Αίσθηση κινδύνου (3ο μέρος)   4 Σχόλια


-6-

Συνέχεια από : http://beatrikn.spaces.live.com/blog/cns!DB0283FF0E23F3B2!5412.entry

H “επαφή”

Color%20Poem%20in%20Blue

         Ναι, αυτό είχε κάνει.. Επιχειρώντας πρόσβαση στο σπίτι είχε απλώσει το χέρι του εντός του, μες στο σκοτάδι. Και βρήκε μπρος του το τζάμι. Πρόσκρουση. Δεν είχε αντιληφθεί από πριν το τζάμι ναρχόταν κατά το μέρος του. Ήτανε βέβαιο αυτό.. Σύγκρουση αντιρρόπων..Μα τ’αγγιγμά του είχε απαλότητα και ελαφράδα, χωρίς περίσσια ορμή να διαφαίνεται από πίσω.. Είχα νοιώσει τ’ακροδάχτυλά του, σχεδόν ταυτόχρονα, μα μετά, ακολούθησε η παλάμη. Δεν είχε βία μέσα της.. σαν νάτανε χαλαρή.

         Απόρησα κι αναρωτήθηκα: Λογικό είναι αυτό, είχε σκοπό να ανεβεί πρώτα πάνω στο παραπέτο..δεν χρειαζότανε ακόμη την ορμή. Μα και πάλι να μην έχει ήδη μια κάποια πιό έντονη ώθηση στο σώμα του; Θέμα πειθαρχίας, ενστίκτου; Αιλουροειδές!. Ο,τι και να ήτανε, όμως. Με βόλευε, αυτό, του χαμηλού του τόνου. Δεν χρειαζότανε να μεταβάλλω εγώ στάση.

        Τάλεγα μέσα μου όλα τούτα, ενώ δεν είχα σταματήσει λεπτό να τραγουδώ, ενώ συνέχιζα την κίνησή μου να κλείσω την παραθύρα..Με το που τον ένοιωσα ν’ακουμπά, σα ν’απορρόφησα την ενέργεια και το βάρος της παλάμης του ώστε να γίνει ένα με της παραθύρας και συνέχιζα αδιατάρακτα σαν να μην είχε μεσολαβήσει το ακούμπημά του από την άλλη πλευρά του φτενού τζαμιού, παραλλάσσοντας ανεπαίσθητα την ροή ενέργειάς μου στην κίνηση, τόσο, όσο ήτανε αναγκαίο για την ενσωμάτωση.. Με το όλον πάντα στην σταθερότητα της προειλημμένης βούλησής μου. Και, ως να μην είχα αντιληφθεί τίποτε.

       Μπορούσε, ανά πάσα στιγμή, να ανακόψει την κίνησή μου στα κλάσματα των δευτερολέπτων που μεσολάβησαν και να παρέμβει. Αυτό ανέμενα ενώ συνέχιζα. Όμως, τι παράξενο! Δεν τόκανε..Εκείνο πού’ κανε, σχεδόν αμέσως μετά, ήτανε να απλώσει ανεπαίσθητα το κοίλο μέρος της παλάμης του, το εσωτερικό, με τρόπο ώστε αυτή μ’ όλη της πιά την επιφάνεια νάναι σε επαφή με το τζάμι, αφήνοντάς την σχεδόν χωρίς βάρος πάνω του. Ένοιωσα την ζέστη της στ’ ακροδάκτυλά μου στην άλλη πλευρά του τζαμιού..Χλιαρή ήτανε.

       Ναι, αυτό έκανε ! Με ένοιωθε, με μέτραγε.. Και, κάτι άλλο συνάμα. Υποχωρούσε στην κίνησή μου.. Υποχωρούσε σε μένα! Και σε απόλυτο συγχρονισμό ροής μάλιστα, σαν σε χορό, με μένα στην κατευθυντήρια θέση. Εγώ έκανα μπροστά κι εκείνος πίσω. Ενδιαφέρον!

      Δεν στάθηκα άλλο στην σκέψη. Συνέχισα σταθερά και με αποφασιστικότητα πέρασα με μια κίνηση το γλωσσάρι του κλείστρου στην υποδοχή του πάνω στο ξύλινο το πλαίσιο της παραθύρας.!

       Τον απέβαλα! Αυτή ήτανε η λέξη που σκέφθηκα. Την άφησα ευθύς. Εκείνο που με απασχολούσε άμεσα, πριν αφήσω το χέρι μου να πέσει, ήτανε το τι θάκανα με την εσωτερική την πόρτα της κουζίνας. Να την έκλεινα; Κλειδαριά δεν είχε πάνω της, να την άφηνα ανοιχτή;

       Δεν είχα χρόνο. ‘Έπρεπε να φύγω από κει, όσο εκείνος ήτανε ακόμη ζαλισμένος. Πρίν κινηθεί.  Αποφάσισα. Δεν έκανα ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Την άφησα, όπως ήτανε μισάνοιχτη, σαν πριν περάσω το χέρι μου από μέσα της. Τόσο, όσο

       Κι αμέσως, συνεχίζοντας πάντα να σιγοτραγουδώ, κινήθηκα προς το βάθος του υπνοδωματίου. Πήγα και κάθησα στην άκρη του ποδιού του κρεββατιού. Άφησα εκεί το τραγούδι να σβήσει. Δεν μου χρειαζότανε πιά.

       Το τζάμι, μπορεί να το σπάσει αμέσως, σκεπτόμουνα. Είναι πολύ λεπτό, ένα φτενό, φθηνό τζάμι. Και είναι τόσο ευρύ και ψηλό το άνοιγμα της παραθύρας. Μπορεί κι όρθιος-που λέει ο λόγος- να το περάσει.. Ίσως, δεν έπρεπε να αφήσω μισάνοιχτη την πόρτα.

       Έστρεψα την ματιά μου στην πόρτα εισόδου, πίσω μου, στην ευθεία μου σχεδόν. Είχε τα κλειδιά πάνω της. Την είχα κλειδώσει ευθύς με το που έφυγε ο άλλος..

      Πόσο χρόνο θα χρειαζόμουνα άπαξ και κείνος έσπαγε το τζάμι να τρέξω, να φτάσω στην πόρτα, να ξεκλειδώσω, να περάσω απ’αυτήν και να την κλειδώσω πίσω μου πάλι;

       Με ενόχλησε ακόμη και η σκέψη που έκανα! Να γυρίσω σ’ αυτόν την πλάτη; Όχι! Να φύγω εγώ από τον χώρο μου; Όχι! Να μην μπει αυτός! Και αν έμπαινε; Στον πόλεμο αυτόν, θάχανα μάλλον. Φαινότανε, ίσως κι ήτανε πιο δυνατός από μένα. Κρίμα να πεθάνω κι είχα την λύση διαφυγής.

       Καλά, με καθησύχασα και μου υποσχέθηκα: Στην εσχάτη, μόνον τότε η διαφυγή. Και μπορεί και να μην χρειασθεί, συμπλήρωσα

       Ετσι, υπολόγισα νοερά τις ενέργειες, τον αναγκαίο χρόνο, τις πιθανολογούμενες κινήσεις εκείνου μέχρι να βγω από την πόρτα.. Μού’λειπε χρόνος.

       Έκανα να κινηθώ να πάω από τώρα κατά την πόρτα εισόδου.. Αν κινιόμουνα, όμως, θάβλεπε κείνος τον ίσκιο μου μες από τις γρίλλιες της μπαλκονόπορτας. Κι ούτε την σκιά μου δεν ήθελα να έχει! Χρειαζόμουν τότε, ένα πρόχωμα. Κοίταξα το τραπέζι,  λίγους πόντους μακρύτερα από τα πόδια μου, ήτανε. Μπορούσα να το πετάξω και να το ρίξω κατά πάνω του με μια κίνηση; Με στόχο στο ύψος των μηρών του- γωνία μεριά κατά το κέντρο; Ναι, Μπορούσα. Μα και πάλι, θάφτανε ο χρόνος;

       Με κοίταξα σαν νάχα «βγει» από μένα.. Είδα πρώτα τα χέρια μου. Τα είχα ακουμπισμένα ανάλαφρα πάνω στα γόνατα τα λυγισμένα, τα πόδια ελαφρά ανοιχτά. Οι πατούσες στον αέρα. Το σώμα μου κυρτό προς τα μπροστά. Σε θέση πλήρους ετοιμότητας..

        Τι άλλο είχα πεί; «Μπορεί και να μην χρειασθεί» Ίσιωσα την πλάτη μου. Μου φάνηκε σαν να τρέμανε τα χέρια μου. Όχι τώρα, τους είπα. Έτριψα ελαφρά τα δάκτυλά μου, το καθένα με τα υπόλοιπα, να επαναφέρω την κυκλοφορία. Κρύα ήσαντε.

        Τι νάκανε εκείνος μπροστά από το τζάμι;

        Αν ήτανε να το σπάσει, δεν θα τόχε κάνει; Να σκεφτότανε; Μπορούσε; Τον είχα αφήσει να κοιτάζει ένα τζάμι και πιο πέρα απ’ αυτό την γραμμή του φωτός καθώς έμπαινε από την μισάνοιχτη πόρτα. Κι άκουγα σιωπή.

        Αν προχωρούσε κι έσπαγε το τζάμι, δεν θα μπορούσε μετά να κάνει πίσω. Μόνον σαν έμενε πίσω απ’ αυτό, το μπορούσε. Μόνον. Το τζάμι ήταν το όριο.

         Αλλιώς, θάπρεπε αμέσως να προχωρήσει – δεν γινότανε να μείνει στο σκοτάδι κατά πως ίσως πριν υπολόγιζε- να περάσει από την φωτεινή γραμμή, να βγει στο φως. Το δωμάτιο ήτανε φωταγωγημένο και εγώ ήμουνα μέσα στο φως. Και, θα τον έβλεπα τότε.

        – Μετά το φως, θα με δεί,  θα σκεφτότανε. Είναι ξύπνια, δεν κοιμάται. Τα φώτα είναι ολάνοιχτα… Θα ΜΕ δεί. Θα πρέπει να την σκοτώσω.

        – Αναρωτήθηκα αν ήθελε να με σκοτώσει..Χμ! Δεν προσέβλεπε έξ αρχής, σ’αυτό, αν ήτανε, θα είχε κινηθεί αλλιώς.. Αδιάφορο όμως, του ήτανε. Θα τόκανε, κρίνοντάς το ως αναγκαίο.

         – Αναγκαίο γιατί; Τον ρώτησα μιλώντας μέσα μου. Για να μην μιλήσει αυτή σαν την αφήσεις ζωντανή;

           Κι οι νεκροί μιλάνε, ξέρεις. Και αυτή νεκρή και νάναι, θα μιλήσει για σένα.

          – Σάμπως να είδα τον εαυτόν μου νεκρό να κείτεται. Της επόμενης μέρας, αν..

           – Ναι, του «είπα». Κάτω από τα νύχια της  θάναι τα κομμάτια σου. Χώρια τ’αλλα π’αφησες ολούθε.. Θα σε βρούνε

            – Μια λέξη, τότε, σαν νάρθε από το πουθενά στην σκέψη μου. Κι ήτανε η λέξη «Μπελάς»

           – Τούτη δεν ήτανε δικιά μου λέξη.. Δικιά του ήτανε..Την πήρα και του «είπα»:

           – Ναι, μπελάς θάναι αυτή. Είτε ζωντανή, είτε νεκρή

            Εκεί σταμάτησα και σιώπησα

           – Θα κάνει πίσω, σκέφθηκα. Περίμενα

           – Κάνει πίσω

           ‘Έκανε πίσω!

           Επέβαλλα σιωπή παντού. Μέσα και έξω μου. Καμμιά σκέψη! Άδειασμα. Κράτησα έτσι για όσο έκρινα απαραίτητο και μετά αφουγκράστηκα την σιωπή γύρω μου. Ησυχία ήτανε. Έψαξα ν’αναγνωρίσω μέσα της, κάτι, μα, βρήκα μόνον την απουσία του.

           Έχει κάνει πίσω! Κατέληξα

           Έφυγε! Είναι απών!

          Επανέλεγχος δεδομένων, ανάλυση, σύνθεση και ανασύνθεση.Δεν ξέρω πόσο χρόνο έμεινα έτσι. Ούτως η άλλως ο χρόνος είχε χάσει τις γνωστές διαστάσεις του από την στιγμή του γδούπου.

          Ήμουνα πολύ κουρασμένη. Αναρωτιόμουνα, θυμάμαι πριν ξαπλώσω, τις πιθανότητες επανόδου του, κείνη την νύχτα ή κι άλλοτε Είχε σημασία για μένα το αν είχε στο όλον ενεργήσει παρορμητικά ή μετά από σκέψη. Το γυρόφερα. Του πήρε κοντά ένα χρόνο να το αποφασίσει- τόσο όσο η αίσθησή μου του κινδύνου, κανα δυο μήνες να το επιχειρήσει, περίμενε την κατάλληλη στιγμή, το ξεκίνησε και έκανε πίσω. Όχι, δεν έγινε από παρόρμηση. .

           Ως εδώ ήτανε, κατέληξα. Τελείωσε αυτό.

           Και μετά, έγειρα στο προσκεφάλι μου κι αποκοιμήθηκα.

-7-

Η επόμενη μέρα

by JB Berkow

         Κι ήτανε ο ύπνος μου βαθύς! Με ξυπνήσανε αργά, την επόμενη μέρα, τα επίμονα χτυπήματα πάνω στην πόρτα μου. Ηταν οι γείτονές μου, μαζεμένοι απ’ έξω. Οι διπλανοί μου μαζί και με δυο άλλους από τον πάνω τον όροφο.. Τους καλημέρισα! Ξαφνιάστηκα που τους έβλεπα έτσι, Ήσαντε αναστατωμένοι, ταραγμένοι.

         Τους ρώτησα, αν συμβαίνει κάτι. Με κοιτάξανε περίεργα.

        Παιδί μου, είπε η κυρά Λένη η γερόντισσα η διπλανή μου. Δεν κατάλαβες τίποτε; Δεν άκουσες; Έλα να σου δείξουμε.

        Τι μου λέγανε;

        Με πήρανε υπό μάλης και με πήγανε στο διπλανό το διαμέρισμα. Μου δείξανε πέρα από την ανοιχτή την μπαλκονόπορτα.

         Εκείνος, παιδάκι μου, μου’ πε η κυρά Λένη.. Εκείνος που μούλεγες, ήτανε εκεί . Κοίτα, την έριξε την γλάστρα.

         Μου μιλάγανε ψιθυριστά και όλοι τους μαζί.  Ενταση.Δεν καλοκαταλάβαινα τι μου λέγανε

         Δεν ξέρω γιατί, ούτε πώς να το εξηγήσω, μα σαν νάχανε σβήσει από την μνήμη μου, όλα τα της νύχτας. Με κόπο τα αργόσερνα από κει που τα είχα θάψει

         Η Κυρά Λένη με τον άντρα της από δίπλα μου, στο μεταξύ, μου δείχνανε κάτι ρόπαλα και λέγανε:

         – Τον ακούσαμε πού’ ριξε την γλάστρα.. Μείναμε όλη νύχτα ξάγρυπνοι παιδάκι μου. Βγάλαμε και τούτα. Και στήσαμε αυτί..Και περιμέναμε, μην μας χτυπήσεις τον τοίχο, μη βάλεις φωνή.  Να ξέρεις δίπλα σου θάμαστε, μην φοβάσαι. Μια φωνή να βάλεις..

          Θυμάμαι, τις κόρες των ματιών τους. Ησαντε διεσταλμένες. Δεν μίλησα. Με κούραζαν αυτά..Βγήκα από την ανοιχτή της την μπαλκονόπορτα έξω στην βεράντα. Ο τόπος λουζότανε στον ήλιο.. Με ακολουθούσανε όλοι τους, σιωπηλά. Προχώρησα σύρριζα στο τείχος πάνω στο τσιμέντο του της βάσης του, μέχρις που έφτασα στην πεσμένη γλάστρα.

          Τα πήλινα τα κομμάτια της ήσαντε ένα γύρω της απλωμένα κι άλλα εξείχανε μες από το μαύρο χώμα της το χυμένο γύρω. Θυμάμαι ακόμη, το φυτό της π’ αργοπέθαινε, με τα ανθοπέταλα των λουλουδιών του να μαραίνονται καταπρόσωπα στο τσιμέντο και τις ρίζες του να υψώνονται ακέραιες στον αέρα και στον ήλιο μέσα από το βουναλάκι τ’αφράτο το χώμα.

         Φαίνεται, είπε η κυρά Λένη, καθώς στεκότανε στο σκοτάδι, σκόνταψε πάνω στην γλάστρα κι εκείνη έπεσε κάτω.

         – Δεν έγινε μόνο αυτό, τους είπα ήσυχα. Πήδησε κι αυτός

         – Μα δεν ακούστηκε παρά μόνον ένας γδούπος, είπε σε λίγο ο άντρας της κυρά Λένης. Οι άλλοι σωπαίνανε 

          – Θα’ πεσε πάνω στην γλάστρα, γιαυτό δεν ακούστηκε. Είπε, ρωτώντας με η κυρά Λένη.

          Δεν μιλούσα, μόνο κοίταγα την γρέτζα την τσιμεντένια την επιφάνεια του τείχους. Κανένα ίχνος του. Κι ήτανε ψηλό. Και αναρωτιόμουνα.. Καλά, το έκανε το άλμα και πήδησε καμπυλωτά με στόχο το χώμα του κήπου που απορρόφησε το θόρυβο της πτώσης του.. Μα, πως στο καλό, ανέβηκε πάλι επάνω; Τόσο πολύ γυμνασμένος; Ηταν ψηλό το τείχος.  Αίλουρος, μα και πάλι..

          Αργόσυρα την ματιά μου φτάνοντας ως το σπίτι των γερόντων δίπλα μου. Άσπρος ο τοίχος τους, άσπρη και η σωλήνα της υδρορροής στο πλάι του τείχους, ίσα που φαινότανε πίσω από το ξύλινο το παραθυρόφυλλο. Από κει, λοιπόν, η έξοδος. Μάλλον.

         Της απάντησα: Όχι δεν έπεσε πάνω στην γλάστρα, την κλώτσησε κατά το άλμα και ο ίδιος έπεσε στο χώμα του κήπου.

         Μπήκα πίσω από τα δέντρα στην απλωμένη σειρά των ξεραμένων φύλλων Τους έδειξα τα αχνάρια του στα τριμμένα, τα σπασμένα φύλλα, καθώς γλύφανε το βαθούλωμα. Με κοιτάζανε από κεί που’ σαντε, τα είδανε και σιωπούσανε.

          Προχώρησα μέσα. Ναι, το νωπό χώμα είχε κρατήσει ολοκάθαρα τ’ αχνάρια του. Βάρος, ύψος, μέγεθος ποδιού. Δεν είχανε ραβδώσεις τα παπούτσια του..Τα βαθουλώματα πιό βαθιά μπροστά. Να και το σημείο που’ χε σταθεί.. Αντικρυστά μου ήτανε, σαν κινιόμουνα προς την μπαλκονόπορτα να την κλείσω.  Και, όντως, είχε ακινητοποιηθεί. Αχνοχαμογέλασα. Αναζήτησα το γούβωμα απ’ ένα πιθανό ακούμπισμα του γονάτου του. Δεν το βρήκα. Κοίταξα τον κορμό σιμά στο διπλό το στριφτό και βαθύ  τ’αχνάρι. Αν έκανε και έπιασε τον κορμό, συλλογίστηκα, θα δέχθηκε όλες τις σταγόνες πάνω του.. Είχα καταβρέξει τις φυλλωσιές, το κρατάγανε ακόμα τότε.

         Δεν έμεινα άλλο εκεί, Οι υπόλοιποι είχανε ξεμείνει πίσω στο τσιμέντο στην σειρά σιωπηλοί και με βλέπανε

         Πέρασα μες στην πλακόστρωτη την βεράντα μου. Η μπαλκονόπορτα ήταν ακόμη σφαλισμένη, καθώς και τα παραθύρια.. Έκανα τάχατες πως έψαχνα για ίχνη του στο δάπεδό της, κοντά στην πόρτα.. Και μετά, στο τέλος, αργά, έφτασα στην μεριά της παραθύρας της κουζίνας.

          Είδα το αποτύπωμα του χεριού του να διαγράφεται ολοκάθαρο πάνω στο τζάμι μου.’Ενοιωσα περίεργα..Αλήθεια ήτανε, τελικά! Εψαξα για τις ελικοειδείς τις γραμμές στ’ακροδάκτυλα. Δεν τις καλόβλεπα. Να φορούσε γάντια; Ενοιωσα κρύο ν’ άπλώνεται μέσα μου. Κι εγώ είχα αποκοιμηθεί..Δεν ήτανε  ή ώρα. Μπορεί, άλλωστε και να μην έβλεπα καλά. Θα τα παρατηρούσα αργότερα.

           Γύρισα στους άλλους και αναφώνησα δυνατά, τάχατες έκπληκτη:

           – Ελάτε να δείτε! Ελάτε να δείτε τι βρήκα! Κοιτάτε τι είναι εδώ! Έφτασε ως εδώ! Χρειάστηκε να τους κινήσω τα χέρια στο κάλεσμα.Πρώτα ήρθανε οι γυναίκες οι δύο Πόσο δισταχτικά περπατούσανε!

           Είδανε, σωπάσανε,. χειρονομούσανε, ήρθανε κι άλλοι και μετά αρχίσανε όλοι μαζί να μιλάνε.Δεν είπα κάτι άλλο.. Κείνοι λέγανε για αστυνομία..τέτοια. Ησαντε αλαφιασμένοι. Μου ζητήσανε να καλέσω την Αστυνομία. Σώπαινα 

            Ήμουνα στραμμένη προς το μέρος τους. Μπροστά μου είχα τον ήλιο κι όμως κρύωνα, πιο πίσω υψωνότανε σιωπηλό το σπίτι. Έριξα μια ματιά. ‘Οπως πάντα, άπνοο φαινότανε. Μπορεί και νάτανε. 

             Είχανε ησυχάσει και με περιμένανε

             Τους είπα : Όχι, δεν θα φωνάξω την Αστυνομία.. Σταμάτησε εδώ- έδειξα ένα σημείο της βεράντας πιό έξω από το παράθυρο.. Έκανε πίσω. Τελείωσε αυτό.. Αντιδρούσανε..Το επανέλαβα, τό ίδιο, αργά, καθαρά και κάθετα..

              Η κυρά Λένη με κοιταζε όλο ανησυχία και ήτανε εκείνη απ’ όλους που επέμενε.

             – Κι αν ξανάρθει; Με φώναζε με τ’ όνομά μου και με κοίταζε κατάματα ρωτώντας με Κάτι πρέπει να κάνεις..Με πίεζε. Η γλυκειά μου..Χρήσιμη η σκέψη, δεν έβλαπτε να την πω. Ετσι σκέφτηκα και είπα  χαμηλόφωνα .. Δεν ξέρω, θα δω, πιστεύω, δεν θα το επαναλάβει..Θα πω, όμως, σ’ ένα φίλο μου της δίωξης να πάρει τα αποτυπώματά του από δω, από το τζάμι… Στα υπ’ όψιν, για κάθε περίπτωση. Εξακολουθούσε να  κοιτάζει κατάματα, διερευνητικά.. Δεν μπορούσα να της αντιγυρίσω την ματιά. Δύσκολο μου ήτανε. Μπορεί και να τόκανα στ’αλήθεια, τελικά.

          Ησυχάσανε. Πήραμε τον δρόμο της επιστροφής. Και δεν ξαναμιλήσαμε γιαυτό. Ποτέ ξανά!

2453131923_893107dfb3_o

          Ούτε και χρειάστηκε.

          Εκείνος δεν ματάρθε. Ούτε και ο φόβος μου.

          Δεν είδα ποτε ποιός ήτανε, ούτε έμαθα τ’ ονομά του.

          Το σπίτι, ξέμεινε να στέκεται ακατοίκητο, σκοτεινό και έρημο

          Το τζάμι τ’ άφησα όπως ήτανε. Ήρθε, μετά, η μπόρα και το ξέπλυνε.

          Τ’αχνάρια του στο χώμα, είχανε σβήσει καιρό πριν.

          Μετά, έφυγα και εγώ. Κι οι γέροντες πεθάνανε

          Μόνο οι γλάστρες μείνανε εκεί, πάνω στο τείχος.

           Οι νέοι ένοικοι, δεν ξέρουνε, θαρρούνε πως είναι εκεί για ομορφιά..

 

Βεατρίκη Α

Digg This

Advertisements

4 responses to “Αίσθηση κινδύνου (3ο μέρος)

Subscribe to comments with RSS.

  1. ΧΩΡΙΣ ΣΧΟΛΙΟ…..!….ΚΑΛΗΣΠΕΡΑ ΒΕΑΤΡΙΚΗ………..

  2. Πανέμορφη περιγραφή συναισθημάτων, χωρίς πλεονασμούς, που σε κρατάει σε αγωνία ως το τέλος! Το διάβασα όλο με τα μάτια ορθάνοιχτα…..Καλό σου βράδυ!!!

  3. Kρατώντας σημειώσεις:Πηδησε τον τοίχο γιατί εκείνη την νύχτα είχε ολα τα φώτα αναμένα κι οι πόρτες ανοικτές.Πλησίασε γιατι τον μάγεψε το τραγουδι και το λίκνισμα.Το τζάμι ήταν το όριοτ’αγγιγμά του είχε απαλότητα και ελαφράδα, χωρίς περίσσια ορμή να διαφαίνεται από πίσωΜε ένοιωθε, με μέτραγε.. -Αν προχωρούσε κι έσπαγε το τζάμι?-Αν ήτανε να το σπάσει, δεν θα τόχε κάνει?-Και αν έμπαινε; Στον πόλεμο αυτόν, θάχανα -αν ήθελε να με σκοτώσει..-Δεν προσέβλεπε έξ αρχής, σ’αυτό, αν ήτανε, θα είχε κινηθεί αλλιώς..Ο διάλογος με τον εαυτό σου πιο κάτω είναι το κλειδίΕσύ ρωτάς κι ο φόβος σου απαντάΔεν έκανε πίσω.Το τζάμι που ήταν το όριο εσυ το έκλεισες. Δεν είναι Απών.Τον απέβαλα (είπες)…* όπου εσύ=η ηρωίδαΜεσα σε τούτο το λιοπύρι των φόβων και των ανασφαλιών,σε ενα κόσμο ρευστό που όλα παίζουν στη κόψη του ξυραφιου δίχως μια βεβαιότητα παρα μόνο του θανάτου μας,θέλω την άισθηση του έρωτα γενναία. Να μην ανασαίνει πάνω σε ξεραμένα φύλλα, σε κοιλότητες της λάσπης, σε αχνά αποτυπώματα πάνω στο τζάμι και σε κομμάτια απο σπασμένες γλάστρες.Γιατί τον απέβαλες?Eνας άγνωστο μπορεί να είναι η αιτία να διεισδύσουμε μέσα μας και να βρούμε τον μεγαλουργό άθλο που θα σκοτώσει κάποιον φόβο μας.Δεν με ενδιαφέρει η επόμενη μέρα.Ανοιξε το παραθυρόφυλλο… Ασε μια νεκρή να μιλήσει με`κείνα τα κομμάτια του έρωτα που μείναν κάτω απ τα νύχια της.Μια νύχτα..σε ένα ταγκό με έναν άγνωστο.(παραγγελιά :P)Γράφεις υπέροχα!!!

  4. η αληθεια …περιμενα ενα αλλοιωτικο τελος……(οχι ασχημο για σενα..)αλλα με καθηλωσε το τραγουδι….η φωνη σταθερη και χαμηλη….να τραγουδα και ταυτοχρονα να λεει…¨ΜΗ ΤΟΛΜΗΣΕΙΣ¨δεν ξερω αν ονειρευτηκα κι ενοιωσα μαζι σου την αγωνια του αγνωστου….δεν ξερω αν η πραγματικοτητα ενωθηκε με την φαντασια…..οτι και να ηταν….ηταν υπεροχο Βεατρικη…..σ\’ ευχαριστω.

    ΓΕΩΡΓΙΑ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: