Το λιβάδι με τις παπαρούνες


                                                                                “Κι είναι ο χρόνος η κινούμενη μορφή της                                                                                                 ακίνητης αιωνιότητας”

                                                                                                                                                                                                                                         Jean Jacques Rousseau

             ανοιξη4

                                          ΄Ήταν, θυμάμαι, μια  Άνοιξη. Πολλά χρόνια πριν. Κι ήταν στο γιόμισμά της. Ήταν  λίγο μετά το μεσημέρι. . Ο πατέρας μου οδηγούσε το αυτοκίνητο καθώς κατεβαίναμε απ’ το βουνό. Φιδίσιος ο δρόμος, μυρωδάτος ο αέρας, κι ερημιά γύρω.

                             Στις δυο μεριές του δρόμου,  δέντρα μας ντύναν με την σκιά τους. Κρυμμένα μέσα στα φυλλώματα τα κελαηδήματα των πουλιών ενώνονταν με το  γουργούρισμα της μηχανής τ’ αυτοκινήτου. Έκανε ζέστη. Ανοιξιάτικη ζέστη, εκείνη η ωραία με  την   φρεσκάδα την βουνίσια. Δεν μιλούσαμε, είχαμε ησυχία, εκείνης την ράθυμης, νυσταγμένης παύσης. Τότε και στο έβγα μιας ακόμη στροφής, ήλθε ο ήλιος λαμπερός μες στα μάτια μου. Με τύφλωσε. τα δέντρα ξωπίσω μας μας είχαν παραδώσει σ΄ αυτόν. Από την μια μεριά του δρόμου, εκεί υψώνονταν λοφίσκοι, ντυμένοι στο πράσινο. Κοίταξα και από την άλλη μεριά.Και τότε το είδα. Ένα απέραντο λιβάδι ολόγιομο παπαρούνες. Κόκκινες παπαρούνες, πανύψηλες. Κι’ ανενόχλητες αναδεύονταν στο ελαφρύ αεράκι , στην απλωσιά του λιβαδιού. Πέρα στο βάθος στραφτάλιζε η θάλασσα απ’ τον ήλιο και ενωνόταν στον ορίζοντα με ένα ουρανό αχνογάλανο , πεντάφωτο, χωρίς ένα ισχνός άσπρου μικρού σύγνεφου πάνω του. Έμεινα έκθαμβη.Κι άρχισα να φωνάζω μες στην ησυχία..Κοίτα, κοίτα!!!

Του πατέρα μου κόντεψε να του φύγει το τιμόνι. Αιφνιδιάστηκε από την φωνή μου και με ρώτησε ενοχλημένος. – Τι να δω παιδάκι μου;; Η μάνα πίσω και η μικρή μας η Νικολέττα – θάταν, δεν θάταν οκτώ χρονώ τότε-αναδεύτηκαν από την χαύνη τους.

Μα, εγώ δεν μπορούσα ν’ απαντήσω. Έχανα την στιγμή!!Κοίτα ,επαναλάμβανα, Κοιτάτε!!!

Τι να δω;;; ρωτούσε ο πατέρας κι ακολούθησε η ματιά του τα χέρια μου που είχαν ανοιχτεί προς τα κει που έβλεπα. Μα δεν είναι τίποτε εκεί, είπε απορημένος.

Μα τι είναι εκεί; ρώτησε κοιτάζοντας  κι η μάνα.

Οι παπαρούνες είναι εκεί, τους είπα. Σταμάτα το αυτοκίνητο, πατέρα του είπα. Τώρα!!

Υπάκουσε εκνευρισμένος.

Βγήκα από το αυτοκίνητο.Που πας;; μου φώναζε. Κόντεψες να μας σκοτώσεις!!!

Πάω να μπω μέσα,απάντησα ενώ έτρεχα προς το λιβάδι.

Και χώθηκα στις παπαρούνες. Μ’ έφταναν, το θυμάμαι αυτό, κοντά στους αγκώνες. Τόσο ψηλές. Βασίλισσες του πράσινου και του γαλάζιου. Η μια δίπλα στην άλλη, πυκνορθωμένες, γιόμιζαν, στην διάβα μου αναμεσίς τους, τον αέρα γύρω μου με εκείνη την υπέροχη ιδιαίτερη ευωδιά τους.Κι ήταν κι η γης που πατούσα που ανέδυε τ’ άρωμά της . Πέρασα τα δάχτυλά μου πάνωθέ τους. Ευφορία!!

Ήταν το παιδί που μ’ ακολούθησε πρώτο. Μπήκε μέσα τους και χάθηκε στο κόκκινο..Κι έπειτα από κάμποσο κι οι γονείς. Όλοι μας, μες στις παπαρούνες  του λιβαδιού. Έστησα χορό αυτοσχέδιο κι η μικρή μας γελούσε και χόρευε κι αυτή. Τα μάτια της έλαμπαν, πράσινα διαμάντια π ’αντανακλούσαν φως. Οι γονείς μου άρχισαν  να το φχαριστιούνται, γελούσαν βλέποντάς μας, απολάμβαναν τις στιγμές.  Η μικρή μου πήγε να κόψει μερικές. Αστε τες τις είπα.’Αστε τες να ζήσουν για πόσο τους είναι. Μην τις χαλάς. Θα μαραζώσουν αμέσως αμα τις κόψεις! Και τα πέταλά τους θα σκορπιστούν.και συ , θα λυπηθείς. Αστες να τις χαιρόμαστε, εμείς και όσοι περνάνε από δω..Με κοίταξε κ’ ησυχα  τις άφησε..σα ναχε ντραπεί για την βιά της.

Δεν ξέρω, να πω, πόσο μείναμε σε εκείνο το λιβάδι, μα , σαν βγήκαμε απ’ αυτό, το ράθυμο της νύστας μας του μεσημεριού, είχε χαθεί. Οι παπαρούνες μας είχαν δώσει χαρά κι ενέργεια τόση ώστε να γιομίσουν το υπόλοιπο του ταξιδιού και μέχρι το σπίτι. Και εμείς, από κείνη την ώρα  μοιραζόμασταν την ομορφιά του  ο,τι περνούσε μες από τα μάτια μας..

Σταλαματιά γλύκας πίσω στον χρόνο αυτή.. Κι ήρθε πίσω από τα μάτια μου σαν είδα μια εικόνα με παπαρούνες..

Δεν μπορώ πιά να τις μοιραστώ μαζί τους τις στιγμές εκείνες. Έχουν φύγει όλοι τους στην πέρα χώρα.Πρώτα το παιδί, μετά ο πατέρας και στερνά η μάνα.

Τώρα, πίσω από αυτές τις γραμμές, μένουν οι στιγμές εκείνες, οι πολύτιμες, που τις μοιράζομαι μαζί σας.

Γιατί η Ομορφιά είναι να μοιράζεται.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s