Η Πτώση   1 comment


  http://www.goear.com/files/external.swf?file=aef064c

5_o

Με της σιωπής τα κρίνα που λυγούνε
μέσα στα νικημένα μου τα χέρια
με τις σκέψεις που μάταια κυνηγούνε
η μια την άλλη πέρα από τ’ αστέρια,

Με τα μάτια που κάτι νοσταλγούνε,
κάτι που είναι αγνοημένο πλέρια,
σα να μη βλέπουν, σα να μην αλγούνε,
εξαϋλωμένα μάτια, μάτια αιθέρια,

Στέκω οραματισμένη και πιστεύω.
Δεν ξέρω τι πιστεύω..

 

Κι’ όπως ποτέ τα μάτια δε σφαλίζω
ξέρω πως πια δεν είνε απάτη ονείρου.

blu

Είναι ένα απόσπασμα από το ποίημα της Μαρίας Πολυδούρη

“Με της σιωπής τα κρίνα..” από την ποιητική της συλλογή

“ Οι τρίλλιες που σβήνουν” (1928)”

blu

           Περίεργο μου φάνηκε νάχω μια τέτοια εικόνα, τέτοιοι στίχοι στον νού  μου να σιγοψιθυρίζουν, ενώ απ’εξω μούρχονταν με τον αέρα οι οργανωμένες φωνές μεθοδικά καθοδηγούμενου πλήθους να φωνάζει πέρα από τις ντουντούκες και τα άλλα..

Κουράγιο Ελληνες.. μη σκύβετε το κεφάλι..

Οι μαζικές φωνές σταμάτησαν οργανωμένα επίσης, σβήστηκαν στην σιωπή σαν μαχαιριά.. Η Πορεία και η μάζωξη – θα πουν’ μετά- είχε επιτυχία..

Και μετά κάπου στου βάθος αχνακούγονταν για κάμποσο ακόμη κάποιοι λιγοστοί που επέμεναν να λέν΄ συνθήματα κομματικά.. Κι αυτοί, κατ’εντολήν φωνασκούντες..Το’χω παρατηρήσει κι άλλες φορές..Για το φαίνεσθαι του αυθόρμητου..

Το πλήθος  συμμορφωμένα διαλύθηκε- κατά πως και είχε μαζωχτεί κι ο αχός της πόλης βαρύς πιά με ακουμπάει..

Μένω να ακούω το τρεχούμενο νερό από το λάστιχο του γείτονα που κίνησε να ποτίσει με το λάστιχο τις λιγοστές γλάστρες στο μπαλκόνι του..

Και να που..δεν ξέρω γιατί.. αντάμα με τον ήχο του τρεχούμενου νερού να τρέχει παράταιρος στο φόντο της βουής, ήρθε ν’ ανακατωθεί κι εκείνη η εικόνα της νέας κοπέλλας, καθώς την έβλεπα σήμερα κάμποσο πιό πριν στα έρημα τα Δικαστήρια, το πως μάζευε τα ψίχουλα από το υπόλειμμα του σιμιτιού που μόλις είχε φάει πάνω στο γραφειο της, πως τάκανε μετά μπουκίτσες μικρές, τοσοδούλες, και το πως μετά απίθωνε πάνω στην καθε μιά τους από  δυο τρία σποράκια που ξεπεσμένα σκόρπια στην φορμάϊκα μάζευε κολλώντας τα, ένα προς ένα, πάνω στ’ακροδάχτυλό της..

Και πως όλα αυτά τα έκανε πολύ απασχολημένη κι ενώ αρνιόταν σε κάποιον που είχε φτάσει ταξίδι από άλλη πολη κάτι τις που την παρακάλαγε– μιάς στιγμής πράγμα ήταν και μπορετό να γίνει-λέγοντάς του, την στιγμή ακριβώς που κόλλαγε στ’ακροδάκτυλο το ένα το σποράκι- κείνο που είχε ξεπέσει στην γωνία της φορμάϊκας –

“Δεν μπορώ να το κάνω, μα ούτε και να το δεχτώ το αίτημά σας, κύριε.. Απεργία..”

Και μετά κείνου, η εικόνα πως αναδύεται, το παρακλητικό κείνης της ματιάς της ήδη κουρασμένης και  ύστερα πως αργόπεσαν οι ώμοι του αδειάζοντας την θέση τους στο σκούρο του το σακκάκι,  καθώς υποχωρούσε νικημένος από την άρνηση κάνοντας βήμα προς βήμα πίσω..μέχρι να βγεί έτσι καθώς ήταν έξω από την πόρτα…Ούτε τα νώτα του δεν είχε στρέψει αποχωρώντας..Ναι..Ούτε, καν, τα νώτα του!.

blu

Διώχνω την σκέψη και τις εικόνες βιαστικά, όσο από μιας ντουντούκας περιφερόμενου αυτοκινήτου την λαλιά ακούγεται φευγάτη η φωνή της συγχωρεμένης της Μαρίας της Δημητριάδη να τραγουδάει κείνο το ρεφραίν..

“Είναι ένας άνθρωπος που τον ‘μποδίζουν να βαδίσει , είναι ένας άνθρωπος που τώρα αλυσσοδένουνε..”

blu

‘Ωρα για δουλειά!

Την καλημέρα μου σε όλους!

Προσθήκη υστέρα:

Είναι βράδυ πιά..

H μέρα τούτη στο τέλος της είχε σαν απολογισμό τρείς νεκρούς- παράπλευρες απώλειες της πορείας των απεργών που γένηκε στην Αθήνα -λίγο μετά αφότου έγραφα τούτες τις αράδες πιό πάνω..χωρια τις άλλες με τις καταστροφές περιουσιών και..και ..

Η μέρα τούτη τέλειωσε μεσα σε βαθύ πένθος..Ναι…ΟΙ τρίλλιες που σβηνουν, οι τρίλλιες που σβήσαν..Καποιοι συνάνθρωποί μας πέθαναν γιατί…εργάζονταν..απλά γιατί εργάζονταν. Σε λάθος κτίριο ήσαν..

Μια Ελλάδα πενθεί απόψε, για τους ανθρώπους αυτούς- ζωές αναντικατάστατες και πολύτιμες φύγαν..θύματα ακούσια μιας ανεξέλεγτης βίας και φανατισμού..

Η Ελλάδα πενθεί απόψε για τους "πολιτικούς" της ηγήτορες

Η Ελλάδα πενθεί απόψε την κοινωνία της,  οδύρεται για το  ματοβάψιμο του πολιτισμού της, 

Η Ελλάδα πενθεί απόψε..

Και μένω ν αποχαιρετώ τούτη την μέρα..

Με τα μάτια που κάτι νοσταλγούνε,
κάτι που είναι αγνοημένο
πλέρια,

σα να μη βλέπουν, σα να μην αλγούνε,
εξαϋλωμένα μάτια,
μάτια αιθέρια,

Στέκω οραματισμένη και πιστεύω.
Δεν ξέρω τι
πιστεύω..

 

Κι’ όπως ποτέ τα μάτια δε
σφαλίζω
ξέρω πως πια δεν είνε απάτη ονείρου

………………….

Ναι, τώρα ξέρω, δεν μου είναι πιά περίεργο γιατί πενθούσα από το πρωι..

Καλή σας νύχτα


buzz it!

 

Digg This
Advertisements

One response to “Η Πτώση

Subscribe to comments with RSS.

  1. ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΑΡΩ ΤΗ ΦΥΛΗ ΜΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΦΥΓΩ Θέλω να πάρω τη φυλή μου και να φύγω δε θέλω ούτε μερτικό απ το κοπάδι μού πες φτερά πως έχω κάποιο κρύο βράδι μα εγώ φτερά δεν έχω άμα δεν τ ανοίγω. Πάρε αγέρι στα ουράνια την πνοή μας να κάμει όσα ονειρευτήκαμε ταξίδια εδώ ο άρχοντας μοιράζει μπιχλιμπίδια κι εμείς του δίνουμε στιγμές απ τη ζωή μας. Θέλω να πάρω τη φυλή μου και να φύγω εδώ ο έρωτας πιά δεν περνοδιαβαίνει αφού τ αδέρφια μας γυρνούν σαν κολασμένοι γιά να μαζέψουνε το βιός τους λίγο-λίγο. Πάνω στο στέμμα μου βρυχάται άγριος λιόντας κι έιναι του άγνωστου ο πιό μεγάλος τρόμος το ξέρεις μάτια μου πως δεν υπάρχει δρόμος αφού το δρόμο τον ανοίγεις περπατώντας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: