Ο όρκος «του νεκρού αδελφού»


      Ήμουν παιδούλα, στα δεκατρία μου, όταν πρωτοδιάβασα την μπαλάντα- «του Νεκρού αδελφού», αυτό το περίφημο, αριστουργηματικό δημοτικό μας τραγούδι. Κατασυγκινήθηκα και μαγεύτηκα από την ομορφιά και τον λόγο του, την άφθαστη ποιητικότητά του. Ρίγησα.. Και, μου΄μεινε από τα τότε στην μνήμη και στην ψυχή.. Γιαυτό και  θεώρησα χρέος μου να αναφερθώ εδώ σε αυτήν την πολύτιμη πολιτιστική μας αρχαία κληρονομιά που μεταφέρεται μέσα από αυτό το τραγούδι «Του νεκρού αδελφού»

Το είχα διαβάσει -θυμάμαι- σε ένα μεγάλο ογκώδη τόμο αφιερωμένο κατά το μεγαλύτερο μέρος του στα δημοτικά μας τραγούδια με την μελέτη του Νικολάου Πολίτη και την αναφορά του σε αυτό. Είχε διαφορετικό, όμως τέλος από το παρακάτω, επίσημα αναφερόμενο. Σε εκείνη την παραλλαγή του, θυμάμαι ακόμη καλά, στο τραγούδι «του Νεκρού αδελφού», η Αρετή δεν πέθαινε στο τέλος.. Είχα μείνει τότε με την απορία..Τι νάγινε η Αρετή μετά το ξεψύχισμα της μάνας πίσω από την κλειδαμπαρωμένη πόρτα, αναρωτιόμουν..; Δυστυχώς, το βιβλίο αυτό το έχω χάσει από χρόνια πολλά για να σας  το μεταφέρω από κει .. Στα σχόλια παρακάτω, κάνω μια ειδικότερη αναφορά για ένα άλλο διαφορετικό τέλος του τραγουδιού, δείτε τα αν θέλετε.

        Όμως, εδώ προέχει, όσοι δεν το ξέρετε, ή έχετε μοναχά ακουστά γιαυτό, να το ακούσετε, να το διαβάσετε το τραγούδι «Του νεκρού αδελφού» του Κωνσταντή όπου ανασηκώθηκε από τον τάφο μετά το ανακάλεσμα και το αναθεμάτισμα της μάνας του να φέρει πίσω- πως ζωντανός της είχε ορκιστεί- την κόρη της την Αρετή από τα ξένα που την είχαν παντρέψει-  Επιθυμία μου αυτή για σας, συνέλληνες ή ξένους, φίλους μου εδώ-. Είναι που το δημοτικό αυτό τραγούδι- παραλογή* στο είδος του, πιστεύω, περονιάζει την ελληνική ψυχή, μεταφέροντας προφορικά επί αιώνες σε μας τους σύγχρονους Έλληνες, μέσα από το λόγο του, τον ποιητικό και δραματικό, τις μεταφορές του και την ποίησή του, αρχαίους ελληνικούς μύθους, ελληνικά ήθη και έθιμα και δοξασίες του τόπου μας μα και αναφορά σε ιστορικά γεγονότα- όπως ο ξενιτεμός- οι επιδημίες και το θανατικό τους. Μια μπαλάντα – μοιρολόι. Γιατί, εμείς εδώ στην Ελλάδα, συνεχίζουμε όπως κι οι παλιοί- να τραγουδάμε τον Θάνατο, ακόμη και στα γλέντια μας.. Ζωή και θάνατο αντάμα να τραγουδάμε και χορεύουμε ..

Ο μεγάλος Γερμανός ποιητής, ο Γκαίτε, έγραφε κάποτε, στα 1815, στον γιό του:  «Τα νεοελληνικά δημοτικά τραγούδια είναι ό,τι πιο έξοχο γνωρίζουμε από την πλευρά της λυρικής- δραματικής- επικής ποίησης». Είναι κατ’ επέκταση, όπως εκτιμώ,  ανεπίτρεπτο να μην τα γνωρίζουμε, να μην τα τιμούμε ανάλογα τα δημοτικά μας τραγούδια- ει μη να αναφερόμαστε κυρίως στα ξενόφερτα- όχι οτι και αυτά δεν έχουν την δικιά τους ομορφιά και σημαντικότητα. Την έχουν. Αλλά, ελληνικά δημοτικά τραγούδια, τα ξενόφερτα δεν είναι..Και του «Νεκρού αδελφού» το δημοτικό μας είναι από τα εξέχοντα. Ακούστε το εδώ αποδοσμένο στην ιδιαίτερη πεντατονία της Ηπείρου μας και εμπλουτισμένο με τις παραλλαγές του, διαβάστε το, μεταφρασμένο στα αγγλικά, όπως κυρίαρχα κυκλοφορεί και απολαύστε το:

Μάνα με τους εννιά σου γιους και με τη μια σου κόρη, την κόρη τη μονάκριβη την πολυαγαπημένη,
την είχες δώδεκα χρονώ κι ήλιος δε σου την είδε!
Στα σκοτεινά την έλουζε, στ’ άφεγγα τη χτενίζει,στ’ άστρι και τον αυγερινό έπλεκε τα μαλλιά της.
Mother with your nine sons and with your only daughter, the precious the most beloved daughter.

She was twelve years old and the sun had not seen her.

In darkness she bathed her and without moonlight she is making her hair,under the star and the Bringer of Light she was tying her ribbons.

 

Christian_Krohg_001 (3).jpg

Προξενητάδες ήρθανε από τη Βαβυλώνα,
να πάρουνε την Αρετή πολύ μακριά στα ξένα.
Οι οχτώ αδερφοί δε θέλουνε κι ο Κωσταντίνος θέλει.
«Μάνα μου, κι ας τη δώσομε την Αρετή στα ξένα,
στα ξένα κει που περπατώ, στα ξένα που πηγαίνω,

αν πάμεμείς στην ξενιτιά, ξένοι να μην περνούμε.
– Φρόνιμος είσαι, Κωσταντή, μ’ άσκημα απιλογήθης.
Κι α μόρτει, γιε μου, θάνατος, κι α μόρτει, γιε μου, αρρώστια,
κι αν τύχει πίκρα γή χαρά, ποιος πάει να μου τη φέρει;

Βάλλω τον ουρανό κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,

αν τύχει κι έρτει θάνατος, αν τύχει κι έρτει αρρώστια,

αν τύχει πίκρα γή χαρά, εγώ να σου τη φέρω».

 

They’ve sent men from Babylon to ask her as a bride,

to take Arete too far away in the foreign lands.

The eight brothers don’t want and Constantine wants.

-My mother lets give Arete as a bride to the foreign lands.

Abroad, there that I am walking, in the foreign lands that I am travelling,

And if we go abroad, not to be considered foreigners.

-You are wise Constantis, but you replied wrongly.

And if, my son, to me comes death, and if, my son, illness happens to come to me,

If bitterness or joy comes, who will go to bring her back to me?

I quote the Heaven as judge and the Saints as witnesses,

if death happens to come, if happens to come illness,

if bitterness or joy comes, I will go to bring her to you.

 

Και σαν την επαντρέψανε την Αρετή στα ξένα,
κι εμπήκε χρόνος δίσεχτος και μήνες οργισμένοι
κι έπεσε το θανατικό, κι οι εννιά αδερφοί πεθάναν,

βρέθηκε η μάνα μοναχή σαν καλαμιά στον κάμπο.
Σόλα τα μνήματα έκλαιγε, σόλα μοιρολογιόταν,
στου Κωσταντίνου το μνημειό ανέσπα τα μαλλιά της.
«
Ανάθεμά σε, Κωσταντή, και μυριανάθεμά σε,
οπού μου την εξόριζες την Αρετή στα ξένα!

το τάξιμο που μουταξες, πότε θα μου το κάμεις;
Τον ουρανόβαλες κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,
αν τύχει πίκρα γή χαρά, να πας να μου τη φέρεις».

 

And once they gave Arete as bride in the foreign lands

and years of misery and months of anger came

and death fell upon them and the nine brothers died

the mother was left all alone.

In all the graves she was crying, in all she was mourning

In front of Constantine’s grave she was pulling her hair off.

“Damn you, Constantis, and damn you a myriad times,

cause you exiled my Arete in the foreign lands!

The promise that you gave me when will you fulfil?

You quoted the Heaven as judge and the Saints as witnesses

that if bitterness or joy comes, you will go to bring her to me”

 

Από το μυριανάθεμα και τη βαριά κατάρα,
η γης αναταράχτηκε κι ο Κωσταντής εβγήκε.

Κάνει το σύγνεφο άλογο και τάστρο χαλινάρι,
και το φεγγάρι συντροφιά και πάει να της τη φέρει.

Παίρνει τα όρη πίσω του και τα βουνά μπροστά του

Βρίσκει την κι εχτενίζουνταν όξου στο φεγγαράκι.
Από μακριά τη χαιρετά κι από κοντά της λέγει:

«Άιντε, αδερφή, να φύγομε, στη μάνα μας να πάμε.
–   Αλίμονο, αδερφάκι μου, και τι είναι τούτη η ώρα;
Αν ίσως κι είναι για χαρά, να στολιστώ και ναρθω

κι αν είναι πίκρα, πες μου το, να βάλω μαύρα ναρθω.
– Έλα, Αρετή, στο σπίτι μας, κι ας είσαι όπως και αν είσαι».

Κοντολυγίζει τάλογο και πίσω την καθίζει.

 

From the myriad anathemas and the heavy curse,

the earth was shaken and Constantis came out.

He turns the cloud into horse and the stars into bridle

and the moon into companion and goes to bring her back.

He leaves the hills behind him and the mountains in front.

He finds her making her hair out, under the moonlight.

From far away he greets her and from a close distance he tells her:

-Stand up sister to leave, lets go to our mother.

-Alas, my brother, and why that time of the night?

If maybe it is cause of joy, I should wear my jewels and come

and if it is cause of bitterness, tell me that, to get dressed in black and come.

-Come Arete in our home and let it be the way you are.

He kneels the horse and makes her sit behind.

 

Στη στράτα που διαβαίνανε πουλάκια κιλαηδούσαν,
δεν κιλαηδούσαν σαν πουλιά, μήτε σαν χελιδόνια,
μόν’ κιλαηδούσαν κι έλεγαν ανθρωπινή ομιλία:
«Ποιος είδε κόρην όμορφη να σέρνει ο πεθαμένος!

–   Άκουσες, Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια;
–   Πουλάκια είναι κι ας κιλαηδούν, πουλάκια είναι κι ας λένε».
Και παρεκεί που πάγαιναν κι άλλα πουλιά τούς λένε:
«Δεν είναι κρίμα κι άδικο, παράξενο μεγάλο,
να περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους!

–   Άκουσες, Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια;
πως περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους.
–   Απρίλης είναι και λαλούν και Μάης και φωλεύουν.
–  Φοβούμαι σ’, αδερφάκι μου, και λιβανιές μυρίζεις.
– Εχτές βραδίς επήγαμε πέρα στον Αϊ-Γιάννη,κι εθύμιασέ μας ο παπάς με περισσό λιβάνι».,

In the way they were going, little birds were singing.

They were not singing like birds, nor like swallows,

but they were only singing and saying with human voice:

“Who has seen a beautiful lady being led by the dead?”!

-Did you hear, my Constantine, what the little birds are saying?

-They are little birds and let them sing, they are little birds and let them say.

And a little further on their way other little birds are telling them:

“Isn’t pity and unfair, very strange,

the alive to walk along with the dead?”!

-Did you hear, my Constantine, what the little birds are saying?

That the alive walk along with the dead.

-It is April and they sing and May and they are nesting.

-I am afraid of you my brother and you smell frankincense.

-Last night we went far away to Saint John’s and the priest incensed us with too much frankincense

 

 

Και παρεμπρός που πήγανε, κι άλλα πουλιά τούς λένε:
«Για ιδές θάμα κι αντίθαμα που γίνεται στον κόσμο,
τέτοια πανώρια λυγερή να σέρνει ο πεθαμένος!»
Τ’ άκουσε πάλι η Αρετή κι εράγισε η καρδιά της.

«Άκουσες, Κωσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια;
–   Άφησ’, Αρέτω, τα πουλιά κι ό,τι κι α θέλ’ ας λέγουν.
–   Πες μου, πού είναι τα κάλλη σου, και πού είν’ η λεβεντιά σου,
και τα ξανθά σου τα μαλλιά και τ’ όμορφο μουστάκι;
– Έχω καιρό π’ αρρώστησα και πέσαν τα μαλλιά μου».

Αυτού σιμά, αυτού κοντά στην εκκλησιά προφτάνουν.
Βαριά χτυπά τ’ αλόγου του κι απ’ εμπροστά της χάθη.
Κι ακούει την πλάκα και βροντά, το χώμα και βοΐζει.

 

And even later on their way more little birds are telling them:

“Look what a miracle and evil takes place in the world,

such a beautiful delicate lady being led by the dead!”

Arete heard that again and her heart was broken.

-Did you hear, my Constantine, what the little birds are saying?

-Stop Arete talking about the birds and let them say whatever they want!

-Tell me where is your beauty and your manfulness

and your blonde hair and the beautiful moustache?

-It’s been a long time since I got ill and my hair has fallen.

Over there, near there, they arrive to the church.

He mightily hits his horse and is lost from in front of her.

And she hears the gravestone clashing, the soil buzzin

 

Κινάει και πάει η Αρετή στο σπίτι μοναχή της.
Βλέπει τους κήπους της γυμνούς, τα δέντρα μαραμένα

βλέπει το μπάλσαμο ξερό, το καρυοφύλλι μαύρο,
βλέπει μπροστά στην πόρτα της χορτάρια φυτρωμένα.
Βρίσκει την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα,
και τα σπιτοπαράθυρα σφιχτά μανταλωμένα.
Κτυπά την πόρτα δυνατά, τα παραθύρια τρίζουν.

«Αν είσαι φίλος διάβαινε, κι αν είσαι εχτρός μου φύγε,
κι αν είσαι ο Πικροχάροντας, άλλα παιδιά δεν έχω,
κι η δόλια η Αρετούλα μου λείπει μακριά στα ξένα.
–   Σήκω, μανούλα μου, άνοιξε, σήκω, γλυκιά μου μάνα.
– Ποιος είν’ αυτός που μου χτυπάει και με φωνάζει μάνα;

–   Άνοιξε, μάνα μου, άνοιξε κι εγώ είμαι η Αρετή σου».

Κατέβηκε, αγκαλιάστηκαν κι απέθαναν κι οι δύο.

 

Arete sets off and goes home by herself.

She sees her gardens leafless, the trees sickly

she sees the mint dried, the carnation turned black

she sees in front of her door grass having grown.

She finds the door locked and the keys having been taken

and the windows of the house been tightly bolted.

She knocks the door mightily, the windows are crunching.

-If you are a friend, come in, and if you are an enemy, go away

and if you are bitter Charon, I don’t have more sons

and my poor little Arete is far away in the foreign lands.

-Stand up my mother, open the door, stand up my sweet mother.

-Who is the one who knocks my door and calls me “mother”?

-Open the door, my mother, open it and it is me, your Arete.

She came down, they hugged and they both fell dead.

 

1. blu

ανοιχτό βιβλίοΑ) Παραλογές: «Οι παραλογές είναι πολύστιχα αφηγηματικά τραγούδια, όπου το επικό στοιχείο αναμειγνύεται με το λυρικό και το δραματικό. Αφηγούνται δραματικές κυρίως περιπέτειες της ανθρώπινης ζωής με έντονη την παρουσία του παραμυθικού στοιχείου.  Τρεις είναι οι κυριότερες πηγές από τις οποίες αντλούνται οι υποθέσεις τους:

1.από αρχαίους μύθους και παραδόσεις σχετικά με αγίους, δράκους, στοιχειά, βασιλιάδες και πρίγκιπες, δαιμονικές μορφές και άλλα δημιουργήματα της λαϊκής φαντασίας (οι ωραιότερες και πιο διαδεδομένες από την ομάδα αυτή είναι «Του νεκρού αδελφού» και «Του γεφυριού της Άρτας», όπου κυριαρχεί το δραματικό στοιχείο).
2.από περιστατικά της κοινωνικής ζωής, τα οποία προκαλούν συγκίνηση στο λαό, όπως είναι οι ερωτικές ή οικογενειακές τραγωδίες (άτυχοι έρωτες, φόνοι, εκδικήσεις, προδοσίες, σκάνδαλα ηθικού περιεχομένου, ναυάγια πλοίων κ.ά).
3. από εθνικές και ιστορικές μνήμες, που αναφέρονται σε πολέμους, λεηλασίες, σφαγές κτλ.» Από άρθρο της φιλολόγου κ. Σοφίας Ζερδέλη..

Η ετυμολογία της λέξης «παραλογή» παραπέμπει στις ποικίλες εκδοχές, παραλλαγές, προσαρμογές, ποικιλίες των δημοτικών ασμάτων. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι ο όρος «παραλογή» συνδέεται εννοιολογικά με το παράλογο και το υπέρλογο, κάτι που υπερβαίνει το υλικό, το καθημερινό και το συνηθισμένο και μας αποκαλύπτει μιαν άλλη αλήθεια, με την παρέμβαση μιας συμπαντικής δύναμης που μετουσιώνει την πραγματικότητα και θέτει νέους όρους θυσίας, προσφοράς, δικαιοσύνης και αποδοχής. Σύμφωνα με την άποψη του Γάλλου φιλολόγου, ιστορικού και μέλους της Γαλλικής Ακαδημίας Claude Fauriel- μελετητή και μεταφραστή των ελληνικών δημοτικών τραγουδιών-,ο οποίος και το έτος 1825 πρωτοδημοσίευσε το τραγούδι «του νεκρού αδελφού με τον τίτλο «Η νυχτερινή περπατησιά», τα δημοτικά τραγούδια έλκουν την καταγωγή τους από την αρχαία ελληνική λαϊκή ποίηση. Η καταγωγή τους βρίσκεται στις ρίζες του λαϊκού πολιτισμού, στην αρχαία Ελλάδα και τη μυθική παράδοση. Η συγγένειά τους με παρόμοια αφηγηματικά μοτίβα σε ποιητική ή πεζή μορφή άλλων μεσογειακών και κυρίως βαλκανικών λαών ενισχύει την υπόθεση για την αρχαιότατη προέλευσή τους Το ελληνικό δημοτικό τραγούδι αναπτύχθηκε παράλληλα με την βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική και διαδόθηκε κυρίως με προφορικά μέσα ( κυρίως μετά το 1204 μ.Χ)

Ας σημειώσω εδώ οτι το παραπάνω δημοτικό τραγούδι που είναι ειπωμένο σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο στην ελληνική του αυτή έκφραση, κυριαρχεί το δραματικό, θεατρόμορφο στοιχείο- χαρακτηριστικά που διέπουν και άλλα δημοτικά μας τραγούδια ενώ στους άλλους βαλκανικούς λαούς που το θεματικό του τραγουδιού αποδίδεται σε άλλες παραλλαγές – δείτε την βουλγάρικη και την αλβανική εδώ- κυριαρχεί το λυρικό στοιχείο.

Μπορείτε να διαβάσετε σε αυτήν εδώ την διπλωματική εργασία ειδικότερα για τον τόπο γέννησης του τραγουδιού, την μεγάλη διαφορά με την Σερβική παραλλαγή του η οποία συμπεριλαμβάνεται, καθώς και πολλά άλλα λίαν ενδιαφέροντα

Β) Για το διαφορετικό τέλος του τραγουδιού: «Στην κρητική παραλλαγή ο Κριάρης παραθέτει το τραγούδι σε δυο υπο-παραλλαγές, στις οποίες διαφέρει το τέλος. Η μια «Κι εσφιχταγκαλιάστηκαν κι ευτύς εξεψυχήσαν», ενώ στην άλλη η Αρετή δείχνει την απόδειξη που της ζήτησε η μάνα για να την αναγνωρίσει, η μάνα ανοίγει,

                «μα ώστε να καλογνωριστούν απόθανεν η μάνα,

                κι απόμεινεν η γι Αρετή έρημη και παντέρμη»

Εδώ ο αφηγητής συνεχίζει και διηγείται την επόμενη τύχη της Αρετής η οποία είναι μια μεταμόρφωση που η Αρετή επιθυμεί.

                «—Θέ μου, και κάμε με πουλί, πουλί και λωλοπούλι.

                για να γυρίζω στα στενά να κλαίω τσ’ αδερφούς μου.

                Κι ο Θιός την ελυπήθηκε, σαν αστραπή την κάνει»

Σε μερικές παραλλαγές γίνεται η Αρετή κουκουβάγια, νυκτόβιο πουλί το οποίο –στην λαϊκή μυθολογία- συνδέεται με την ερήμωση, την καταστροφή και τον θάνατο. Άλλοτε μεταμορφώνονται στο πουλί αυτό και οι δυο (μάνα και κόρη), όπως και στις αντίστοιχες παραδόσεις. Σύμφωνα με τον Μ.  Δερμιτζάκη «η αναγνώριση αποτελεί ένα από τα κύρια μυθοπλαστικά εφέ στην τραγωδία. Από τότε η χρήση της ξέπεσε σε λαϊκού είδους μυθοπλασίες, μυθιστορίες παραλογοτεχνία και σήριαλ, ενώ στη λογοτεχνία σχεδόν απουσιάζει».

Ο Πολίτης πιστεύει πως η παράδοση έγινε με βάση αυτό το δημοτικό τραγούδι. Επειδή ο θάνατος της μητέρας και της κόρης είναι αδικαιολόγητος, τον θεωρεί μεταγενέστερη προσθήκη. Κατά τη γνώμη του στο αρχέτυπο του άσματος βρισκότανε η μεταμόρφωση σε κουκουβάγια: «Τοιαύτη λύσις και τεχνικωτέρα είναι, και συμφώνως καθόλου ταις μυθολογικαίς παραστάσεσι του ημετέρου λαού, καθ’ ας η μεταμόρφωσις επέρχεται η προς τιμωρίαν στυγερού εγκλήματος ή προς απαλλαγήν αναξιοπαθούντος από μεγίστης οδύνης και θλίψεως».  Πηγή μου: Από ομιλία του λογοτέχνη και δημοσιογράφου Αλέξη Γκλαβά στην Εταιρεία λογοτεχνών Νοτιοδυτικής Ελλάδας και περισσότερα και αναλυτικότερα  εδώ.

1. blu

 

 

4 σκέψεις σχετικά με το “Ο όρκος «του νεκρού αδελφού»

  1. Υπέροχο Βεατρίκη μου, υπέροχες και όλες οι εκδοχές του τραγουδιού όπως και η έννοια της «παραλογής»!
    Είχα ακουστά για αυτό το δημοτικό τραγούδι, χωρίς να γνωρίζω την ιστορία που με άφησε με την αίσθηση μιας Ελλάδας μόχθου, πόνου, ξεσηκωμού, φτώχειας αλλά και ανδροκρατούμενης όμως παράδοσης!
    Μάθημα και για την ίδια που μεγάλωσα με Δυτικές επιρροές λόγω γονιών… τελικά, έμεινα με μια γλυκόπικρη γεύση ματαιότητας αλλά συγχρόνως και με την όμορφη αίσθηση του αρχαίου Ελληνικού δράματος!

    Καλό μας βραδάκι πάντα με πολλά ΑΦιλιά καρδιάς!

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Χαίρομαι που συνεισέφερα στο να σου γίνει γνωστό το τραγούδι , Στεφανία μου. Όντως, εξελίσσεται η αφήγηση σε μια κοινωνία ανδροκρατουμενη που η κόρη δεν έχει καν λόγο ούτε ποιον θα παντρεφτεί . Το αποφάσιζαν γιαυτή οι γονείς- ο πατέρας που στην περίπτωση του τραγουδιού είναι απων- και αποφασίζουν γιαυτή και με βάση τον σκοπό τους η μάνα με τα αρσενικά τα αδέλφια της,..Η Αρετή, η κόρη είναι το αθώο πλάσμα αυτής της ιστορίας.. Ο αδελφός της ο Κωνσταντής, την ξεγελούσε και δεν της έλεγε οτι ήταν πεθαμένος ούτε γιατί την ήθελε η μάνα τους. Γιατί να πεθάνει και αυτή;; Είπαν πως δικαιολογείται επειδή ταξίδεψε με νεκρό και παραβιάστηκαν έτσι οι φυσικοί νόμοι..Μα, δεν γνώριζε, γιατί ο θάνατός της τότε;;
      Κοίτα και το Σέρβικο τραγούδι, πόσο διαφορετικά δίνει την ιστορία όπου δίνει την ευθύνη στην Αρετή. Εδώ η Αρετή ονομάζεται Γελίτσα και ο Κωνσταντής, Γιόβαν. Θεωρείται οτι είναι το ωραιότερο:
      ΣΕΡΒΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

      4.1. Κείμενο

      ΤΟΥ ΓΙΟΒΑΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΕΛΙΤΣΑΣ[96]

      Μια φορά ανθούσαν μίας μάνας
      πολυαγαπημένα εννιά αγόρια,
      κι ύστερη, μονάκριβη η Γέλιτσα.
      Τους ανάστησ’ όλους, και οι γιοί της
      5 έφθασαν σε γάμου ηλικία,
      κι ήρθε και η κόρη στον καιρό της,
      και πολλοί γαμπροί τηνε γυρεύαν.
      Ένας ήταν Μπάνος[97] και αφέντης,
      ένας άλλος ήταν καπετάνιος,
      10 και ο τρίτος ήταν χωριανός των.
      Ήθελεν η μάνα το χωριάτη,
      μα τον Μπάνο οι γιοί της προτιμούσαν,
      που μακριά από ξένη ήρθε χώρα.

      — Σύρε, λένε, της καλαδερφής των,
      15 σύρε με τον Μπάνο, αδερφούλα,
      πέρα εις τον ξένο τόπο σύρε.
      Θά ’ρχονται τ’ αδέρφια να σε βλέπουν,
      θά ’ρχονται στο χρόνο ένα φεγγάρι,
      και μια εβδομάδα στο φεγγάρι.

      20 Τ’ άκουσεν αυτά η αδερφή των,
      πέρα με τον Μπάνο πάει στα ξένα.
      Μα μεγάλο θαύμα γίνη τότες.
      Ήρθε μαύρη του θεού πανούκλα,
      τα εννιά τ’ αδέρφια τα θερίζει,
      25 κι έρημη, μονάχη μένει η μάνα.
      Έτσι επεράσαν τρία χρόνια,
      θλιβερά εστάναζ’ η Γελίτσα.
      — «Ουρανέ μου, τί μεγάλο θάμα!
      Τί κακό στ’ αδέρφια μ’ έχω κάμει,
      30 που ποτέ δεν ήρθαν νά με ιδούνε!»
      Και oι συννυφάδες τη μαλώναν.
      — Άκληρη! δε θέλουν να σε ξέρουν,
      και γι’ αυτό να σε ιδούν δεν κινάνε!

      Θλιβερά στενάζει η Γελίτσα,
      35 θλιβερά στενάζει μέρα νύχτα,
      ως π’ ο θεός ψηλά την ελυπήθη
      και σε δυο αγγέλους του φωνάζει·

      — Σύρτε, άγγελοί μου, σύρτε κάτω,
      εις το άσπρο μνήμα του Γιαννάκη,
      40 του Γιαννάκη του μικρού αδερφού της.
      Βάλτε του ψυχή απ’ την ψυχή σας,
      φτιάστε του άλογο την άσπρη πλάκα,
      και χαρίσματα το σάβανό του,
      για να πάει να ιδει τη Γελίτσα.
      45 Τρέξαν oι αγγέλοι του Κυρίου,
      εις το άσπρο μνήμα του Γιαννάκη.
      Απ’ τή πλάκα φτιάνουν τ’ άλογό του,
      βάνουν και ψυχή στο παλικάρι·
      απ’ της γής το χώμα άρτους πλάθουν,
      50 κι απ’ τό σάβανό του τα κανίσκια,
      για να πάει να ιδει τη Γελίτσα.

      Τρέχει γλήγορα το παλικάρι,
      κι ως το σπίτι είδε, αγναντεύει
      από μακριά την αδερφή του·
      55 πριν να φθάσει, εχύθη η Γελίτσα
      για να τον δεχτεί τον αδερφό της·
      τον σφιχταγκαλιάζει και στενάζει,
      και με πόνο κλαίει και του λέει.
      — Γιάννη μου, το λόγο δεν θυμάσαι,
      60 που μου δίνατ’, όταν ήμουν κόρη,
      που μου δίνατ’ όλα μου τ’ άδέρφια,
      πως συχνά θα ’ρχόστε στη Γελίτσα,
      θά ’ρχεστε στο χρόνο ένα φεγγάρι,
      και μια εβδομάδα στο φεγγάρι;
      65 Τώρα επεράσαν τρία χρόνια
      και κανείς δεν ήρθε για να με ιδει.
      Και του λέει πάλι η Γελίτσα.
      — Πές μου, πώς εγίνης τόσο μαύρος,
      σα να βγήκες μέσα ’πο το μνήμα;
      70 Το παιδί ο Γιάννης λέει τότε.
      — Mη μου λές, Γελίτσα, τέτοια λόγια,
      τι κακό μεγάλο με εβρήκε.
      Οι οχτώ αδερφοί μας παντρευτήκαν,
      και οχτώ νυφάδες συγυριούσα,
      75 κι εννιά άσπρα σπίτια χτίσαμ’ όλοι,
      και γι’ αυτό με βλέπεις τόσο μαύρο.

      Τρεις ημέρες άσπρες επεράσαν,
      για ταξίδ’ ή κόρη ετοιμαζόταν·
      πλούσια χαρίσματα ετοιμάζει,
      80 για τους αδερφούς και τις νυφάδες·
      για τους ακριβούς τους αδερφούς της,
      φορεσιές ’τοιμάζει από μετάξι,
      βέρες, δαχτυλίδια για τις νύφες.
      Την εμπόδιζ’ όμως ο Γιαννάκης.
      85 — Μην ερθείς μαζί μου, αδερφούλα,
      μείνε και λιγάκι ανάμεινέ μας,
      νά ’ρθουν οι αδερφοί μας να σε ιδούνε.
      Δεν τον άκουσ’ όμως η Γελίτσα,
      τα χαρίσματά της έφτιασ’ όλα.

      90 Το λοιπόν ο Γιάννης ξεκινάει
      και μ’ αυτόν η δόλια η Γελίτσα.
      Πριν κοντοζυγώσουν εις το σπίτι,
      φτάνουν μπρος σ’ έν’ άσπρο ρημοκλήσι.
      Στέκεται ο Γιάννης και της λέει.
      95 — Μια στιγμή καρτέρει, αδερφούλα,
      ως να πάου στ’ άσπρο ρημοκλήσι,
      το χρυσό δαχτύλι νά ’βρω μέσα,
      το χρυσό δαχτύλι, που μου χάθη
      στ’ άδερφου τους γάμους του μεσαίου.
      100 Και στο μνήμα πάει ο Γιαννάκης,
      και καιρό στεκόταν η Γελίτσα,
      και τον αδελφό της καρτερούσε.

      Καρτερούσε κι ύστερα μονάχη,
      το παιδί το Γιάννη πάει νά ’βρει.
      105 Μπρος στην εκκλησία βλέπει τάφους,
      έγκαιρα σκαμμένους ένα πλήθος,
      και στον τάφ’ απάνω τ’ άδερφου της,
      πόνος κοφτερός τηνε θερίζει.

      Πάει στ’ άσπρο σπίτι της τρεχάτη
      110 και να κράζει κούκος μέσ’ ακούει·
      κείνο λάλημα δεν ήταν κούκου,
      μόν’ της μάνας ήταν μοιρολόγι.
      Έσυρ’ απ’ τον άσπρο το λαιμό της,
      έσυρε στριγκή φωνήν η κόρη.
      115 — Άνοιξε τη θύρα, δόλια μάνα.
      Κι αποκρίθ’ η μάνα από μέσα.
      — Πήγαινε, Πανούκλα του Κυρίου!
      Όλοι κι oι εννιά μου γιοί πεθάναν
      ήρθες και τη γριά να πάρεις μάνα;
      120 Και της αποκρίνετ’ η Γελίτσα.
      — Άνοιξε τη θύρα, δόλια μάνα,
      δεν είν’ η Πανούκλα του Κυρίου,
      μόν’ η ακριβή σου είναι κόρη.

      Τρέχει και τη θύρα ανοίγ’ η μάνα,
      125 δέρνεται, στενάζει σαν τον κούκο,
      σφιχτοαγκαλιάζονται κι oι δύο,
      και νεκρές κι οι δύο πέφτουν χάμω.

      Αρέσει σε 1 άτομο

  2. Ευχαριστώ Βεατρίκη και για την δεύτερη Σέρβικη εκδοχή που και αυτή είναι εξ ίσου δραματική, αλλά προτιμώ την Ελληνική, μάλλον γιατί καθώς διάβαζα το ποίημα οι εικόνες που γεννιόντουσαν στον νου μου, είχαν Ελληνικό χρώμα! 😉

    Αρέσει σε 1 άτομο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.