“Η νύχτα γιατί τόσο αργοπορεί;”   5 comments


 

Κι ήταν μια νύχτα ωραία και στη ματιά σου
και στα τραγούδια σου. Ήτανε γλυκιά
μια νύχτα στα τραγούδια τα παλιά σου
γεμάτη αστέρια, νύχτα ξωτικιά.

Η μόνη αγάπη μέσ’ στη μοναξιά σου,
τόσο όμορφη, τόσο υποβλητικιά,
έγινε πάθος μέσα στην καρδιά σου,
μέσ ‘ στην καρδιά σου την ερημικιά.

 
Αχ, τα παλιά τραγούδια σου που κλαίγαν
Κι ήτανε τόσο ανείπωτα γλυκά
και τόκρυβαν σεμνά και δεν το λέγαν.

 
Αχ, τα παλιά σου τα τραγούδια πού ‘ναι
θλιμμένα σαν αγάπης μυστικά,
σαν άνθη δακρυσμένα που σιωπούνε

  Μαρίας Πολυδούρη

a

‘Ηταν ένα μόνο ποίημα από την πριγκηπέσσα της θλίψης, την ποιήτρια που ήλθε και “έφυγε” από τούτο τον κόσμο ως η αστραπή..

Ευχαριστώ το αερικό για το θαυμάσιο video και την Μαρία Κίτσου για την υπέροχη απαγγελία της.

Και πιό κάτω παραθέτω μια επιστολή της ποιήτριας, όπως την βρήκα στην αφιερωμένη σε κείνη σελίδα της Περι…γραφής. Ισως, είπα την πλησιάσουμε πιότερο έτσι.

                                                                                                           

Μια Επιστολή
   "Αυτό είναι το γράμμα μου στον κόσμο που ποτέ δεν έγραψε σε μένα…"
     Ίσως το γράμμα αυτό να μη διαβαστεί ποτέ, από κανέναν, αλλά στ’ αλήθεια, δε με νοιάζει. Ίσως μέχρι να φτάσει στα χέρια σας νάχω πεια ολότελα ξεχαστή απ’ όλους. Αλλά, ούτε δα κι αυτό το τελευταίο με νοιάζει. Εξάλλου, δεν έχω και πολλά να σας πω, θέλω μόνο να σας θυμίσω ότι κάποτε υπήρξα. Κάποτε υπήρξα κι’ ήμουν και ζωή και θάνατος μαζί. Και Ζωή και Χάρος ήμουν!
     Έζησα, τομολογώ, μια ζωή δηλητηριασμένη, γι’ αυτό θαρρώ αποφάσισα να την εγκαταλείψω. Εκείνο που για τους άλλους ήτανε ζωή, για με ήταν θάνατος. Γεννιόμουνα και πέθαινα κάθε μέρα, ώρα και στιγμή. Ζούσα με τον θάνατο, ζούσα για να πεθάνω, μα τουλάχιστον δε ζούσα νεκρή όπως οι γύρω μου, τα μικρά αστεία ανθρωπάκια που λέγαν πως μ’ αγάπησαν κι ας μη μπόρεσαν ποτέ κι ας μη τόλμησαν ποτέ να διαβάσουν τη ψυχή πούκρυβε περίσσιο φως και σκοτάδι μέσα της. Κατά βάθος με φοβόντουσαν και δεν αργούσαν να τραπούν εις άτακτον φυγήν. Δεν άντεχαν να με κοιτούν κατάμματα, μη τύχει και τους κλέψω τη ψυχή τους.
     Αγαπήθηκα, αγαπήθηκα πολύ, μα μπορεί ποτέ κανείς να φαντασθή ότι λυπόμουνα βαθειά όταν καταλάβαινα ότι μ’ αγαπούσαν; Εγώ, ίσως να μην αγάπησα αρκετά, όχι όσο έπρεπε. Τον ιδανικό μου έρωτα θαρρώ τον έζησα στη φαντασία μου. Η ψυχή μου κι η αγάπη γεννήθηκαν την ίδια μέρα. Αυτό το ένιωθα μέσα μου κι όμως δε πίστευα ότι θα υπήρχε μέρα που θα μου αποδείκνυε πως αγαπούσα αληθινά. Δεν είνε στ’ αλήθεια τραγικό, μια μεγάλη ειρωνεία, να μιλούν για την αγάπη άνθρωποι που δεν τη γνωρίζουν και να σιωπούν εντελώς εκείνοι που νοιώθουν τη ψυχή τους να πνίγεται στον πόνο της;
     Πολλοί λέγαν ότι ζούσα μες στο κεφάλι μου. Κάτι έπρεπε να πουν κι αυτοί! Πως άλλως θα με κατέτασσαν σε συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων; ‘Ανθρωποι, ανθρωπάκια! Η ζωή ένα τεράστιο ψέμα που άλλοι το αγαπάνε κι άλλοι -οι λίγοι- προσπαθούν να το κάνουν αληθινή ζωή. Εσείς, αγαπητοί άγνωστοί μου φίλοι, πως ζείτε; Ζείτε;
     Μια φάρσα, αυτό ήταν η δικιά μου ζωή. Κανείς δε τη κατάλαβε.Γεννήθηκα χωρίς να το θέλω, έζησα στο περίπου και σκηνοθέτησα το θάνατό μου. Κι όμως αγαπούσα τη ζωή, αλλά πάντα αυτή μούπαιρνε ό,τι άλλο αγαπούσα. Μου έλειπε πάντα μια καρδιά που να πονή για μένα. Κι ήταν δύσκολο, δύσκολο πολύ να ζω μονάχη μου μες σ’ ένα κόσμο τόσο παράλογα προσκολλημένο στα μικρά της ζωής και στο τίποτα. Ήμουνα σαν παράσιτο, σαν μαύρο ξωτικό που έχασε το δρόμο κι αντί να ταξιδέψει στον ονειροκόσμο του, ξέπεσε σε τούτη δω τη γη.
     Μάλιστα, κάποια φορά, κάποιος με ρώτησε κρυφά αν είμαι χήρα σαν φορούσα μαύρα βαριά. Εγέλασα. Αλήθεια ήταν! αν μάντεψε τη ψυχή μου, καλά την ωνόμασε χήρα!
     Είναι που θα παρακαλούσαν να είχαν ζήσει στην εποχή μου. Εγώ, θάθελα να ζήσω σε κάποιαν άλλην εποχή. Έζησα ανάμεσα σε μια γενειά ηττημένη. Κάποιοι από μας κάναν τον πόνο στίχο, την οργή τραγούδι, αλλά κανείς δεν τόλμησε -ούτ’ από μας, ούτ’ από τους άλλους- δεν τόλμησε να ξεφύγει από το χαραγμένο μονοπάτι, δεν τόλμησε να πει ό,τι στ’ αλήθεια σκεφτότανε, δεν τόλμησε να κάνει ό,τι στ’ αλήθεια ήθελε να κάνει. Οι περισσότεροι ήταν -ήμασταν- δειλοί που ‘ψαχναν απλά ναύρουν την αυτοεπιβεβαίωσή τους. Κάτι νέοι σκυθρωποί κι ανάπηροι. Ολίγοι γέροι με κακόβουλο ύφος. Κάτι δεσποινίδες σαλατολόγοι κι υπερφίαλοι! Απόκληροι της αντίληψης.
     Κι όμως ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν κι ο Κ. (εννοεί τον Καρυωτάκη) ο μόνος που θα μπορούσε ποτέ να με καταλάβει, αλλά ούτε κι εκείνος τόλμησε. Μούπε μάλιστα, πως με λυπόταν γιατί τον αγαπούσα, πως ήμουνα γι’ αυτόν μια παρηγοριά. Τόχε η εποχή, κανείς δεν ήταν ο εαυτός του! Γι’ αυτό θαρρώ κι έζησα τόσο μόνη κι ας είχα πάντοτε κάποιους να με συντροφεύουν, αδέλφια μου σ’ ένα πόνο που δε θα μπορούσαν ποτέ να συλλάβουν. Έκαναν τα πάντα για με, αλλά η αγάπη τους ήταν μια θυσία που ποτέ δε δέχτηκα μ’ ευμένεια κι οι ανησυχίες τους χειροπέδες για μένα.
     "Πόσο είναι αστεία η ζωή μα και πόσο αστειότεροι είμαστε μεις που την ανεχόμαστε τέτοια", έγραψα, θυμάμαι, κάποτε στο ημερολόγιό μου. Μα, από τότε έχουν πεια περάσει χρόνια. Πόσα, δεν ξεύρω, αφού ο χρόνος δεν έχει πια για με καμμία σημασία. Τώρα, είμαι κάπου αλλού και ζω -αν τούτη δω η κατάσταση θεωρείται ζωή- μες από τις αναμνήσεις μου.
     Ξεφυλλίζω τα τετράδια του μυαλού και κυττάζω πίσω. Όλα ζητάω τα χαμένα, τις μικρές στιγμές, τον αγαπημένο. Γυρνώ το βλέμμα και κυττάζω πάντα το δρόμο που αφήσαμε. Είνε μακρύς, σκοτεινός, γεμάτος δυσκολίες και φρίκη, είνε τόσο μακρύς, τόσο δύσκολος κι όμως -Θεέ συγχώρεσέ με- θα τον έπαιρνα με τη καρδιά γεμάτη δάκρυα και μεταμέλεια. Με τη καρδιά δεμένη με τα σίδερα της αμαρτίας θα ξεκινούσα να σ’ εύρω μοναδική κι αξέχαστή μου αγάπη. Δε θέλω τίποτε άλλο, μόνο να φτάσω, να σταθώ κοντά σου τόσο που φτάνει για να ιδώ, να ιδώ το πρώτο βλέμμα σου κείνο που μου ‘ριχνες σαν έφτανα, τις μικρούλες όλες εκείνες ρυτίδες στο πρόσωπό σου, να ιδώ τα χέρια σου ν’ απλώνονται σε μένανε να με αγκαλιάσουν, να ιδώ, να νοιώσω το φίλημά σου. Είνε τόσο μεγάλος ο καϋμός κι είμεθα τόσο μικροί ένας-ένας εμείς οι άνθρωποι που τον αποτελούμεν.
     Τα λόγια αυτά ίσως ν’ ακούγονται σαν παραλήρημα ενός ετοιμοθανάτου, μα, αλί, δε μπορώ να πεθάνω αφού είμαι από χρόνια πεια νεκρή. Όσο ζούσα, όσο έζησα, ήμουνα παιδί. Ήμουν ένα παιδί άμυαλο, μπορώ να το παραδέχωμαι αλλά και ποιο παιδί δεν είνε άμυαλο; Ένα παιδί είμαι ακόμη!

Ένα παιδί που γράφει σε σας, τους άγνωστούς του φίλους, για να τους πει: να μείνετε πάντα παιδιά κι αν είνε δυνατόν άμυαλα παιδιά. Να ζήσετε τη ζωή σας με τρέλλα, να ζήσετε παράλογα, να σκοτώσετε τη λογική πούνε ο φονιάς της χαράς και της ζωής, να τολμήσετε να κάνετε τα δύσκολα, τα μεγάλα, τα σημαντικά, ν’ ακολουθήσετε τα δύσβατα μονοπάτια, ν’ αφήσετε να θρονιαστεί στη καρδιά σας για πάντα η άνοιξη και το χαμόγελο στα χείλη, ν’ αγαπήσετε με πάθος και να καείτε από τη φλόγα της αγάπης σας, να κάνετε τον πόνο, τη χαρά, τη κάθε σας στιγμή τραγούδι κι όταν έρθη η ώρα η στερνή να πεθάνετε όχι από πλήξι, αλλά από ειλικρίνεια όπως ο φίλος τζίτζικας, που τόσο ωραία τα έλεγε μα μεις τα παίρναμε για γκρίνια.
     Τώρα, καθώς γράφω τις τελευταίες γραμμές, κυττώ πίσω κι αντιλαμβάνομαι πόσο στάθηκα τυχερή: έζησα ελεύθερη όσο καμμιά άλλη γυναίκα της εποχής μου, έκανα πράγματα που δεν έκανε καμμιά άλλη κι αγαπήθηκα όσο λίγες. Και, δεν το ξεχνώ, καθώς το βλέμμα μου έσβηνε, κείνη τη μελαγχολική αυγούλα τ’ Απρίλη, δεν ήμουν πεια μόνη. Νέοι που μ’ αγάπησαν ήρθαν να μ’ αποχαιρετήσουν και φίλες γκαρδιακές στο προσκεφάλι μου ένα τελευταίο τραγούδι να μου χαρίσουν.
     Αυτό είναι το γράμμα μου στον κόσμο που ποτέ δεν έγραψε σε μένα, όπως λέει κι η καλή μου φίλη.                    

      Με αγάπη
Μαρία Πολυδούρη

a

5 responses to ““Η νύχτα γιατί τόσο αργοπορεί;”

Subscribe to comments with RSS.

  1. ΤΙ ΝΑ ΠΩ ΒΕΑΤΡΙΚΗ ΓΙΑ ΟΛΟ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑ,,,ΜΕ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΝΝΟΩ,,ΣΠΟΥΔΑΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ,ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ ,ΦΙΛΗ ΑΠΟ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΖΩ ΣΕ ΣΕΝΑ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ,,,ΚΑΛΟ ΒΡΑΔΥ,,,

  2. Ω χαμηλώστε αυτό το φωςστη νύχτα τι οφελάειΠέρασ’ η νύχτα, φτάνει πιαποιος ξέρει ο ύπνος μου κρυφόςαν κάπου εδώ φυλάει Πάρ\’τε το φως είναι καιρόςνα μείνω πια μονάχηΦτάνει η απάτη μιας ζωήςκάθε προσπάθεια ένας εχθρόςγια την στερνή μου μάχη Ας πάυσουν πλέον οι σπαραγμοίας μ’ απομείνει κάτιγια να πλανέψω τη νυχτιάνα σκύψει κάπως πιο θερμήστ’ ανήσυχό μου μάτι Πάρ\’τε το φως είναι η στιγμήτην θέλω όλη δική μουείναι η στιγμή να κοιμηθώπάρ\’τε το φως με τυραννάμ’ αρνιέται την ψυχή μου(απο τα καλυτερα της……)καλη σου νυχτα Βεατρικη μου

    ΓΕΩΡΓΙΑ
  3. αχ χτυπησες φλεβα τωρα!!! ειναι η αγαπημενη μου! την αγαπησα στο σχολειο…ισως σε πεισμα ολων αυτων(καθηγητων και μαθητων) που δεν την ειχαν σε υποληψη επειδη απλα εγραφε ερωτικα ποιηματα…..το αγαπημενο μου ειναι το δεν τραγουδω παρα γιατι μ\’αγαπησες….(το εχω μαθει απ\’εξω τοσες φορες που το εχω διαβασει :))) )απλα τη λατρευω! σ\’ευχαριστω!!!

  4. Γειά σας όμορφες!!Να ευχηθώ σε σένα πρώτα το καλώς ώρισες και πάλι, Γεωργία μου. Είχα καιρό να σ\’ακούσω και πήρα χαρά από την παρουσία σου. Οντως, το ποίημα αυτό είναι εκπληκτικό. Τι άλλα λόγια να πω; Τα λέει εκείνη στο ποίημα ο,τι είναι να ειπωθεί και ο,τι είναι να μείνει την σιωπή. Διαπερνάει και την σιωπή και τον λόγο..Δεσποινιώ μου, η θλίψη που αποπνέουν τα ποιήματά της με ματώνουν.. Πόσο πολύ δυστυχής και μόνη ένοιωθε.. Πόσος ο π΄΄ονος μέσα της.. Το ποίημα της το συγκεκριμένο, -ναι- είναι όμορφο, ναι είναι πολυτραγουδισμένο, μα νάξερες ενόχληση που νοιώθω σαν τ\’άκούω.. Κι ούτε θέλω να τ\’ακούω και να το διαβάζω..Μαρία μου, ναι είναι πολύ αληθινά, λόγια ψυχής αυτά πούγραψε στην επιστολή της..Στις στερνές της στιγμές..Και ξέρεις, πτην ένοιωσα πιό σιμά μου σαν το διάβασα..Κι είναι που το γράμμα της με έβαλε σε σκέψεις για πολλά..

    Βεατρίκη
  5. Δεν Τραγουδώ παρά γιατί μ\’αγάπησεςΔεν τραγουδώ παρά γιατί μ\’ αγάπησεςστα περασμένα χρόνια.Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμακαι σε βροχή, σε χιόνια,δεν τραγουδώ παρά γιατί μ\’ αγάπησες.Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σουμια νύχτα και με φίλησες στο στόμα,μόνο γι\’ αυτό είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτοκ\’ έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα,μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.Μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξανμε την ψυχή στο βλέμμα,περήφανα στολίστηκα το υπέρτατοτης ύπαρξής μου στέμμα,μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν.Μόνο γιατί όπως πέρνα με καμάρωσεςκαι στη ματιά σου να περνάηείδα τη λυγερή σκιά μου, ως όνειρονα παίζει, να πονάη,μόνο γιατί όπως πέρνα με καμάρωσες.Γιατί δισταχτικά σα να με φώναξεςκαι μου άπλωσες τα χέριακ\’ είχες μέσα στα μάτια σου το θάμπωμα- μια αγάπη πλέρια,γιατί δισταχτικά σα να με φώναξες.Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσεγι\’ αυτό έμεινεν ωραίο το πέρασμά μου.Σα να μ\’ ακολουθούσες όπου πήγαινα,σα να περνούσες κάπου εκεί σιμά μου.Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε.Μόνο γιατί μ\’ αγάπησες γεννήθηκα,γι\’ αυτό η ζωή μου εδόθη.Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτημένα η ζωή πληρώθη.Μόνο γιατί μ\’ αγάπησες γεννήθηκα.Μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σουμου χάρισε η αυγή ρόδα στα χέρια.Για να φωτίσω μια στιγμή το δρόμο σουμου γέμισε τα μάτια η νύχτα αστέρια,μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου.Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ\’ αγάπησεςέζησα, να πληθαίνωτα ονείρατά σου, ωραίε που βασίλεψεςκ\’ έτσι γλυκά πεθαίνωμονάχα γιατί τόσο ωραία μ\’ αγάπησες. Ποίηση:Μαρια Πολυδούρημελοποίηση:Δημήτρης Παπαδημητρίουπρώτη εκτέλεση:Ελευθερία Αρβανιτάκηδίσκος:"τραγούδια για τους μήνες" http://www.youtube.com/watch?v=5Xk9pSlcCCg

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: