Στην μνήμη του πατέρα μου   Leave a comment


 

 

 

       Στις 13/3/2013 ήταν που έσβησε στα χέρια μας και  λίγο αργότερα ήταν Εκείνος, ενας από τους πολλούς  που είχε μια κηδεία “σαν όλων των ανθρώπων τις κηδείες”

  Μόνο που Εκείνος, ο Γιώργης,  ήταν ο πατέρας μου.

       Σαν μπήκαμε στο Νοσοκομείο για τελευταία φορά , εκεί που τον πήγαινα με το αμαξίδιο στο δωμάτιο 13 της καρδιολογικής, μια νοσοκόμα- θυμάμαι- του πεταξε απότομα πάνω στο στήθος του,τον ιατρικό του φάκελλο. Ηταν από λευκό χαρτόνι και είχε πάνω του εναν αριθμό, τον δικό του αριθμό..

Κι εκείνος ο πατέρας μου, λίγο μετά, σιγοψιθύρισε ενα άλλο αριθμό..

Τι είναι αυτός ο αριθμός, πατέρας, τον ρώτησα,.

Εκείνος επανέλαβε τον αριθμό και μου είπε πως  εκείνος ο αριθμός ήταν ο άλλος δικός του αριθμός, εκείνος  που του είχαν φορέσει στο στήθος πάνω σε κομμάτι χαρτόνι οι Γερμανοί οταν τον πήγαιναν για εκτέλεση..Τότε στον Πόλεμο..

Σαν και τότε, μου είπε..έτσι και τώρα..

Πάγωσα.. Ο πατέρας μου γνώριζε..σκέφθηκα . Κι αντί εκείνου που είχα στην σκέψη μου , του είπα

– Και τον θυμάσαι ακόμη;

‘Εχεις περάσει , πατέρα, και από αυτό;

Εκείνος μου εγνεψε σιωπηλά καταφατικά, ενώ έσερνα ξωπίσω του το αναπηρικό καροτσίδιο στον άδειο διάδρομο  ..

      Πόσα πολλά δεν ήξερα, δεν ξέρω για τον πατέρα μου..πράγματα που δεν έμαθα ποτέ..πόσα λιγοστά από την ζωή του είχα μάθει . Δεν συνήθιζε να μίλαει γιαυτά, ούτε για άλλα. Είχα όμως σχηματίσει την εντύπωση από τα λιγοστά που μου είχε πεί οτι ο γέροντας πατέρας μου ήταν ενεργό ζωντανό κομμάτι της ιστορίας του τόπου μας

      Να, σαν εκείνη την ιστορία που μου είχε πεί  με αφορμή για κάτι είχα γράψει εδώ για τα παιδιά του πολέμου . Για κείνα τα παιδιά που δεν ρωτήθηκαν ποτέ σαν πέθαιναν αν ήξεραν γιατί πεθαίνουν μέσα στο θανατικό ενός…Είχα υπ’ οψιν μου και κείνη την γενοκτονία των παιδιών  πέρα στην Παλαιστίνη από τους Ισραηλίτες και είχα σοκαριστεί.

      Ετσι, το λοιπόν, οργισμένη καθώς ήμουν για όσα τέτοια κι άλλα τέτοια κι άλλα  που συνέβησαν, συνέβαιναν και συμβαίνουν σε τούτο τον κόσμο, θυμάμαι είχα πεί , κατηγορηματικά μάλιστα, του πατέρα μου

– Δεν ρωτήθηκαν, πατέρα, κι ούτε ρωτιούνται ποτέ τα παιδιά των πολέμων,  Αν ρωτιόνταν, πιστεύω, δεν θάξεραν ν’απαντήσουν. Γιατί πως να ξέρει ενα μικρο παιδί τι να σημαίνει ο θάνατος , τι η ζωή και για το τι αξίζει  ή δεν αξίζει για να πεθάνει;

Ό πατέρας μου, ο Γιώργης, έμεινε τότε για λίγο σιωπηλός και μετά γύρισε ήσυχα και μου είπε:

– Κάνεις λάθος.

Τον είχα κοιτάξει ερωτηματικά

– Να, μου είχε πεί , θυμάμαι σιγανά κι ανάλαφρα μιλώντας μου,  εμένα με είχαν ρώτησει τότε

Ενα μοναχά πράγμα με ρώτησαν.

– Αγαπάς την πατρίδα σου;

– Και τους απάντησα : Ναι

Αυτό μοναχά και τίποτε άλλο.

       Κι έτσι  τώρα όψιμα, τώρα που βρίσκω το κουράγιο να γράψω κάτι για κείνον , στην μνήμη του, ας τηρήσω τώρα την υπόσχεσή μου, εκείνη που του έδωκα τότε πούγινε η κουβέντα μας, λέγοντας του πως θα γράψω κάτι –ενα άλλο γραπτό που να μιλάει για τα παιδιά του πολέμου που ρωτήθηκαν και  που γνώριζαν γιατί μπορεί να πεθάνουν και το γιατί και τι  άξιζε για να ζήσουν ή για να πεθάνουν. Κρίμα, μονο που δεν θυμάμαι πιά τα ονόματα των αξιωματικών εκείνων, που ο πατέρας μου ,στην συζήτηση μας εκείνη, μου τα είχε πεί.

      Είχα , τότε θυμάμαι, ξαφνιασθεί και του είχα πεί: Τι μου λες  πατέρα, του είπα. Ποιοί σε ρώτησαν, πότε , που έγινε αυτό και γιατί;  Πες μου, του  είχα ζητήσει

      Και ο γέροντας πατέρας μου, απόστρατος του Ελληνικού στρατού, μου είπε την εξής  ιστορία:

 “ Ημουν τότε , μου είπε, γύρω στα 12 με  13 μου χρόνια. Ηταν μέρα καλοκαιριού που καθώς πήγαινα καβάλα στ’ άλογο για το καθημερινό μου μπάνιο στη θάλασσα στο λιμάνι του Αιγίου, εκείνοι με σταμάτησαν στο ξέφωτο του δάσους αναμεσίς της Ροδοδάφνης και του Αιγίου.

’Επιασαν τα γκέμια τ’αλόγου κι από κεί που ήμουν, ο ένας απ’ αυτούς που ’δειχνε ο αρχηγός τους, ήταν και εκείνος που με ρώτησε

Αγαπάς την πατρίδα σου, παιδί μου;

Και εγώ, τότε που του είπα, ναι..

Τότε μου συστήθηκαν λεγοντάς μου οτι ο ένας τους ήταν Ελληνας  στρατιωτικός, ο άλλος άγγλος αξιωματικός, και ο τρίτος της αντίστασης, όπως κι όλοι τους.

Μου ζήτησαν την επόμενη, την ίδια ώρα σαν τώρα, που θα πήγαινα για μπάνιο, να έβαζα ενα κουτί κάτω από το μαγιό μου, ενα κουτί που θα μου τοποθετούσαν εκείνοι

Μου είπαν: Οι Γερμανοί που φυλάνε το λιμάνι- είδαμε- σε ξέρουν- περνάς καθε μέρα από αυτούς για να κάνεις μπάνιο -είδαμε -έχεις και φιλικές σχέσεις μαζί τους, οπότε θα σ’αφήσουν να περάσεις χωρίς να πάρουν είδηση.

Αφου περάσεις απ’ αυτούς, θα κολυμπήσεις  ήσυχα , μου είπανε, προς τα βαθιά ίσα να φτάσεις κοντά σε εκείνο το μεγάλο πλοίο. Τότε αφού ξεκολλήσεις από το σώμα σου το κουτί, θα κάνεις  μεγάλη βουτιά και κρατώντας μπροστά σου το κουτί θα πλησιάσεις το πλοίο στα πλευρά του… Βάλε το κουτί στα πλευρά του πλοίου – έχει  μαγνήτη και θα κολλήσει- κ΄επειτα γύρνα πίσω γρήγορα στην στεριά. Εμείς θα σε περιμένουμε να μας βρείς εδώ ακριβώς που συναντιόμαστε και τώρα. Εκείνο το πλοίο δεν πρέπει  ποτέ να φύγει από το λιμάνι μας, γιέ μου, μου τόνισε ο Ελληνας. Πρέπει να πάψει να υπάρχει και σύ θα είσαι κείνος που θα το ανατινάξει.

      Ετσι και εγινε, συνέχισε την αφήγηση ο πατέρας μου. Την επόμενη μέρα, εκεί στο ξέφωτο, με περίμεναν και  μου κόλλησαν κάτω από το μαγιώ πάνω στο σώμα μου ενα μεταλλικό κουτί- σαν από κείνα με τα μπισκότα, μου εξήγησε- και εγώ πήγα ,αφου περασα μέσα από τους Γερμανούς στρατιώτες,  κολύμπησα, έκανα την βουτιά όπως μου είχαν πεί και έβαλα το κουτί στα πλαινά του πλοίου.

Οταν γύρισα πίσω, εκεί στο ξέφωτο που με περίμεναν, εκείνοι μου ζήτησαν να τους ακολουθήσω. Θα μ’επαιρναν μαζί τους , μου είπαν

Και να μην ανησυχώ..πως είχαν ενημερώσει τους δικούς μου

Κι όταν εγώ αρνήθηκα, γιατί δεν καταλάβαινα το γιατί, ο Ελληνας ο αξιωματικός με χτύπησε με τον υποκόπανο του όπλου του στο κεφάλι. Δεν θυμάμαι από κεί και πέρα τίποτε άλλο ει μή που ξύπνησα σε ένα σπίτι πάνω στα βουνά.

‘Ηταν την επομενη μέρα που είπαν συγκινημένοι ότι τα είχα καταφέρει, οτι το Γερμανικό πλοίο είχε τιναχθεί άπό την μπόμπα όλο στον αέρα και οτι μετά  είχε βυθισθεί στο βυθό του λιμανιού… Να φαντασθείς –μου έλεγε- ήταν τόση η χαρά τους που με φιλούσαν όλοι τους και μετά με σήκωσαν στα χέρια-

      Τότε ήταν , μου είπε, που μου εξήγησαν τι ήταν εκείνο το πλοίο. Ηταν το πλοίο αυτό , γιέ μου, μου είπαν, το μεγαλύτερο πλοίο των Γερμανών γεμάτο όλο πολεμοφόδια που το προώριζαν για το Στάλινγκραντ όπου το πολιορκούν. Το είχαν κρύψει στο μικρό λιμάνι του Αιγίου γιατί εμείς κάναμε δολιοφθορές στα πλοία τους στα μεγάλα λιμάνια ,σαν του Πειραιά, όπου τα είχαν αγκυροβολιμένα. Ετσι κι αυτοι θέλοντας να προστατεύσουν αυτό το πλοίο, όπως και άλλα μεγάλα τους τέτοια πλοία αλλού- το είχαν “κρύψει” στο μικρό σας λιμάνι και το φρουρούσαν μέχρι ναρθεί η ώρα να αποπλεύσει.

Σιώπησε για λίγο, θυμάμαι ο πατέρας μου και αχνοχαμογέλασε. Ημουν το τιμώμενο πρόσωπο για καιρό εκεί , μου είπε . Στήσανε γιορτή γιαυτό που είχα κάνει.

‘Εμεινα, συνέχισε, ενα ολάκερο χρόνο εκεί μαζί τους μέχρι που μου επέτρεψαν να γυρίσω πίσω”

Και, τότε ήταν που τον ρώτησα : Δεν φοβήθηκες πατέρα, σαν τόκανες όλο αυτό; Δεν φοβήθηκες πως μπορεί να πέθαινες..

Εκείνος σώπασε για λίγο σαν μόλις εκείνη την στιγμή να το πρωτοσκεφτόταν…

-    Μπα.., μου απάντησε .Ούτε και μου πήγε στο μυαλό, μου είπε.. Παιδί ήμουν. ¨Ομως, ήξερα γιατί το έκανα!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: