Μονοπάτια   Leave a comment


  http://www.goear.com/files/external.swf?file=9d98375

          Και το φθινόπωρο ήλθε! Σεπτέμβρης μήνας. Και τα μονοπάτια είναι εκεί στη διάβα μας. Φορτωμένα από τις μυρωδιές της φθηνοπωρινής γης, από την ανάσα του αέρα της, από το τρίψιμο των φυλλόδεντρων στις πατούσες μας, από θύμησες , το τώρα και το έως….

         ‘Ενα μικρό οδοιπορικό στα μονοπάτια του Ιβο ‘Αντριτς (IVO ANDRIC), του Νομπελίστα ΣερβοΒόσνιου συγγραφέα,  μικρό δοκίμιο θάλεγα καλύτερα, με στοχασμούς στα μονοπάτια εκείνου και του καθενός μας.

 

ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ

           Πάντα, όταν περνούν από τον νού μου μονοπάτια και δρόμοι κάθε λογής, μπροστά μου στέκονται πεισματικά και ανεξίτηλα χαραγμένα τα μονοπάτια πάνω στα οποία πρωτοπερπάτησα ελεύθερα. Κι ήταν στο Βίσιεγκραντ αυτό. Στα τραχιά, ανώμαλα και φαγωμένα μονοπάτια του, όπου όλα ήταν στεγνά και πικρά, δίχως ομορφιά, δίχως χαρά, χωρίς δικαίωμα στην ελπίδα κι όπου η πικρή μπουκιά που ο κάθε άνθρωπος δεν πρόφταινε να φάει του καθόταν στο λαιμό σε κάθε του βήμα. Εκεί όπου η κάψα κι ο αέρας και το χιόνι κι η βροχή έτρωγαν το χώμα και τους σπόρους μέσα στη γη κι αν κάτι προλάβαινε να φυτρώσει και να καρπίσει το πατούσαν, το δίπλωναν και το τσάκιζαν και θα μπορούσαν να το έβαζαν στη γη ανάποδα, με το κεφάλι χωμένο κάτω, για να του εξαφανίσουν το σχήμα και να το γυρίσουν πίσω, στο πουθενά, εκεί απ’ όπου ξέφυγε και κατάφερε να φυτρώσει.

            Κι ήταν αναρίθμητα τα μονοπάτια που όμοια με σχοινιά και γαϊτάνια απλώνονταν και χάραζαν λόφους και κατηφοριές γύρω από την πόλη, χύνονταν στον γυμνό δρόμο ή προχωρούσαν και χάνονταν μπροστά σε κάποια νερά ή στις πράσινες συστάδες από ιτιές και βούρλα. Το ένστικτο των ανθρώπων και των ζώων ανακάλυψε και σχεδίασε αυτά τα δρομάκια κι η ανάγκη τα περπάτησε. Σ’ αυτά δύσκολα μπαίνεις και δύσκολα προχωράς κι αν είναι να γυρίσεις πίσω, δύσκολα τα καταφέρνεις. Εκεί, ο άνθρωπος κάθεται πάνω σε πέτρα ή κάτω από ένα δέντρο, σε τόπο στεγνό ή σε γωνία απάγκια και σκιερή για ξεκούραση, για προσευχή αλλά και για χωριάτικα παζαρέματα. Σ’ αυτές τις γιδόστρατες που τις σάρωνε ο ήλιος και τις μούσκευε η βροχή και πότε τις μόλυνε και πότε τις απολύμαινε, όπου συναντάς μονάχα ταλαιπωρημένα ζώα και ανθρώπους σιωπηλούς με σκληρά πρόσωπα, εκεί έμαθα τα πρώτα πράγματα για τον πλούτο και την ομορφιά του κόσμου. Εκεί, άμαθος ακόμα, αδύναμος και ενδεής, ένιωσα ευτυχής, κι ήταν μια ευτυχία που μεθάει και σε φτάνει ως την αναισθησία, ευτυχής για όσα δεν υπήρχαν εκεί, κι όσα δεν μπορούν να υπάρχουν και ποτέ δεν θα υπάρξουν.

            Και σ’ όλους τους δρόμους και τα δρομάκια απ’ όπου πέρασα αργότερα στη ζωή μου, ζούσα μόνο με αυτήν τη φτωχή ευτυχία, μ’ εκείνη την σκέψη μονάχα που μου πρωτοήρθε στο Βίσιεγκραντ για τον πλούτο και την ομορφιά του κόσμου. Γιατί κάτω απ’ όλους τους δρόμους εγώ έβλεπα κι ένοιωθα παντού και πάντα, μέχρι και σήμερα, τα τραχιά μονοπάτια του Βίσιεγκραντ, έτσι όπως ήταν όταν τα’ αποχωρίστηκα. Στην πραγματικότητα, μ’ αυτά μετρούσα τα βήματά μου και κανόνιζα την πορεία μου και ήταν πάντα κοντά μου σ’ όλη μου τη ζωή.

            Τις στιγμές εκείνες που ο κόσμος με κούραζε και με πίκραινε ( αυτός ο κόσμος όπου από κάποια κακή σύμπτωση ζούσα και με χίλια όσα κρατιόμουν στη ζωή) κι όταν ο ορίζοντας σκοτείνιαζε κι η πορεία γινόταν αμφίβολη, άπλωνα μπροστά μου νοερά και με ευλάβεια, όπως ο πιστός τον τάπητα της προσευχής, τα δύσκολα, τα’ ανώμαλα κι απότομα μονοπάτια του Βίσιεγκραντ που γιατρεύουν κάθε πόνο και ξορκίζουν την κάθε δυστυχία, γιατί τα εμπεριέχουν όλα μέσα τους και τα υπερβαίνουν όλα. Γι αυτό και αρκετές φορές την ημέρα, ξεκλέβοντας την κάθε στιγμή ανάπαυλας και την κάθε ανάσα στο λόγο μου, περνούσα νοερά, λίγο λίγο, από τα δρομάκια αυτά απ’ όπου ποτέ δεν θα ‘πρεπε ν’ απομακρύνομαι. Μέχρι το τέλος του βίου μου θα περνώ, όπως και να ΄ναι, το κομμάτι εκείνο των μονοπατιών και των δρόμων του Βίσιεγκραντ που μου αναλογεί. Και με το τέλος της ζωής μου θα τελειώσει κι αυτή η πορεία. Και τα μονοπάτια του Βίσιεγκραντ θα χαθούν κι αυτά εκεί όπου χαράζονται όλα τα μονοπάτια, εκεί όπου εξαφανίζονται οι δρόμοι και τα’ αδιέξοδα δρομάκια, όπου δεν υπάρχει πορεία και κούραση κι όπου όλοι οι δρόμοι της γης θα γίνουν ένα ακατανόητο κουβάρι και με την «τελευταία αστραπή» θα καούν μπροστά στα μάτια μας και τα μάτια μας θα σβήσουν κι αυτά, αφού μας έφεραν ως το σκοπό μας και την αλήθεια.

‘Ιβο ‘Αντριτς*

Μετάφραση από τα Σερβοκροάτικα: Χρήστος Γκουβής

kipos2Σημειώσεις

Ιβο Αντριτς α)        Ο Ιβο ‘Αντριτς  γεννήθηκε στο Ντοτς της Βοσνίας, κοντά στο Τράβνικ, στις 10 Oκτωβρίου 1892 από Κροάτες γονείς. Ορφανός από μάνα από τα δύο του χρόνια, ανατράφηκε από την οικογένεια της μητέρας του.. Από το 1912 σπουδάζει διαδοχικά στα Πανεπιστήμια του Ζάγκρεμπ, της Βιέννης, της Κρακοβίας και του Γκρατς. Με το ξέσπασμα του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου φυλακίζεται από τους Αυστριακούς στο Σπλιτ (1914-1917). Μετά τον πόλεμο διορίζεται στο διπλωματικό σώμα, όπου και υπηρετεί μέχρι το 1941. Μεταπολεμικά εκλέγεται βουλευτής της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και πρόεδρος της Ένωσης Γιουγκοσλάβων Λογοτεχνών. Το 1961 του απονέμεται το Νόμπελ Λογοτεχνίας. «για την επική δύναμη των λογοτεχνικών του θεμάτων και τον τρόπο που απεικονίζει την ανθρώπινη μοίρα, αντλώντας υλικό από την ιστορία της πατρίδας του».

Από την ομιλία του αποδοχής του βραβείου Νομπελ:  «Σχεδόν πιστεύει κανείς ότι από το χάραμα της ανθρώπινης συνείδησης και ανά τους αιώνες, το είδος μας συνέχεια αφηγείται στον εαυτό του την ίδια ιστορία, έστω και με άπειρες παραλλαγές στον ρυθμό των αναπνοών και στον παλμό της». Ο Άντριτς δώρισε τα χρήματα του βραβείου για να ενισχυθούν οι Βιβλιοθήκες της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης

            Πρωτοεμφανίστηκε ως ποιητής, αλλά έγινε γνωστός σε όλο τον κόσμο με τα τρία μεγάλα μυθιστορήματά του: Το γεφύρι του Δρίνου (μτφρ. Χρήστος Γκούβης, Εκδ. Καστανιώτη 1997), Tο χρονικό του Τράβνικ (μτφρ. Χρήστος Γκούβης, Εκδ. Καστανιώτη 1999), H Δεσποινίδα και τη νουβέλα του H καταραμένη αυλή. Δημοσίευσε επίσης δύο ποιητικές συλλογές και πολλές συλλογές διηγημάτων. Πέθανε στο Βελιγράδι το 1975.

(Με πηγές από τις εκδόσεις Καστανιώτη από το βιβλίο του Αντριτς Με τίτλο ¨Το σπίτι στην άκρη της Πόλης” όπου εμπεριέχεται και το παρόν διήγημά του, την εφημερίδα “ ΤΑ ΝΕΑ”.

Περισσότερα για τον Ιβο Αντριτς:

http://www2.rizospastis.gr/story.do?id=3424828&publDate=25/6/2006

http://www.tanea.gr/default.asp?pid=30&ct=19&enthDate=21022009

               Ενα ενδιαφέρον αφιέρωμα από τον Κωνσταντίνο Ματσούκα για τον Ιβο Αντριτς στην Ελευθεροτυπία: από όπου αντιγράφω κάτι που , όπως γράφεται είναι ομολογία του ίδιου του συγγραφέα για την θεματολογία του έργου του: που δεν αφορά σε κάτι αλλο από το να :

 «…να βρίσκεσαι ριγμένος μέσα στον ωκεανό της ύπαρξης, χωρίς να το έχεις ζητήσει, αναγκασμένος να κολυμπήσεις, να ζήσεις, να αποκτήσεις μια ταυτότητα· να αντιστέκεσαι στην πίεση και στα σοκ από το εξωτερικό περιβάλλον και στις απρόβλεπτες πράξεις -τις δικές σου και των άλλων- που τόσο συχνά ξεπερνούν τις δυνατότητές σου. Κι επιπλέον να αντέχεις τις ίδιες σου τις σκέψεις για όλα αυτά: κοντολογίς, να είσαι άνθρωπος».

Go to source web page: Αγνωστες σελίδες από το χρονικό του Κόσμου | Άρθρα | Ειδήσεις

2) Βίσιενγκραντ ή Βίσενγκραντ= Πόλη της Βοσνίας. Το γιοφύρι της απετέλεσε το κύριο θέμα για το θαυμάσιο- λέγεται- βιβλίο του Αντριτς ¨Το γιοφύρι του Δρίνου” Go to source web page: Η μυθική γέφυρα – TO BHMA

Go to source web page: Γεφύρι στεναγμών – TO BHMA

kipos2

Technorati tags: , , , , , , ,
Digg This

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: