Κωστής Παλαμάς, ο ποιητής :«…ν’ αντιβογκήσει τ’ όνομά του η οικουμένη!»


Στις 27 Φεβρουαρίου του 1943, φεύγει για το τελευταίο του ταξίδι ο Κωστής Παλαμάς.  Το νέο του θανάτου του κυκλοφόρησε με αστραπιαία ταχύτητα στην κατοχική Αθήνα. «Χτες βράδυ μία είδηση ακατανόητη μας ήρθε. Μία είδηση ασύλληπτη. Ο Γέρο-Παλαμάς πέθανε. Είχαμε ξεχάσει πως ήταν θνητός» έγραφε στο προσωπικό της ημερολόγιο η Ιωάννα Τσάτσου.

kostis_palamas

«Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…
Βογκήστε τύμπανα πολέμου… Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα!

Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα!»

Αυτός, ο Μεγάλος,  ο Αθάνατος ποιητής μας! 

Ο ‘Ελληνας Κωστής Παλαμάς

α

Εδώ, μπορείτε να διαβάσετε ένα απόσπασμα, μοναδικής αξίας για μένα, από τον Λόγο Θ’  “Το βιολί” του ποιήματος του Κωστή Παλαμά

“Ο Δωδεκάλογος του γύφτου”

Ακολουθεί το άρθρο,  που αναφέρεται στα συμβάντα μετά την είδηση του θανάτου του μεγάλου μας ποιητή,  φιλοξενούμενο από την ιστοσελίδα της ‘Μηχανής του Λόγου»:

Η μηχανή του λόγου

της Νατάσσας Συλλιγνάκη

Ο Κωστής Παλαμάς πέθανε στο σπίτι του στην Πλάκα, στις 27 Φεβρουαρίου του 1943, στις 3 τα ξημερώματα. Ήταν 84 χρονών και βαριά άρρωστος στα χρόνια της Κατοχής· λίγες μέρες νωρίτερα είχε για πάντα αποχαιρετήσει τη γυναίκα του, Μαρία, η οποία τον ακολούθησε περίπου δυο μήνες μετά. Η κηδεία του, την επόμενη μέρα, έμεινε ιστορική: μπροστά στους έκπληκτους Γερμανούς κατακτητές, χιλιάδες άνθρωποι τον συνόδευσαν στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών.

Ο Μενέλαος Λουντέμης περιγράφει εκείνες τις στιγμές όπως τις έζησε. «Ο Κωστής Παλαμάς ήταν ένας αινιγματικός μελλοθάνατος. Τα τελευταία δέκα χρόνια τα περνούσε (όχι καθισμένος) αλλά αποθεμένος στην πολυθρόνα του. Έτσι –εκτός από έναν πολύ στενό κύκλο–, για όλους μας ήταν, περίπου, νεκρός. Ένας μεγάλος ποιητής, που πέθαινε. Μα, με τόσο αργό ρυθμό, που νόμιζες πως δεν θα πεθάνει ποτέ». Τα αποσπάσματα που ακολουθούν είναι από το βιβλίο του «Ο Εξάγγελος» – ένα από τα τρία που έχει γράψει…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 1.104 επιπλέον λέξεις

Advertisements

Γι’ αγάπη μίλα μου


Πουλί της μοναξιάς αναστενάρη μου

Λιγάκι αν με πονάς βρες το κλωνάρι μου

Κατέβα χαμηλά για αγάπη μίλα μου

Να γίνουν φωτεινά τα γκρίζα φύλλα μου

Γιατί όσα είχα μάθει όλα τα ξέχασα

Με τύφλωσε η αγάπη το κόσμο έχασα

alla-tsank

Πουλί είμαι κι εγώ μικρό κι απάτριδο

Και θέλω να βρεθώ σε χώμα απάτητο

Να αφήσω σαν βροχή καυτό το δάκρυ μου

Να κρύψω τον καημό κι όλα τα πάθη μου

erqerfr_thumb.gif

Να, τι σκέφτηκα με το που άκουσα το τραγούδι:  Ρωμαλέο που είναι! Με ξάφνιασε η λέξη ρωμαλέο..Κι όμως, έτσι, μου φαίνεται πως είναι.. Και, Υπέροχο!

erqerfr_thumb.gif

«Η  Άννη Ονουφρίου τραγουδάει Γιάννη Νικολάου στο «Το Πουλί της μοναξιάς» . Είναι ένα τραγούδι σε σύνθεση και ενορχήστρωση του Γιάννη Νικολάου και σε στίχους της Γιώτας onoufriou kamayanni_siteΒασιλακοπούλου. Η ερμηνεύτρια Άννη Ονουφρίου με ηπειρώτικη καταγωγή αποδίδει θαυμάσια το δωρικό αυτό τραγούδι που μας ταξιδεύει στην τραχιά φύση της Ηπείρου, μέσα από το κελάηδισμα- αναστεναγμό, ενός μοναχικού πουλιού, που θα μπορούσε να είναι η κάθε μοναχική, περιπλανώμενη ψυχή…. Ιδιαίτερο χρώμα δίνει ο μοναδικός σολίστας Μάνος Αβαράκης με τις φλογέρες και τον αυλό του Πανός.» Από την παρουσίαση της δημιουργού του video κ. Κατερίνας Βασιλάκου.

Ενημερωτικά:Για την κ. Άννη Ονουφρίου δείτε και εδώ,

O πίνακας ζωγραφικής είναι της σύγχρονής μας  Μοσχοβίτισσας  και πολυβραβευμένης ζωγράφου  Alla Tsank   που ζει στην Αμερική σήμερα.

«Κώδικας Παρμενίδης»


Φιλοξενώντας ένα κείμενο που προέρχεται από το βιβλίο του Κώστα Δούκα «Κώδικας Παρμενίδης», (ὁ ἂνθρωπος που «διάβασε» τά χρωμοσώματα τοῦ Θεοῦ), στο κεφάλαιο «περί φύσεως» το οποίο βρήκα στην σελίδα http://diogeneis.blogspot.com/ .

Είναι που το θεωρώ πολύ ενδιαφέρον.

          Ο Παρμενίδης ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος. Γεννήθηκε στην Ελέα της Μεγάλης Ελλάδας στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ., σε ένα περιβάλλον επηρεασμένο από τις απόψεις του Πυθαγόρα και του Ξενοφάνη. Θεωρείται η πλέον πρωτότυπη μορφή της προσωκρατικής σκέψης. Σε αντίθεση με τους Ίωνες φυσιολόγους, δεν αναζητά την ενότητα του κόσμου σε μια φυσική ουσία, αλλά την ίδια την «οντότητα» των πραγμάτων που μας περιβάλλουν, στο είναι όλων των όντων και όλων των πραγμάτων. Ο  Παρμενίδης ασχολήθηκε με την ανάλυση του Σύμπαντος Κόσμου, του Ενός, τη Δημιουργία των Πάντων, καθώς και με τον Χώρο και Χρόνο. Ανέλυσε διεξοδικά τόσες σημαντικές θεωρίες που έφτασε σε κβαντικό επίπεδο, με μόνο εργαλείο την Υπερλογική του. Οι θεωρίες του μετά από 2.500 χρόνια, παραμένουν ακατάρριπτες και ανέγγιχτες από την σύγχρονη επιστήμη που το μόνο που την ενδιαφέρει είναι να αγωνίζεται για ένα βραβείο νόμπελ χάνοντας την ουσία της Γνώσης και της Αλήθειας.

«…Μήπως η κίνηση δεν υπάρχει, αλλά νομίζουμε ότι υπάρχει…» σκέφτηκε ο Σοφός άντρας και συνέχισε… « …η ακινησία δεν είναι προνόμιο των Όντων αλλά του Ενός. Του Απόλυτου Ενός, που είναι αιώνιο άπειρο και όμοιο προς κάθε κατεύθυνση και είναι ακίνητο. Απολύτως ακίνητο επειδή είναι αδύνατον να κινηθεί γιατί είναι πλήρες. Όταν κάτι είναι πλήρες δεν χωράει τίποτα άλλο μέσα του. Δηλαδή δεν υπάρχει χώρος, δεν υπάρχει κενό. Κενό και Χώρος είναι δυο έννοιες που δεν υπάρχουν και δεν έπρεπε να λέγονται ούτε να λαμβάνονται υπόψη, γιατί ο νους του ανθρώπου κινδυνεύει να πλεχτεί σε χαοτική λογική και να λέει ανοησίες…».

Έτσι ξεκίνησαν οι πρώτες σκέψεις του Παρμενίδη που κατέληξαν σε απίθανα συμπεράσματα για τον Κόσμο μας, το Σύμπαν, το Δημιουργό αλλά κυρίως για την θέση της ψυχής μας μέσα στην Ανυπαρξία και τον αγώνα που κάνει για να βρεθεί κοντά στην Ύπαρξη του Δημιουργού.

 >Το κυνήγι της αλήθειας

              Το παρόν είναι μία ακαριαία στιγμή που συνθλίβεται αιωνίως μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος. Κάποτε στην παρυφή των αρχαίων Αθηνών έξω από τα τείχη της πόλεως κοντά στον Κεραμεικό, δύο σπουδαίοι άντρες ο Παρμενίδης και ο Ζήνων, δάσκαλος και μαθητής έχοντας 20 χρόνια διαφορά, μίλησαν για πράγματα ανήκουστα. Παρουσία τους ήταν, ο νεαρός τότε Σωκράτης καταγράφοντας έναν από τους φιλοσοφικότερους διαλόγους όλων των εποχών. Ποτέ μέχρι τότε και μέχρι σήμερα κανένας ανθρώπινος νους δεν διείσδυσε τόσο βαθειά στην ύλη και το πνεύμα, ξεχωρίζοντας με την τερατώδη λογική τους τον κόσμο των αισθήσεων από τον κόσμο των ιδεών. Ο Παρμενίδης με τον Ζήνωνα συμφώνησαν ότι ο χώρος και ο χρόνος δεν τέμνονται επ΄ άπειρον. Ότι το σύμπαν είναι αγέννητο και άπειρο.

>Η Ουτοπία της κίνησης

          Ο Δάσκαλος Παρμενίδης γνώριζε ότι η κίνηση δεν είναι στην πραγματικότητα κίνηση, αλλά μια σειρά από διαδοχικές ακινησίες. Ουσιαστικά μας λέει ότι ο κόσμος μας (χρόνος-χώρος), δεν έχουν συνεχή ροή αλλά διακοπτόμενη. Ο υλικός κόσμος λειτουργεί δηλαδή όπως η κίνηση της εικόνας  στην τηλεόραση, που είναι 24 καρέ το δευτερόλεπτο. Εμάς μας φαίνεται ότι υπάρχει συνεχή κίνηση αλλά στην πραγματικότητα είναι συνδεδεμένες εικόνες (ακινησίες). Έτσι λειτουργεί και ο δικός μας χωρο-χρόνος. ¨Αναβοσβήνει¨ τρισεκατομμύρια φορές το δευτερόλεπτο γι΄αυτό δεν γίνεται αντιληπτός από τα αισθητήρια όργανα μας. Ο χώρος (ύλη) και ο χρόνος έλεγε… δεν τέμνονται επ΄άπειρον, αλλά κάποια στιγμή σταματά η διαίρεση τους όταν φτάσουμε στην βάση της δημιουργίας τους. Σήμερα οι επιστήμονες ανακάλυψαν ότι το υπο-ατομικό σωματίδιο, top κουάρκ, το μικρότερο σωματίδιο ύλης που δεν τέμνεται άλλο, έχει ζωή ένα τρισεκατομμυριοστό του τρισεκατομμυριοστού του δευτερολέπτου (10^-24 sec)! Συνεπώς η μικρότερη μονάδα ύλης αντιστοιχεί στην μικρότερη μονάδα χρόνου, αρά η ηλικία του χρόνου ζωής του μικρότερου υπο-ατομικού σωματιδίου της ύλης, είναι ταυτόχρονα και η μικρότερη μονάδα χρόνου που δεν τέμνεται άλλο! Από τον Παρμενίδη δεν ξέφυγε η λεπτομέρεια πως ότι στοχαζόμαστε από το παρελθόν, με τη μορφή αναμνήσεων, μας έρχονται σαν ακίνητες – παγωμένες εικόνες και ποτέ σαν συνεχόμενη ροή. Αυτό άλλωστε το γνώριζε και ο Όμηρος και το αναφέρει στη ραψωδία Ο στίχος 80, στην Ιλιάδα.

Την κατάσταση ανάμεσα στις διαδοχικές ακινησίες όπου δεν υπάρχει χώρος και χρόνος, ο Παρμενίδης την ονομάζει ΕΞΑΙΦΝΗΣ ΑΤΟΠΟΣ ΦΥΣΙΣ. Όταν ο Δημιουργός, μακριά από κάθε αδιάκριτο βλέμμα, και όταν η ύλη, στο απειροελάχιστο κλάσμα του χρόνου (όταν αυτός βρίσκεται σε στασιμότητα), πραγματοποιεί το έργο Του. Αυτή η άτοπος φύσις του αιφνιδίου, τοποθετείται ανάμεσα στην κίνηση και στη στάση χωρίς να βρίσκεται μέσα στο χρόνο, διότι μέσα σ αυτή την άχρονη διάσπαση του όντος – σύμπαντος, γίνεται μια μεταβολή που αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο του Δημιουργού.

>Το Αγέννητο Σύμπαν

Η θεωρία του Παρμενίδη για το Αγέννητο σύμπαν, καταρρίπτει τη θεωρία της μεγάλης έκρηξης του σύμπαντος. Διότι ό,τι γεννιέται, φθείρεται και πεθαίνει. Δίδασκε ότι το Σύμπαν είναι Ένα, Ενιαίο, Αγέννητο και Αιώνιο. Το ΈΝΑ (Σύμπαν), δεν βρίσκεται σε κάποιον τόπο, επειδή αν βρισκόταν εκεί, ο τόπος αυτός δεν θα ήταν ο ίδιος μέσα στον οποίο βρίσκεται. Αλλά το ΈΝΑ αποκλείεται να υπάρχει τόσο μέσα στον εαυτό του, όσο και μέσα σε οτιδήποτε άλλο. Συνεπώς το ΈΝΑ δεν υπάρχει ποτέ στον ίδιο τόπο. Ούτε ησυχάζει, ούτε στέκεται. Δηλαδή το ΈΝΑ ούτε στέκεται, ούτε κινείται. Και τότε τί κάνει άραγε? Την απάντηση την έχει μόνον ο Δημιουργός.

Αν το ΈΝΑ δεν μετέχει καθόλου σε χρόνο, τότε ούτε στο παρελθόν έχει γίνει, ούτε υπήρχε ποτέ, ούτε στο παρόν έχει γίνει και ούτε στο μέλλον θα υπάρξει. Το ΈΝΑ δεν έχει μέρη, άρα δεν έχει ούτε αρχή ούτε μέση ούτε τέλος. Και αφού λοιπόν είναι άπειρο δεν έχει ούτε σχήμα. Συνεπώς – κατέληξε ο Παρμενίδης – το ΈΝΑ δεν μπορεί να υπάρχει πουθενά. Ούτε μέσα στον εαυτό του , ούτε μέσα σε κάτι άλλο. Δεν υπάρχει ποτέ στον ίδιο τόπο. Και καταλήγει ο Παρμενίδης το μεγαλοφυή συλλογισμό του ως εξής: το ΈΝΑ ήταν και είναι και θα είναι, και γινόταν και γίνεται και θα γίνεται. Το ΈΝΑ  είναι πλήρες, ακίνητο, και ολομελές.

 Ο Παρμενίδης ταυτίζει το ΈΝΑ με τον Δημιουργό και ότι βρίσκεται εντός του Ενός, είναι σε κατάσταση πληρότητας και ακινησίας. Δεν νιώθει την ανάγκη να κινηθεί γιατί είναι πλήρες, αιώνιο και αέναο.

Η Υπερλογική του Παρμενίδη, μαρτυρεί τη μεγάλη αλήθεια. Οτιδήποτε βρίσκεται εντός του Δημιουργού, είναι ακίνητο λόγω πληρότητας και όχι λόγω στασιμότητας και διακατέχεται από μια συνεχόμενη ροή και ένα αιώνιο παρόν. Ότι βρίσκεται εκτός του Ενός ταυτίζεται με το Μηδέν, που ο φιλόσοφος το ισοδυναμεί με το μη ΟΝ, όπως είναι ο υλικός  κόσμος, που βρίσκεται στην απόλυτη ανυπαρξία γι αυτό υπάρχουν και οι διαδοχικές ακινησίες. (Με τον όρο ανυπαρξία δεν εννοεί ο Παρμενίδης κάτι που δεν υπάρχει, αλλά κάτι που βρίσκεται εκτός της πληρότητας και της συνεχούς ροής του Δημιουργού).

Είναι εμφανές ότι είναι ο πρώτος που εισάγει τη θεωρία του εικονικού υλικού κόσμου, άρα το μόνο αληθινό είναι η ψυχή, που μάχεται να επιστρέψει στον Αληθινό κόσμο.

Βιβλιογραφία

Παρμενίδης, περί φύσεως

Κώστας Δούκας, κώδικας Παρμενίδης

Κι αλήθεια είναι


kalavrita7 (2)

Πρωϊνό Σαββάτου, σήμερα. Η ημέρα ξάστερη, μυρωδάτη. Η άνοιξη χορεύει δίπλα μου, λιόλουστη. Έτοιμάζομαι να βγω έξω, να σεργιανίσω. Βρήκα και δικαιολογία στον εαυτό μου για ν’ αποφύγω τα “πρέπει” της μέρας μου..έστω για λίγο.

Χτες ήμουν στα ψηλά. Για δουλειά. Είχα ξεκινήσει νύχτα ακόμη, πριν το ξημέρωμα. Αχ! Κι είχα να δω το ξύπνημά της στην ανοιχτή την φύση, τόσο καιρό! Κι εκεί π’ ανέβαινα το βουνό μύριζα το έλατο και το θρούμπι. Κι εκεί που ο ήλιος βασιλιάς έλαμπε στο στερέωμα, λίγο πιο κει η ομίχλη από την δροσιά τον έκρυβε και γοήτευε τον τόπο..κι εμένα. Μπήκα μέσα στον χορό τους και χόρευα και εγώ. Από μέσα μου.

Κι έφτασα στην μικρή πόλη, πάνω στο βουνό.  Υπέροχη η λιακάδα! Στραποβολούσαν τα πλακόστρωτα, ρίχναν’  τις σκιές τους τα πλατανόφυλλα καθώς παιγνίδιζαν στο αεράκι  πάνω στις κόκκινες καρέκλες στο ανοιχτό καφενεδάκι. Κι εγώ μέσα σ’ όλη  τούτη την ομορφιά, αργοπίνοντας το ζεστό τον καφέ μου κατ’ από τον γεροπλάτανο, δεν χόρταινα ν’ ανασαίνω τον βουνίσιο αέρα, τόσο αλλιώτικο από τον θαλασσινό, εκεί που μένω. Είχα ξεχάσει την φρεσκάδα του, την καθαρότητά του ! Πόσο τα είχα στερηθεί όλα αυτά.

Άπλωσα την ματιά μου  στον ανοιχτό ορίζοντα γύρω μου εκεί που  το γαλανό τ’ ουρανού απάγκιαζε στ’ ακροβούνια,  εκεί που οι γραμμές του χιονιού ζωγράφιζαν  άσπρα ποτάμια στις κορφές τους. Χαμογέλασα. Δεν λέγαν να λειώσουν ακόμη, σκεφτόμουν, μα πόσο ακόμη θα αντιστέκονταν στον αφέντη τον ήλιο;. Οι κορυφές των ελάτων  στις πλαγιές τους  ήταν το  κάδρο τους.

Κι έπειτα, πήγα στο κτίριο.Για την δουλειά. Λιγοστός ο κόσμος στους διαδρόμους. Αντηχούσαν τα βήματά μου στα μάρμαρα. Γραμματείς σε γραφεία, σκουντουφλιασμένοι και μελαγχολικοί γράφαν’..Ούτε ένα χαμόγελο δεν μου αντιγύρισαν  καθώς τους καλημέριζα, σαν μπήκα σε ένα από αυτά. Απέναντι  στο γραφείο,  ένα μεγάλο πράσινο ξύλινο παράθυρο απ’ τα παλιά τα ωραία,  μπάζαν’ τον ήλιο και την εικόνα από τα έλατα έξω. Τα τζάμια βρώμικα.

Τι υπέροχη θέα που έχετε εδώ! Τους είπα. ..Ήταν δυο και με κοίταξαν παραξενεμένοι. Έριξαν μια ματιά αδιάφορη έξω απ’ το παράθυρο. Και,  ξαναγύρισαν στα γραπτά τους..Το ‘χετε συνηθίσει και δεν βλέπετε, παρατήρησα.

Σήκωσαν το κεφάλι τους κι αργόσυραν την ματιά τους έξω και σε μένα..Ναι..μου απάντησε χαμηλόφωνα σα ντροπιασμένη,  η μια απ’ αυτούς. Σιωπή..Ενοχλούσα με τα λόγια μου, ενοχλούσα. Δεν είπα τίποτ’ άλλο,  τέλειωσα την δουλειά μου κι έφυγα γρήγορα από κει.

Να, αυτά αναλογίζομαι τούτο το πρωινό, λίγο πριν βγω έξω. και τα ματασκέφτηκα γιατί βρέθηκα τυχαία πιο πριν να διαβάζω τούτες τις γραμμές σ΄ ένα ποίημα της ‘Εμιλυ Ντίκινσον (Emily Elizabeth Dickinson),.

«Το Νερό, μαθαίνεται απ’ τη δίψα.
Η Στεριά – απ’ το αρμένισμα στα Πέλαγα.
Η Έκσταση – απ’ την οδύνη –
Η Ειρήνη, απ’ των πολέμων της το χρονικό –
Η Αγάπη, απ’ του τάφου το ανάγλυφο –
Τα Πουλιά, απ’ το χιόνι.»

1.-blu_thumb.gif

Κι είπα..

Κι αλήθεια είναι..

400x260-ct

Καλό Σαββατοκύριακο σε όλους!!

Και σας εύχομαι από καρδιάς να χαρείτε κείνο που’ έχετε στερηθεί μέσα σε τούτο το διήμερο!

Κινηθείτε!!!

Για εκεί που κάποτε ήταν γης


     

Κι είπα να μιλήσω με την γλώσσα των ποιητών για την ημέρα της γης.. Το σκέφτηκα..

είναι που δεν μ’ αρέσουν και οι κηρυγμένες Ημέρες

για όλα αυτά πού είναι για κάθε ημέρα.

Είπα, όμως, αφού φτάσαν’  κι ορίσανε και Ημέρα της Γης,

σημαίνει ότι  πολύ πιο γρήγορα απ’ ο,τι φοβούμουν,  η γης μας χάνεται χάνεται όλο και πιο πολύ εξ αιτίας μας.

και γι’ αυτό  επισημαίνεται  ως ακόμη πιο πολύτιμη, ας πούμε ως προστατευόμενο είδος εν ελλείψει ..

Κάτι ως ζωντανό μνημείο, που νεκρώνεται..

Κάτι , ως υπόμνηση στον καθένα μας

Τι Κρίμα, στ’ αλήθεια, αν όχι ακόμη για μας σήμερα, για τις γενιές που θε να  ‘ρθούνε!!  

Ποιός νοιάζεται για τα γεννήματά του;;

Ποιός νοιάζεται για να υπάρχουν ζωντανοί μετά από αυτόν;;

Σήμερα εμείς οι σημερινοί ζούμε από την χάρη της..και την σκοτώνουμε.

Οι επόμενοι από μας,  δεν θάχουν κάτι να σκοτώσουν

Θα έχουν, όμως,  κάτι από κείνη  για να ζουν; ..Αναρωτιέμαι

angela7dreams' photostream

«Μη μου σκοτώσετε το νερό.

Μη μου σκοτώσετε τα δέντρα.

Μη μου ξεσκίστε αυτές τις θείες σελίδες

που τις γράψανε τ΄ ασύλληπτο φως

κι ο ασύλληπτος χρόνος

κι όπου σταθώ με περιβάλλουν.

Μη μου σκοτώσετε της γης το ποίημα!…

Επιστρατέψετε την αιωνιότητα,

ανάβοντας το άστρο: «Αγάπη».

Επιστρατέψετε την αιωνιότητα,

ανάβοντας ψηλότερα απ΄ όλα,

πάνω απ΄ το έτοιμο βάραθρο,

το άστρο: «Ανθρώπινο μέτωπο!».

Σας παρακαλούμε:

Αφήστε μας τα πράγματα.

Μη μας τα καίτε.

Αφήστε τα έντομα να βρίσκουνε τ΄ άνθη τους.»

baum46a

   Είναι το ποίημα του του ποιητή μας Νικηφόρου Βρεττάκου:“Μη μου σκοτώνετε της γης το ποίημα”

Untitled-1-39

Και κάτω, στα αγγλικά, η απόδοση του μελοποιημένου ποιήματος του  ποιητή Ν. Γκάτσου

“ Ο εφιάλτης της Περσεφόνης”  που ακούμε στο video,  σε μουσική σύνθεση  Μάνου Χατζιδάκι .

Στο τραγούδι η Μαρία Φαραντούρη

The nightmare of Persephone

There, where pennyroyal and wild mint grew
and earth sprouted her first cyclamen
now peasants bargain for cement
and birds drop dead in the furnace.

Sleep, Persephone
in earth’s embrace
to this world’s balcony
Come out no more.

There, where mystics joined hands
reverently on entering the sacrificial site
now tourists throw tab ends
and gaze at the new oil refinery.

Sleep, Persephone
in earth’s embrace
to this world’s balcony
Come out no more.

There, where sea was blessed
and bleating in the fields was a prayer
now trucks carry to the shipyards
empty bodies, children of scrap metal and plating.

Sleep, Persephone
in earth’s embrace
to this world’s balcony
Come out no more

forgetMeNot


 

 

Κυριακή, ημέρα Αγάπης


Γιατί ο Χριστός είναι η  έκφραση της Αγάπης. Αυτός είναι η Αγάπη

“Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον.

καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν καὶ εἰδῶ τὰ μυστήρια πάντα καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν, καὶ ἐὰν ἔχω πᾶσαν τὴν πίστιν, ὥστε ὄρη μεθιστάνειν, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδέν εἰμι.

καὶ ἐὰν ψωμίσω πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου, καὶ ἐὰν παραδῶ τὸ σῶμά μου ἵνα καυθήσομαι, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδὲν ὠφελοῦμαι.

Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται, ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ, ἡ ἀγάπη οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται, οὐκ ἀσχημονεῖ, οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς, οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τὸ κακόν, οὐ χαίρει ἐπὶ τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ·

πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει.

ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει. εἴτε δὲ προφητεῖαι, καταργηθήσονται· εἴτε γλῶσσαι, παύσονται· εἴτε γνῶσις, καταργηθήσεται.

ἐκ μέρους γὰρ γινώσκομεν καὶ ἐκ μέρους προφητεύομεν·

ὅταν δὲ ἔλθῃ τὸ τέλειον, τότε τὸ ἐκ μέρους καταργηθήσεται.

ὅτε ἤμην νήπιος, ὡς νήπιος ἐλάλουν, ὡς νήπιος ἐφρόνουν, ὡς νήπιος ἐλογιζόμην· ὅτε δὲ γέγονα ἀνήρ, κατήργηκα τὰ τοῦ νηπίου.

βλέπομεν γὰρ ἄρτι δι’ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι, τότε δὲ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον· ἄρτι γινώσκω ἐκ μέρους, τότε δὲ ἐπιγνώσομαι καθὼς καὶ ἐπεγνώσθην,

νυνί δὲ μένει πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, τὰ τρία ταῦτα· μείζων δὲ τούτων ἡ ἀγάπη.

Προς Κορινθίους α’ επιστολή Παύλου 13

3790

Καλή σας ημέρα και τούτη η Κυριακή ας είναι για τον καθένα μας,

πλέρια Αγάπης και της Ομορφιάς της.

Στην μνήμη του πατέρα μου


Με μια μικρή ιστορία για την αντίσταση στα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής στην χώρα μας, 

Σαράντης Καραβούζης , Ραγισμένο μάτι αγάλματος

       Στις 13/3/2013 ήταν που έσβησε στα χέρια μας και  λίγο αργότερα ήταν εκείνος, ακόμη ένας  που είχε μια κηδεία “σαν όλων των ανθρώπων τις κηδείες”

  Μόνο που εκείνος, ο Γιώργης,  ήταν ο πατέρας μου.

       Σαν μπήκαμε στο Νοσοκομείο για τελευταία φορά , εκεί που τον πήγαινα με το αμαξίδιο στο δωμάτιο 13 της καρδιολογικής, μια νοσοκόμα- θυμάμαι- του πεταξε απότομα πάνω στο στήθος του,τον ιατρικό του φάκελλο. Ήταν από παχύ φτηνό λευκό χαρτόνι και είχε πάνω του έναν αριθμό φακέλλου, τον δικό του αριθμό..

Κι εκείνος ο πατέρας μου, λίγο μετά, σιγοψιθύρισε ενα άλλο αριθμό..

Τι είναι αυτός ο αριθμός που λες, πατέρας, τον ρώτησα,.

Εκείνος επανέλαβε τον αριθμό και μου είπε πως  εκείνος ο αριθμός ήταν ο άλλος δικός του αριθμός, εκείνος  που του είχαν φορέσει στο στήθος πάνω σε κομμάτι χαρτόνι οι Γερμανοί όταν τον πήγαιναν για εκτέλεση..Τότε, στον Πόλεμο..

Σαν και τότε, μου είπε..έτσι και τώρα..

Πάγωσα.. Ο πατέρας μου γνώριζε για την κατάστασή του..σκέφθηκα . Κι αντί εκείνου που είχα στην σκέψη μου, του είπα:

– Και τον θυμάσαι ακόμη, τον αριθμό; 

‘Έχεις περάσει, πατέρα, και από αυτό;

Εκείνος μου εγνεψε σιωπηλά καταφατικά, ενώ έσερνα ξωπίσω του το αναπηρικό καροτσίδιο στον άδειο διάδρομο  ..

      Πόσα πολλά δεν ήξερα, δεν ξέρω για τον πατέρα μου, πράγματα που δεν έμαθα ποτέ και ούτε πως θα μάθω, πόσα λιγοστά από την ζωή του είχα ακούσει. Ο ίδιος δεν συνήθιζε να μιλάει γι αυτά, ούτε για άλλα. Μα, όσα είχα ακούσει μου θύμιζαν παραμύθι και ας ήταν από τις αλήθειες της ζωής του. Είχα, επίσης, σχηματίσει την εικόνα από τα λιγοστά που μου είχε πει ότι ο γέροντας πατέρας μου  κι από όσα είχα ακούσει τους άλλους να μιλάν’ για κείνον, ότι ήταν ενεργό ζωντανό κομμάτι της ιστορίας του τόπου μας, δεν ήξερα όμως την έκτασή του, ούτε και το βάθος του, δηλαδή ούτε τα ποιά, ούτε τα πόσα πραγματικά γεγονότα συντελούσαν ώστε αυτή η εικόνα να αποτελέσει και την σχετική βεβαιότητά μου.

      Να, σαν εκείνη την ιστορία που μου είχε πεί  με αφορμή για κάτι είχα γράψει εδώ για τα παιδιά του πολέμου . Για κείνα τα παιδιά που δεν ρωτήθηκαν σαν πέθαιναν για το αν ήθελαν τον πόλεμο, αν ήξεραν γιατί πεθαίνουν μέσα στο θανατικό του…Είχα υπ’ όψιν μου και κείνη την γενοκτονία των παιδιών  πέρα στην Παλαιστίνη από τους Ισραηλίτες και είχα σοκαριστεί.

      Ετσι, το λοιπόν, οργισμένη καθώς ήμουν για όσα τέτοια κι άλλα τέτοια κι άλλα  που συνέβησαν, συνέβαιναν και συμβαίνουν σε τούτο τον κόσμο, θυμάμαι είχα πεί , κατηγορηματικά μάλιστα, του πατέρα μου

– Δεν ρωτήθηκαν, πατέρα, κι ούτε ρωτιούνται ποτέ τα παιδιά των πολέμων,  Αν ρωτιόνταν, πιστεύω, δεν θάξεραν ν’απαντήσουν. Γιατί πως να ξέρει ενα μικρο παιδί τι να σημαίνει ο θάνατος , τι η ζωή και για το τι αξίζει  ή δεν αξίζει για να πεθάνει;

Ό πατέρας μου, ο Γιώργης, έμεινε τότε για λίγο σιωπηλός και μετά γύρισε ήσυχα και μου είπε:

– Κάνεις λάθος.

Τον είχα κοιτάξει ερωτηματικά

– Να, μου είχε πεί , θυμάμαι σιγανά κι ανάλαφρα μιλώντας μου,  εμένα με είχαν ρώτησει τότε

Ενα μοναχά πράγμα με ρώτησαν.

– Αγαπάς την πατρίδα σου;

– Και τους απάντησα : Ναι

Αυτό μοναχά και τίποτε άλλο.

       Κι έτσι  τώρα όψιμα, τώρα που βρίσκω το κουράγιο να γράψω κάτι για κείνον , στην μνήμη του, ας τηρήσω τώρα την υπόσχεσή μου, εκείνη που του έδωκα τότε πούγινε η κουβέντα μας, λέγοντας του πως θα γράψω κάτι –ενα άλλο γραπτό που να μιλάει για τα παιδιά του πολέμου που ρωτήθηκαν και  που γνώριζαν γιατί μπορεί να πεθάνουν και το γιατί και τι  άξιζε για να ζήσουν ή για να πεθάνουν. Κρίμα, μονο που δεν θυμάμαι πιά τα ονόματα των αξιωματικών εκείνων, που ο πατέρας μου ,στην συζήτηση μας εκείνη, μου τα είχε πεί.

      Είχα , τότε θυμάμαι, ξαφνιασθεί και του είχα πεί: Τι μου λες  πατέρα, του είπα. Ποιοί σε ρώτησαν, πότε , που έγινε αυτό και γιατί;  Πες μου, του  είχα ζητήσει

      Και ο γέροντας πατέρας μου, απόστρατος του Ελληνικού στρατού, μου είπε την εξής  ιστορία:

 “ Ημουν τότε , μου είπε, γύρω στα 12 με  13 μου χρόνια. Ηταν μέρα καλοκαιριού που καθώς πήγαινα καβάλα στ’ άλογο για το καθημερινό μου μπάνιο στη θάλασσα στο λιμάνι του Αιγίου, εκείνοι με σταμάτησαν στο ξέφωτο του δάσους αναμεσίς της Ροδοδάφνης και του Αιγίου.

’Επιασαν τα γκέμια τ’αλόγου κι από κεί που ήμουν, ο ένας απ’ αυτούς που ’δειχνε ο αρχηγός τους, ήταν και εκείνος που με ρώτησε

Αγαπάς την πατρίδα σου, παιδί μου;

Και εγώ, τότε που του είπα, ναι..

Τότε μου συστήθηκαν λεγοντάς μου οτι ο ένας τους ήταν Ελληνας  στρατιωτικός, ο άλλος άγγλος αξιωματικός, και ο τρίτος της αντίστασης, όπως κι όλοι τους.

Μου ζήτησαν την επόμενη, την ίδια ώρα σαν τώρα, που θα πήγαινα για μπάνιο, να έβαζα ενα κουτί κάτω από το μαγιό μου, ενα κουτί που θα μου τοποθετούσαν εκείνοι

Μου είπαν: Οι Γερμανοί που φυλάνε το λιμάνι- είδαμε- σε ξέρουν- περνάς καθε μέρα από αυτούς για να κάνεις μπάνιο -είδαμε -έχεις και φιλικές σχέσεις μαζί τους, οπότε θα σ’αφήσουν να περάσεις χωρίς να πάρουν είδηση.

Αφου περάσεις απ’ αυτούς, θα κολυμπήσεις  ήσυχα , μου είπανε, προς τα βαθιά ίσα να φτάσεις κοντά σε εκείνο το μεγάλο πλοίο. Τότε αφού ξεκολλήσεις από το σώμα σου το κουτί, θα κάνεις  μεγάλη βουτιά και κρατώντας μπροστά σου το κουτί θα πλησιάσεις το πλοίο στα πλευρά του… Βάλε το κουτί στα πλευρά του πλοίου – έχει  μαγνήτη και θα κολλήσει- κ΄επειτα γύρνα πίσω γρήγορα στην στεριά. Εμείς θα σε περιμένουμε να μας βρείς εδώ ακριβώς που συναντιόμαστε και τώρα. Εκείνο το πλοίο δεν πρέπει  ποτέ να φύγει από το λιμάνι μας, γιέ μου, μου τόνισε ο Ελληνας. Πρέπει να πάψει να υπάρχει και σύ θα είσαι κείνος που θα το ανατινάξει.

      Ετσι και εγινε, συνέχισε την αφήγηση ο πατέρας μου. Την επόμενη μέρα, εκεί στο ξέφωτο, με περίμεναν και  μου κόλλησαν κάτω από το μαγιώ πάνω στο σώμα μου ενα μεταλλικό κουτί- σαν από κείνα με τα μπισκότα, μου εξήγησε- και εγώ πήγα ,αφου περασα μέσα από τους Γερμανούς στρατιώτες,  κολύμπησα, έκανα την βουτιά όπως μου είχαν πεί και έβαλα το κουτί στα πλαινά του πλοίου.

Οταν γύρισα πίσω, εκεί στο ξέφωτο που με περίμεναν, εκείνοι μου ζήτησαν να τους ακολουθήσω. Θα μ’επαιρναν μαζί τους , μου είπαν

Και να μην ανησυχώ..πως είχαν ενημερώσει τους δικούς μου

Κι όταν εγώ αρνήθηκα, γιατί δεν καταλάβαινα το γιατί, ο Ελληνας ο αξιωματικός με χτύπησε με τον υποκόπανο του όπλου του στο κεφάλι. Δεν θυμάμαι από κεί και πέρα τίποτε άλλο ει μή που ξύπνησα σε ένα σπίτι πάνω στα βουνά.

‘Ηταν την επομενη μέρα που είπαν συγκινημένοι ότι τα είχα καταφέρει, οτι το Γερμανικό πλοίο είχε τιναχθεί άπό την μπόμπα όλο στον αέρα και οτι μετά  είχε βυθισθεί στο βυθό του λιμανιού… Να φαντασθείς –μου έλεγε- ήταν τόση η χαρά τους που με φιλούσαν όλοι τους και μετά με σήκωσαν στα χέρια-

      Τότε ήταν , μου είπε, που μου εξήγησαν τι ήταν εκείνο το πλοίο. Ηταν το πλοίο αυτό , γιέ μου, μου είπαν, το μεγαλύτερο πλοίο των Γερμανών γεμάτο όλο πολεμοφόδια που το προώριζαν για το Στάλινγκραντ όπου το πολιορκούν. Το είχαν κρύψει στο μικρό λιμάνι του Αιγίου γιατί εμείς κάναμε δολιοφθορές στα πλοία τους στα μεγάλα λιμάνια ,σαν του Πειραιά, όπου τα είχαν αγκυροβολιμένα. Ετσι κι αυτοι θέλοντας να προστατεύσουν αυτό το πλοίο, όπως και άλλα μεγάλα τους τέτοια πλοία αλλού- το είχαν “κρύψει” στο μικρό σας λιμάνι και το φρουρούσαν μέχρι ναρθεί η ώρα να αποπλεύσει.

Σιώπησε για λίγο, θυμάμαι ο πατέρας μου και αχνοχαμογέλασε. Ημουν το τιμώμενο πρόσωπο για καιρό εκεί , μου είπε . Στήσανε γιορτή γιαυτό που είχα κάνει.

‘Εμεινα, συνέχισε, ενα ολάκερο χρόνο εκεί μαζί τους μέχρι που μου επέτρεψαν να γυρίσω πίσω”

Και, τότε ήταν που τον ρώτησα : Δεν φοβήθηκες πατέρα, σαν τόκανες όλο αυτό; Δεν φοβήθηκες πως μπορεί να πέθαινες..

Εκείνος σώπασε για λίγο σαν μόλις εκείνη την στιγμή να το πρωτοσκεφτόταν…

–    Μπα.., μου απάντησε .Ούτε και μου πήγε στο μυαλό, μου είπε.. Παιδί ήμουν. ¨Ομως, ήξερα γιατί το έκανα!