Κι αλήθεια είναι


ZLATIBOR is a mountain

Πρωϊνό Σαββάτου, σήμερα. Η ημέρα ξάστερη, μυρωδάτη. Η άνοιξη χορεύει δίπλα μου, λιόλουστη. Τοιμάζομαι να βγω έξω, να σεργιανίσω. Βρήκα και δικαιολογία στον εαυτό μου για ν’ αποφύγω τα “πρέπει” της μέρας μου..έστω για λίγο.

Χτες ήμουν στα ψηλά. Για δουλειά. Είχα ξεκινήσει νύχτα ακόμη, πριν το ξημέρωμα. Αχ! Κι είχα να δω το ξύπνημά της στην ανοιχτή την φύση, τόσο καιρό! Κι εκεί π’ ανέβαινα το βουνό μύριζα το έλατο και το θρούμπι. Κι εκεί που ο ήλιος βασιλιάς έλαμπε στο στερέωμα, λίγο πιο κει η ομίχλη από την δροσιά τον έκρυβε και γοήτευε τον τόπο..κι εμένα. Μπήκα μέσα στον χορό τους και χόρευα και εγώ. Από μέσα μου.

Κι έφτασα στην μικρή πόλη, πάνω στο βουνό.  Υπέροχη η λιακάδα! Στραποβολούσαν τα πλακόστρωτα, ρίχναν’  τις σκιές τους τα πλατανόφυλλα καθώς παιγνίδιζαν στο αεράκι  πάνω στις κόκκινες καρέκλες στο ανοιχτό καφενεδάκι. Κι εγώ μέσα σ’ όλη  τούτη την ομορφιά, αργοπίνοντας το ζεστό τον καφέ μου κατ’ από τον γεροπλάτανο, δεν χόρταινα ν’ ανασαίνω τον βουνίσιο αέρα, τόσο αλλιώτικο από τον θαλασσινό, εκεί που μένω. Είχα ξεχάσει την φρεσκάδα του, την καθαρότητά του ! Πόσο τα είχα στερηθεί όλα αυτά.

Άπλωσα την ματιά μου  στον ανοιχτό ορίζοντα γύρω μου εκεί που  το γαλανό τ’ ουρανού απάγκιαζε στ’ ακροβούνια,  εκεί που οι γραμμές του χιονιού ζωγράφιζαν  άσπρα ποτάμια στις κορφές τους. Χαμογέλασα. Δεν λέγαν να λειώσουν ακόμη, σκεφτόμουν, μα πόσο ακόμη θα αντιστέκονταν στον αφέντη τον ήλιο;. Οι κορυφές των ελάτων  στις πλαγιές τους  ήταν το  κάδρο τους.

Κι έπειτα, πήγα στο κτίριο.Για την δουλειά. Λιγοστός ο κόσμος στους διαδρόμους. Αντηχούσαν τα βήματά μου στα μάρμαρα. Γραμματείς σε γραφεία, σκουντουφλιασμένοι και μελαγχολικοί γράφαν’..Ούτε ένα χαμόγελο δεν μου αντιγύρισαν  καθώς τους καλημέριζα, σαν μπήκα σε ένα από αυτά. Απέναντι  στο γραφείο,  ένα μεγάλο πράσινο ξύλινο παράθυρο απ’ τα παλιά τα ωραία,  μπάζαν’ τον ήλιο και την εικόνα από τα έλατα έξω. Τα τζάμια βρώμικα.

Τι υπέροχη θέα που έχετε εδώ! Τους είπα. ..Ήταν δυο και με κοίταξαν παραξενεμένοι. Έριξαν μια ματιά αδιάφορη έξω απ’ το παράθυρο. Και,  ξαναγύρισαν στα γραπτά τους..Το ‘χετε συνηθίσει και δεν βλέπετε, παρατήρησα.

Σήκωσαν το κεφάλι τους κι αργόσυραν την ματιά τους έξω και σε μένα..Ναι..μου απάντησε χαμηλόφωνα σα ντροπιασμένη,  η μια απ’ αυτούς. Σιωπή..Ενοχλούσα με τα λόγια μου, ενοχλούσα. Δεν είπα τίποτ’ άλλο,  τέλειωσα την δουλειά μου κι έφυγα γρήγορα από κει.

Να, αυτά αναλογίζομαι τούτο το πρωινό, λίγο πριν βγω έξω. και τα ματασκέφτηκα γιατί βρέθηκα τυχαία πιο πριν να διαβάζω τούτες τις γραμμές σ΄ ένα ποίημα της ‘Εμιλυ Ντίκινσον (Emily Elizabeth Dickinson),.

«Το Νερό, μαθαίνεται απ’ τη δίψα.
Η Στεριά – απ’ το αρμένισμα στα Πέλαγα.
Η Έκσταση – απ’ την οδύνη –
Η Ειρήνη, απ’ των πολέμων της το χρονικό –
Η Αγάπη, απ’ του τάφου το ανάγλυφο –
Τα Πουλιά, απ’ το χιόνι.»

1. blu

Κι είπα..

Κι αλήθεια είναι..

aniflow-03

Καλό Σαββατοκύριακο σε όλους!!

Και σας εύχομαι από καρδιάς να χαρείτε κείνο που’ έχετε στερηθεί μέσα σε τούτο το διήμερο!

Κινηθείτε!!!

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s