά μου καταπάνω του, καταπάνω στην πηγή..εκεί που από τα πριν είχα εστιάσει. Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου μοναχά, μα κείνος είχε κάνει το λάθος. Είχε τραβήξει το κουρτινάκι..για να βλέπει καλύτερα.. Τ’ άφησε να πέσει στο δευτερόλεπτο, μα μου ήτανε αρκετό. Είχα δεί την κίνηση.Υπήρχε!

       Να η απόδειξη που γύρευα τόσο καιρό. Υπήρχε άνθρωπος πίσω από το άσπρο το τρυπητό το κουρτινάκι. Υπήρχε. Το σπίτι το έρημο, δεν ήτανε στ’ αλήθεια έρημο. Είχε κάτι ζωντανό και σκοτεινό μέσα του. Εκείνον.

Βεατρίκη Α

Η συνέχεια στο επόμενο…

Advertisements

8 thoughts on “Αίσθηση κινδύνου

  1. θα περιμενω την συνεχεια………αλλά ενοιωσα διαβαζοντας το σαν να ημουν εκει…..μαζι σου….καλη σου νυχτα Βεατρικη μου……..

    Μου αρέσει!

  2. καλημερα Βετρικη μου….πω πω ανατριχιασα διαβαζοντας τα λογια σου….ανυπομωνω για την συνεχεια..!!!!καλη συνεχεια και καλη εβδομαδα….!!!! 🙂

    Μου αρέσει!

  3. Καλημέρα Βεατρίκη … αισθάνθηκα λες και ήμουν παρούσα … πω πω ανατρίχιασα και εγώ !! περιμένω συνέχεια ..Καλή και .όμορφη εβδομάδα !!

    Μου αρέσει!

  4. Πάρα πολύ όμορφη ιστορία, πολύ καλά δοσμένη… Περιμένω τη συνέχεια και το τέλος για να κάνω συνολικό σχόλιο… Την καλησπέρα μου…

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s