Σε στάδιο μεταμόρφωσης


moritake script         “A fallen blossom                         

   returning to the bough, I thought —

                    But no, a butterfly.”                                        Arakida Moritake

sensational-butterflies-pupa-on-tree-two-column (2)

“Ένα πεσμένο άνθος

που επιστρέφει στην κλάρα, νόμισα-

Αλλά όχι, μια πεταλούδα”

9a0f7042

1. blu

aniflow-01

Τα πάντα ρει, μηδέποτε κατά τ’ αυτό μένειν” είχε πει ο Ηράκλειτος

 

Από τα πανάρχαια χρόνια, οι άνθρωποι είχαν παρατηρήσει τον θαυμαστό κύκλο δημιουργίας των πεταλούδων στα στάδια μεταμόρφωσής τους μέχρι την ολοκλήρωση της γέννησής τους, όπως ξεκινάν’ από τις κάμπιες, πως  ύστερα μες στο κουκούλι τους μετασχηματίζονται σε χρυσαλλίδες και έπειτα πως στο τελικό στάδιο μεταμόρφωσής τους από χρυσαλλίδες γίνονται πεταλούδες, ολοκληρώνοντας έτσι τον κύκλο της δημιουργίας τους. Αυτό το εγγενές φυσικό φαινόμενο της μεταμόρφωσης αναγορεύτηκε από τους ανθρώπους αρχικά ως θεϊκό σημείον, ύστερα οι πεταλούδες γίνηκαν το σύμβολο της ψυχής, το σύμβολο της αναδημιουργίας, της αναγέννησης, της αθανασίας,  ένα από τα κύρια σύμβολα της μεταμόρφωσης των νεκρικών πνευμάτων κι άλλοτε της ανάστασής τους. Κι ανάλογα με τους πολιτισμούς των λαών, ήλθε η ώρα που οι πεταλούδες γίνηκαν και σύμβολα της χαράς της ζωής  χάρις στην ομορφιά των φτερών τους και την ελαφράδα του φτερουγισμού τους, όμοιου με χορού στ’ αγέρι. .Απαλές, τόσο που να φαίνονται ανεπαίσθητες, οι κινήσεις των ελαφρών πολύχρωμων φτερών τους  σαν στροβιλίζονται χορεύοντας στ’ αλαφρύ τ’ αγέρι,  μέγιστη, όμως, η επιρροή τους. .

Κι όλα αυτά είναι γνωστά, πιστεύω. Στα χρόνια και στις χιλιετίες που ακολούθησαν, εμείς οι άνθρωποι ακόμη παρατηρούμε θαυμάζοντας αυτό το φυσικό εγγενές φαινόμενο των σταδίων της μεταμόρφωσης των πεταλούδων και όχι μόνον αυτών,  πως μεταμορφώνονται όντας από το κάτι που ήσαν σε κάτι άλλο που πριν δεν ήταν

Όπως είναι, επίσης, γνωστό το ότι εμείς, οι άνθρωποι  ανέκαθεν επηρεαζόμασταν από την Φύση, ως μέρος της. Η φύση ήταν εκείνη που μας έδειξε, εκείνη που μας δείχνει τον δρόμο.. Ο άνθρωπος την παρατηρεί, την παρακολουθεί, την ακολουθεί, την μιμείται..Αλληλεπιδράμε μαζί της στον βαθμό που εκείνη μας επιτρέπει κι ας νομίζουν μερικοί πως μπορούν να γίνουν, μολονότι άνθρωποι, κυρίαρχοί της..

Μέσα από την παρατήρηση των φυσικών φαινομένων, ο Αναξαγόρας ήταν εκείνος που είπε “η φύση δεν γνωρίζει εξαφάνιση, αλλά μόνο μεταμόρφωση” Και, είναι ιστορικά διαπιστωμένο ότι  η ύπαρξη, η ευημερία της ανθρωπότητας οφείλεται κυρίως σε αυτήν την  μεταμόρφωση της φύσης, στον διαρκή μετασχηματισμό της από το κάτι που ήταν σε κάτι άλλο που πριν δεν ήταν ..

Αυτή η φύση, στην παρατήρηση και μελέτη των και “φυσικών” της λεγομένων, μιας και τα άλλα, τα επίσης φυσικά, παραμένουν για τους πολλούς αόρατα και δυσεπίτευκτα εμπειρικής παρατήρησης και μελέτης, είναι εκείνη που, κατά κύριο λόγο, μας καταδεικνύει και την αναγκαιότητα της αλλαγής στην ζωή μας για την ύπαρξή μας την ίδια, την αναγκαιότητα της ετοιμότητάς μας προς την κατεύθυνση της αλλαγής, της μεταμορφώσεώς μας από αυτό που είμαστε σε κάτι άλλο..Έτσι τα βλέπω.

Είναι ανάγκη, εκτιμώ, επιβίωσης και ψυχοπνευματικής ισορροπίας για τον άνθρωπο, η ανάλογη προς τα της φύσης κίνησή του προς την κάθε, ίσως ανεπαίσθητη για τους άλλους, μικρή ή μεγάλη αλλαγή στην ζωή του, εκκινώντας από τον τρόπο που σκέφτεται, τον τρόπο και τον χρόνο που τις αντιλαμβάνεται ή και τις βιώνει στα πράγματα και τις καταστάσεις, είτε είναι ο ίδιος που τις προκαλεί είτε εκείνος που τις υφίσταται απ’ άλλους που τις προκάλεσαν έτσι ώστε να δύναται να προσαρμόζεται στο κάθε παρόν και να μπορεί να διαχειρίζεται με καλύτερο τρόπο εκείνο που το αύριο θα φέρει..

Στην φύση υπάρχει η τάξη, υπάρχει και η αταξία. Η δεύτερη, ως μη περιττό αλλά αναγκαίο στοιχείο, εντάσσεται στην τάξη για την ισορροπία, για την αρμονία των πραγμάτων και για την κατάδειξη της κυριαρχίας της πρώτης στα πράγματα. Όποτε το στοιχείο της αταξίας επισκίασε την τάξη, τότε και η αναρχία γέννησε το χάος. Που, και αυτό με την σειρά του αποτελεί φυσική αναγκαιότητα της εξαίρεσης στον κανόνα. Για την ριζική μεταμόρφωση των πραγμάτων σε κάτι άλλο.

’Έτσι, με αυτές μου τις σκέψεις, καταλήγω στο ότι ο άνθρωπος ως μονάδα αλλά και ως μέλος της κοινωνίας των ανθρώπων, καλείται, για να μπορέσει να κινηθεί προς την κάθε αναγκαία αλλαγή στην ζωή του και στην μεταβολή των έως τότε συνθηκών της σε κάτι άλλο, να διατηρεί την τάξη κατά την κίνησή του προς την αλλαγή. Γιατί, μέσω της τήρησης της τάξης μπορεί να γνωρίζει τον χρόνο ετοιμότητάς του για την κίνηση, τον λόγο, την αιτία των βημάτων του, την κατεύθυνση της πορείας του προς την αλλαγή που επιδιώκει να επιφέρει από την κατάσταση που είναι, τις επιρροές που αυτή θα φέρει στο περιβάλλον του, όπως και μέσα από αυτή καθαυτή την πορεία του να είναι σε θέση να εντοπίζει το στοιχείο της αταξίας στην τάξη μέσα στην διαδικασία της αλλαγής και όπου θα καταλήξει.

Ο Χρόνος, σε κάθε περίπτωση αλλαγής, μεταβολής ή μεταμόρφωσης αν θέλετε,  είναι χρεία ζωτικής σημασίας..Χρειάζεται χρόνο ο άνθρωπος για να δει και να παρατηρήσει τις καταστάσεις, τις συνθήκες, να δει τις αλλαγές γύρω του ή μέσα του, ώστε να αποφασίσει την κίνησή του σε αυτές, είτε για εξυψωθεί στο νέο “επίπεδ﨔 εντασσόμενος στην ροή τους, είτε για να τις μετασχηματίσει, στο μέτρο των δυνάμεων του και στον βαθμό που εξαρτώνται από αυτόν, σε κάτι άλλο. Κι αν ο ίδιος αδυνατεί να έχει την γνώση ή έστω την αντίληψη της διαρκούς ροής των πραγμάτων στο σύμπαν και στον κόσμο μας, έχει την δυνατότητα, την ικανότητα μα και την υποχρέωση να γνωρίζει  τα στάδια των αλλαγών στην ντόπια και ευρύτερη κοινωνία του οι οποίες επηρρεάζουν ή μπορούν να επηρρεάσουν και τον ίδιον. Για να μπορεί έτσι, να λάβει θέση παρατηρώντας τες, σκεπτόμενος και αποφασίζοντας πάνω σε αυτές.

Πρόσφατα, διάβασα κάτι που είχε πει ο γνωστός ως ψυχίατρος Ronald David Laing (1927 – 1989) :“Ζούμε σε μια στιγμή της ιστορίας όπου οι αλλαγές συμβαίνουν τόσο γρήγορα, ώστε αρχίζουμε να βλέπουμε το παρόν μόνο όταν έχει ήδη αποτελέσει παρελθόν

Συμφωνώ μαζί του. Από τότε, μάλιστα, που είχε διαμορφώσει ο Laing αυτήν την άποψη έως τα τώρα, θεωρώ ότι  οι ιστορικά μη καταγεγραμμένες ακόμη στην πλειονότητά τους αλλαγές των συνθηκών ζωής στις κοινωνίες των ανθρώπων και των λαών μα και στα επί της φύσης του κόσμου μας, δεν συμβαίνουν μόνο τόσο γρήγορα αλλά ότι πια είναι καταιγιστικές στην εναλλαγή και στην οξύτητά τους σε όλο το φάσμα της ζωής των ανθρώπων και της φύσης μες στον κόσμο μας.

Όντας μέσα σε αυτό το διαρκώς εναλλασσόμενο στάδιο μεταμόρφωσης των πραγμάτων γύρω μας που μας επιβάλλονται εκ των άνω,  παρατηρώ ότι στο μεγαλύτερο μέρος του,  δεν εντάσσεται στην  φύσει και τάξει αναγκαιότητα της αλλαγής αλλά σε επιδιωκόμενη αλλαγή έως μεταμορφώσεως  της πλειονότητας των πριν ισχυόντων προς την δημιουργία μιας νέας κατάστασης στα πράγματα, και από όσο είμαι σε θέση να αντιληφθώ, σήμερα διανύουμε και από ένα στάδιο αυτής της πολύμορφης και πολυεπίπεδης μεταμόρφωσης, η οποία δεν φαίνεται ακόμη να ολοκληρώνεται στην όποια τελική μορφή ή ποικιλομορφία της. ’Όπως οι πιο πολλοί, έτσι και εγώ προχωρώ προσπαθώντας μεν να βλέπω μπροστά και πιο σφαιρικά, μα κοιτάζοντας και πίσω μου, σε αυτό που αφήνουμε και το οποίο μπορώ καλύτερα να δω, αναζητώντας τις αλληλουχίες, τους συνδετικούς κρίκους στην κάθε αλλαγή με την επόμενή της

Πορευόμενοι, λοιπόν, σε στάδια μετασχηματισμού,  χωρίς ούτε την κατεύθυνση να μπορώ να πω ότι γνωρίζω, ούτε και για την ολοκλήρωσή της να πω ότι μπορώ να μιλήσω, μα και που αυτά τα χαρακτηριστικά αναγνωρίζω ότι είναι τα σχετικά ασαφή της κάθε αλλαγής, μένω να αναρωτιέμαι για το πως θα μπορεί ο άνθρωπος να διαμορφώσει την όποια ετοιμότητά του για την ικανότητά του προσαρμογής που του είναι αναγκαία όταν βρεθεί μπροστά στο τελικό αποτέλεσμα αυτής της επιχειρούμενης  αλλαγής αφού, καθώς παρατηρώ, αδυνατεί να εναρμονισθεί με τα εκάστοτε στάδιά της στο κάθε παρόν της. Θα πάθει σύγχυση; Θα ακολουθήσει άσκεφτα, αναντίρρητα; θα αντιδράσει; Η όποια αντίδρασή του τότε, άραγε θα τον θέσει εκτός της νέας κοινωνίας; .Είναι και κείνο το στοιχείο της αταξίας..Είπα, μπορεί να γίνει καταλυτικό..Η εξαίρεση του Κανόνα. Είναι να είμαστε κατά το δυνατόν έτοιμοι και θα δούμε.. Έχει ο καιρός γυρίσματα, πως λέγαν’ οι παλιοί.

Είναι μερικές σκέψεις μου που εκφράζω πάνω στις αλλαγές των πραγμάτων γύρω μου, πάνω σε αυτό που αποκαλώ στάδιο μεταμόρφωσης, με αφορμή το πέταγμα της πεταλούδας, με την ανύψωσή της, χάρις στην μεταμόρφωσή της, σε κάτι άλλο..Η ζωή, όπως και νάχει, εξακολουθεί να έχει την χάρη της, την ομορφάδα της…Και, όπως κάθε σκέψη, επισημαίνω, έτσι και η δικιά μου ενέχει το στοιχείο της υποκειμενικότητας αλλά και την δυνατότητα κάθε διαφοροποίησης.

الفراشات،-ثقف-نفسك-1

Σημείωση: Ο Ιάπωνας Arakida Moritake (1473 –1549) (荒木田 守武), είναι ο ποιητής που έγραψε το πιο πάνω χαϊκού, το οποίο τίθεται όπως έχει μεταφραστεί στην αγγλική από τον Steven D. Carter. Εδώ,  μια άλλη μετάφραση του ίδιου ποιήματος από τον William George Aston: «Thought I, the fallen flowers
Are returning to their branch;
But lo! they were butterflies.»

Advertisements

Τα χρώματα της ψυχής


Cycle Thinking 1 by Mila Gerasimova, illumination10f

The soul becomes dyed with the color of its thoughts.” έλεγε, αιώνες πριν, φιλοσοφώντας στωϊκά ο Μάρκος Αυρήλιος ( Marcus Aurelius)

Ναι, σκέπτομαι, δίκηο είχε σαν τόλεγε.. Μα, είναι φορές, που τα χρώματα της ζωής της φύσης, λέω,  είναι εκείνα που σαν βλέπουν τα μάτια μας ντύνουν τις σκέψεις μας και βάφουν την ψυχή μας..

Ω: Είναι τόσο μαγική η δύναμη των χρωμάτων της πάνω στον άνθρωπο, πιστεύω. Μυστηριακή και πανίσχυρη!.Μέχρις που προλαβαίνει τις σκέψεις μας..Μέχρι που τις καταλύει σαν είμαστε μέσα τους..Και έτσι είναι φορές που τα χρώματά της γίνονται ένα με την ψυχή μας, χωρίς την σκέψη να έχει το μερτικό της σε αυτό το γίγνεσθαι,έστω και για λίγο..

Κι είναι που θεωρώ ευλογία την ώρα που η ψυχή απαλλαγμένη από την σκέψη βουτάει στα χρώματα τα όμορφα της ζωής και ντύνεται την ομορφάδα τους ως τα βάθη της..

Κι όταν αυτή την φύση,  δεν την βλέπουμε μες από τα μάτια μας μοναχά, μα και την οσφραινόμαστε στα μύρια όσα αρώματά της,στις μυρωδιές της όλες, κι όταν νοιώθουμε στην αφή μας την στιλπνάδα ή και την αγριάδα της υφής των πραγμάτων της, όταν την  ακούμε στους ήχους και τις σιωπές της, όταν αφηνόμαστε να γίνουμε ένα μαζί της..Μεγαλείο!

Πόσοι πολλοί έχουν πει και λεν’ ότι η σκέψη πρέπει σώνει και καλά νάναι πανταχού παρούσα για την ανθρώπινη ύπαρξη; Ότι ο άνθρωπος χωρίς την σκέψη απλά δεν υπάρχει;Το έχουν πει πολλοί, ναι..Μα, θαρρώ,  πως για την ισορροπία και την αρμονία της ψυχής και της σκέψης, της ίδιας της ανθρώπινης υπόστασης,  καλόν είναι ο άνθρωπος να αφήνεται έστω και για λίγο μακρυά από σκέψη και λογισμούς, να ζει και να βιώνει με τις αισθήσεις του όλες και όσο μπορεί, τα πράγματά της φύσης, υλικά και άυλα, ορατά και αόρατα..Με τα μάτια της ψυχής του μοναχά, όσα δέχεται από αυτήν και  ίσα ως τα βάθη του είναι του..Και αυτό, σαν κάνουμε, μέρος της ύπαρξής μας είναι. Γιατί μέρος της φύσης είμαστε οι άνθρωποι, αναπόσπαστο μάλιστα..Πως να μην κοινωνούμε μαζί της κι όμως να λέμε πως υπάρχουμε; Πως μπορούμε να την αρνιόμαστε χάριν του λογισμού μας;

Είναι ο λογισμός που γέννησε την ύπαρξή μας ή η ύπαρξή μας που γέννησε τον λογισμό μας;

Ανά τους αιώνες οι άνθρωποι προσπαθήσαμε και ακόμα προσπαθούμε μέσα από τις τέχνες μας να ορίσουμε την φύση, να την προσδιορίσουμε στην ομορφιά της, έστω στα χρώματά της μες από τα πινέλα μας, να μετουσιώσουμε την αίσθησή της μες από την ποίησή μας, μες από τον λόγο μας, να φτειάξουμε όργανα για να μεταφέρουμε τους ήχους της, τις σιωπές της, να πάρουμε από τα δικά της για να παρατείνουμε την ύπαρξή μας..Πόσες και πόσες άλλες πτυχές της δεν προσπαθούμε μέσω της σκέψης μας, της νοήσής μας,  με ποικίλους τρόπους και μεθόδους  να εμβαθύνουμε σε αυτήν, να  την εξερευνήσουμε, να την γνωρίσουμε;Να την κυριεύσουμε; Εμείς, το μέρος της, αυτήν που και η ίδια είναι μέρος του όλου; Αφελείς και ανόητοι που είμαστε και πόσο καταστροφικοί σε βάρος της και σε βάρος μας!

sikunir2

Με πόσους τρόπους η τεχνίτρα φύση κρύβει κάθε πτυχή από τη μυστηριακή αρχαιότητα.

Την κρύβει κάτω από ρόδα, βιολέτες και τις χιλιόμορφες χαραυγές.”

αναλογιζόταν ο Ralph Waldo Emerson

ξημέρωμα

Γιαυτό και κατάληγε, σε εκείνο που στ’ αλήθεια μ’ αρέσει να κάνω, πως μου ευφραίνει την καρδιά και την ψυχή κάθε φορά

που αντικρύζω την ομορφιά και σε όποια μορφή της, την φύση μα και την ανθρώπινη στην δημιουργία της.

Και με αυτά τα λόγια του σας καληνυχτίζω για απόψε..

20140611092226-otavaloshawl

“Ποτέ μη χάνεις την ευκαιρία να θαυμάζεις οτιδήποτε όμορφο, γιατί η ομορφιά είναι το χειρόγραφο του Θεού -μια δημόσια μυσταγωγία. Καλωσόρισέ την σε κάθε όμορφο πρόσωπο, σε κάθε ωραίο ουρανό, σε κάθε όμορφο λουλούδι,

και ευχαρίστησε το Θεό για αυτή την ευλογία”

Ralph Waldo Emerson

Άνοιξε πόρτα να διαβώ


dran-03Μετά από την αποψινή ειδικότερη ενημέρωση που έλαβα για το ασφαλιστικό, τις εισφορές, το συνταξιοδοτικό, τα περί ΚΕΑΟ κ.λ.π., κ.λ.π

είπα ν’ ανοίξω μια πόρτα, σε κείνο το μπουντρούμι που μας ρίξαν’..

Να βγω ν’ ανασάνω λίγο μωρέ..

Κι έταξα στον εαυτόν μου

dran-02

Κοίτα, μην ξανατολμήσεις να κοροϊδέψεις την μαϊμού..Κάτι ήξερε αυτή

αστεριξ μικρός

Τα γραφικά είναι του  Γάλλου

street artist Dran

Η Υπόσχεση


   “Ο δε Ιησούς είπε προς αυτούς·

Διότι αληθώς σας λέγω,

Εάν έχητε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, θέλετε ειπεί προς το όρος τούτο,

Μετάβηθι εντεύθεν εκεί, και θέλει μεταβή·

και δεν θέλει είσθαι ουδέν αδύνατον εις εσάς. «

                                                 (Ματθ. ιζ’ 20)

5a39aefa7610a925ffbcdad72b946591

      Φέτος, στις μέρες τις πριν τον δεκαπενταύγουστο, κίνησα κατά τα μέρη τα γονικά της μάνας μου. Παραθαλάσσιος ο τόπος.  Είχα να πάω να προσφέρω το δώρο αυτής και του πατέρα μου, μια εικόνα της Παναγιάς, σε ένα ερημοκλήσι της στην ενδοχώρα της περιοχής..Την εικόνα της Παναγιάς, την είχαν πάρει οι γονείς μου ενόσω ζούσαν, για να την κάνουν δώρο σε εκείνο το ξωκλήσι Της που λειτουργούσε μόνο μια φορά τον χρόνο, την ημέρα της Κοιμήσεώς Της. . Μου το είχαν πει, σαν μου είχαν δείξει την Εικόνα Της. . Είναι για κείνο το εκκλησάκι της Παναγίτσας, εκείνο που είναι στην ερημιά, έξω από το χωριό, πέρα στα χωράφια, μες στα λιόδεντρα που είναι, εκεί θέλουμε να την κάνουμε δώρο, μου είχαν πει.. Ήταν να την πάνε τον δεκαπενταύγουστο που θα’ ρχόταν.. “Υπερ Υγείας” δηλαδή; τους είχα ρωτήσει τότε, θυμάμαι.. Κι είχαν κοιταχτεί μεταξύ τους ξαφνιασμένοι..Δεν είχαν σκεφθεί λόγο για το δώρο τους, μοναχά να της το προσφέρουν, αυτό θέλαν’ και μόνο.

      Μα, ήρθαν έτσι τα πράγματα που οι γονείς μου δεν μπόρεσαν να κάνουν το δώρο τους όσο ζούσαν και πως τόθελαν! Πρώτα η αρρώστια, του πατέρα, έπειτα ο θάνατός του, μετά η αρρώστια της μάνας … Έγνοια, την είχαν την Εικόνα Της να της την πάνε στο ξωκλήσι. Μου το’ χαν ζητήσει από τα τότε, που έγιναν αδύναμοι, να την πάω εγώ εκεί, αντίς για κείνους. Πήγαινέ την και θα δεις, παιδί μου, και πόσο όμορφο είναι το εκκλησάκι  Της εκείνο, μου είχαν πει. Και εγώ είχα πει το ναι και αυτοί ησυχάσανε.. Το είχα υποσχεθεί.

      Μα ούτε που ήξερα κατά που έπεφτε το ξωκλήσι,  ούτε κι εκείνοι μπορούσαν να μου πουν, ούτε όμως κι οι άλλοι που είχα ρωτήσει τότε, ξέραν’ κάτι για το ξωκλήσι αυτό και τον τόπο.. Φέτος ήταν που έχασα και την μάνα. Κι έμεινε η εικόνα της Παναγιάς τυλιγμένη να με περιμένει να την πάω στον προορισμό της..Είχε ρθεί για μένα η ώρα, κι ας μην το ‘χα σκεφθεί πως θα γινόταν έτσι, μετά που θα φεύγαν οι γονείς μου, δηλαδή..Και ξαναματαρώτησα για τον τόπο.. Και να, που οι άλλοι που είχα ρωτήσει και ματαρωτήσει, ρωτήσαν τους παρ’ άλλους και μάθαν’ και μήνυσαν και σε μένα για την εκκλησία και τον τόπο.

      Έτσι, έμελλε νάταν τούτος ο δεκαπενταύγουστος, αυτός που η Εικόνα των γονιών μου, η Εικόνα της Παναγιάς της Ιεροσολυμίτισσας χωρίς τ’ αστραφτερά της που της φορέσανε μετά, βρήκε την θέση της πλάι στο παραθύρι στο μικρό ερημοκλήσι της Παναγίας του Πείρου ποταμού, κατά πως της το είχαν τάξει…Και με το που το είδα το ξωκκλήσι, κατάλαβα γιατί άρεσε τόσο πολύ στους γονιούς μου..

     Είναι, όντως ένα πανέμορφο εκκλησάκι, κτισμένο απ’ τα παλιά τα χρόνια, από άλλα παιδιά στην μνήμη των γονιών τους, αναμεσίς αιώνιων ελαιόδεντρων παραδίπλα στο παλιό γιοφύρι του ποταμού Πύρρου. Αντίκρυ του κι απέκει από τον χωματόδρομο δεσπόζουν οι μεγάλοι πλάτανοι που απλώνονται σε δάσος και στις δυο όχθες του ποταμού. Για να φτάσεις εκεί αφήνεις πίσω σου τα χωριά και τους ανθρώπους, περνάς από ανομάτιστους ερημικούς χωματόδρομους χαραγμένους φιδωτά αναμεσίς των χωραφιών.. Κι εκεί, στο πουθενά, κι ενώ γίνεσαι μέρος της ησυχίας της φύσης που σε περιβάλλει, βλέπεις μια ασπροβαμμένη σιδερένια πύλη με σταυρό. Με ξάφνιασε που την είδα..Συνήθως τα ξωκκλήσια δεν έχουν πύλη για να περάσεις.. Πίσω της και στην κεφαλή του ξωκκλησιού δυο μνήματα, ενός ιερέως και μιας πρεσβυτέρας..

   Πέρασα από την Πύλη, προχώρησα πλάϊ στα μνήματα..Ανέβηκα ένα σκαλί..Περπατούσα ήδη σ’ ένα όμορφα πλουμιστό πλακόστρωτο, κάτω από μια κεραμοσκέπαστη απλωτή βεράντα, προέκταση της στέγης του ξωκκλησιού και που το περιβάλλει. Δίπλα μου,  στα δυο βήματα, ο επιτάφιος της Παναγίας, κοντά τα καντηλέρια..Είχε ησυχία ο τόπος κι ας υπήρχαν άνθρωποι εκεί.. Η φωνή μου σαν τους χαιρέτησα με το που τους είδα, ακούστηκε τόση παράταιρη μες στην ησυχία που την χαμήλωσα ευθύς..Ένοιωσα, πως να το πω, σα να βεβήλωνα κάτι, μα δεν ήξερα τι..Μετά ήταν που κατάλαβα, μετά….Στο μεταξύ άναψα τα κεριά μου και στράφηκα στις γυναίκες πίσω τους να προσφέρω την εικόνα. Και μίλησα με φωνή πια σα σε ψίθυρο εξηγώντας από ποιούς είναι το δώρο..Εκείνες με αντιχαιρέτησαν ήσυχα, μιλώντας μου χαμηλόφωνα με λόγια λιγοστά , δέχτηκαν με χαρά το δώρο των γονιών μου και πήγαν την εικόνα Της μες στην εκκλησιά. .

      Στο εκκλησάκι μπαίνεις από μια χαμηλή πόρτα στο πλάϊ  αφού κατέβεις δυο πέτρινα σκαλοπάτια. Από κει μπήκα κι εγώ κι είδα ένα ασπροντυμένο δωμάτιο όλο κι όλο,  μ’ ένα παραθύρι στην απέναντι μεριά της πόρτας και  στο βάθος το ξυλόγλυπτο τέμπλο. Λιγοστές οι καρέκλες πάνω στις παλιές πλάκες στο κέντρο του, όπου κάθονταν ήδη οι γέροντες. Με κοίταξαν παραξενεμένοι… Ήμουν η ξένη για κείνους, η ξένη στον χώρο..Έτσι ένοιωσα και ως παρείσακτη έσπευσα να βγω.. Κατέβηκα από την σκεπαστή βεράντα και βγήκα στο άλλο πλακόστρωτο, σ’ εκείνο π’ απλώνεται έξω από την σκεπαστή βεράντα και είχε σα άλλο του σύνορο τα λιόδεντρα και σκεπή του τον ουρανό.Κάθισα σ’ ένα από τα παγκάκια που βρίσκονται στα ριζά των λιόδεντρων. Κι έμεινα να κοιτάζω γύρω..

      Είχαν ρθεί στο μεταξύ κι άλλοι άνθρωποι, κι όλο έρχονταν. Άκουγα τ’ αυτοκίνητά τους καθώς σβήναν’ τις μηχανές τους λίγο πιο πίσω..Μα , παρά το ότι οι άνθρωποι πλήθαιναν, ο τόπος συνέχισε να ’χει ησυχία..Για δες! αναρωτήθηκα παραξενεμένη. Όλοι εδώ θα μιλάν’ μεταξύ τους ψιθυριστά..Πως αλλιώς; Μα και πάλι δεν θ’ ακουγόταν τότε αυτό το χαμηλό βουητό που είναι από τα ψιθυρίσματα;; Άρα, δεν μιλάν’ μεταξύ τους κατέληξα ..απλά δεν μιλάνε. Μένουν σιωπηλοί, γιαυτό η τόση ησυχία του τόπου.. Μου έκανε εντύπωση. Η λειτουργία, στο μεταξύ, είχε αρχίσει ..Κι εγώ ξέμεινα κάτω από τα λιόδεντρα να ακούω τα θροΐσματα από τα φύλλα των δέντρων ανάκατα με τα τιτιβίσματα των πουλιών πως σιγοντάριζε ο ήχος τους την μελωδικότητα της φωνής του ιερέα που λειτουργούσε..

   Ένοιωθα όμορφα..¨Όλα γύρω μου είχαν Ομορφιά!!! Όλα, απλά, ευωδιαστά και γαλήνια..Και με πόση αγάπη έχουν φροντισμένο τούτο τον χώρο οι άνθρωποι εδώ, κοίταγα και σκεφτόμουν! Μέχρι και οι κορμοί των λιόδεντρων γύρω μου ήταν ασβεστωμένοι, όλος ο τόπος ήταν που έλαμπε από καθαριότητα. Μα δεν ήταν μοναχά αυτά που έβλεπα κι άκουγα.! Ήταν  και ο,τι εξέπεμπε αυτός το τόπος!! Αυτή την αίσθηση της απλωσιάς μες στην γαλήνη, αυτό το νοιάξιμο από την αγάπη, αυτή την ηρεμία από την ελευθερία.. Α! Γιαυτό άρεσε στους γονιούς μου εδώ! Γιαυτό, είπα στον εαυτόν μου!! Να δεις που σε ένα τέτοιο παγκάκι θα καθόντουσαν κι αυτοί σαν νοιώθαν’ όπως και εγώ..Το ξανασκέφθηκα..Ναι, από μια τέτοια θέση μακρυά από τους άλλους, τότε τα βλέπεις πιο εύκολα αυτά! Γιαυτό, ίσως και το δώρο τους! Ως το ευχαριστώ τους, για τα δώρα που είχαν δοθεί στους ίδιους από αυτόν εδώ τον τόπο σαν ήσαν εδώ! ..

    Η λειτουργία τελείωνε..Με το μοίρασμα των άρτων, οι ήχοι από τις φωνές των ανθρώπων που συνομιλούσαν ακούγονταν πιά καθάριοι και ευκρινείς. Γέλια και χαιρετισμοί κι αγκαλιές γύρω μου..Η σιωπή είχε παραχωρήσει την θέση της… Είδα τις κυρίες που είχα δώσει την εικόνα νάρχονται προς το μέρος μου..Μου μιλούσαν πια με κανονική φωνή. Ευχαρίστησαν και πάλι για την εικόνα και με κάλεσαν να δω που την είχαν τοποθετήσει στον ναό, με ρώτησαν και αν ήμουν ευχαριστημένη για την επιλογή της θέσης.. ‘Ακου τώρα! Τι μου λένε, αναλογίστηκα! Αυτά δεν με είχαν απασχολήσει ποσώς! Χάρηκα όμως με την χαρά τους που τους άρεσε η εικόνα Της και που τιμούσαν το δώρο των γονιών μου….Πόσο θα το φχαριστιούνταν, αν ήσαν εκείνοι εδώ! Τι χαρά που θα ‘παιρναν την ώρα τούτη, οι αγαπημένοι μου!

      Κίνησα να γυρίσω στο παραθαλάσσιο ξενοδοχείο που έμενα εκείνες τις μέρες.. Στο γονικό σπίτι της μάνας μου στο χωριό δεν είχα θελήσει να μείνω..Βαριές οι σκιές του..

     Κι εκεί, στην ησυχία του δωμάτιου, ενόσω αγνάντευα την θάλασσα μπροστά μου καθώς έπαιρνε από τα χρώματα της δύσης του ήλιου, με τον νου άδειο να οσφραίνομαι την αρμύρα του αέρα, τότε που κατάλαβα γιατί η σιωπή, γιατί οι λιγοστές οι λέξεις των ψίθυρων τότε, γιατί εκείνη η αίσθηση του βέβηλου από μεριάς μου..Πως και δεν το είχα δει από τα τότε;

     Πως και δεν είχα από κείνη την ώρα καταλάβει ότι όλος ο τόπος π’ απλωνόταν γύρω μου από την στιγμή που πέρασα την πύλη, με το ξωκκλήσι, την σκεπαστή την βεράντα του, με τα δέντρα του, τον ουρανό του,  τ’ αεράκι του το ευωδιασμένο, τα τιτιβίσματα των πουλιών του, ότι όλος αυτός ο τόπος με τα όλα του και τους ανθρώπους του, ήταν ο χώρος και ο τόπος του ναού; Ότι ένας ήταν ο τόπος και ο χώρος; Η εκκλησία στ’ όνομα εκείνης; Της Παναγιάς;..

Και, ότι χάρις στην σιωπή των προσκυνητών υπήρχε η αρμονία από το έξω, της φύσης, με το μέσα, των ανθρώπων; ..Και ότι πιο πίσω από την σιωπή και μέσα από αυτήν, ήταν ο σεβασμός, το δέος των πιστών στον τόπο και στον χώρο Εκείνης;..

Κι εγώ, τόσο ξένη προς αυτό;;

Αμ..δεν διαθέτω ούτε κόκκο σκόνης, πόσον της συνάπεως!

Λόγια στην σιωπή


                                                                                                              Αγάπα τον άνθρωπο γιατί είσαι εσύ…

έλεγε ο Καζαντζάκης

Karl  Blechen, grotto_in_the_gulf_of_naples-

«..Υπάρχει στη φύση του ανθρώπου μια μυστική τάση και ροπή προς την αγάπη για τους άλλους, η οποία, αν δεν αναλωθεί σε μερικά πρόσωπα ή σε ένα, σκορπίζεται αβίαστα σε πολλούς, και κάνει τους ανθρώπους ευσπλαχνικούς και ελεήμονες -όπως παρατηρούμε μερικές φορές στους μοναχούς. Η αγάπη μεταξύ των συζύγων γεννάει την ανθρωπότητα, η αγάπη μεταξύ φίλων την τελειοποιεί. Αλλά η αχαλίνωτη αγάπη τη διαφθείρει και την ευτελίζει.»

Απόσπασμα από το βιβλίο του Φράνσις Μπέικον, «Τα Δοκίμια”

Κι ο Μπέικον, για την αγάπη προς τους άλλους ανθρώπους έλεγε

1.-blu_thumb.gif

Τότε, να πω κι εγώ από την μεριά μου, κείνο που πιστεύω, ότι η αγάπη τ’ ανθρώπου δεν είναι μοναχά  από και για τους ανθρώπους μα για το κάθε τι ζωντανό που μας περιβάλλει

Η αγάπη, πιστεύω, είναι ανάσα, είναι ενέργεια, σαν τέτοια εκπέμπεται, διαχέεται, αντανακλάται, δονεί και δονείται, επιστρέφεται σα δοθεί αν όχι προς όπου κατευθύνθηκε, μα από κάπου αλλού, από  άλλο π’ ανασαίνει..

Να, σαν πως βλέπω την αγάπη, όπως την ανάσα..Δεν αγαπάς για την ανταπόδοση, για την επιστροφή, όπως ανασαίνεις και υπάρχεις, αγαπάς και υπάρχεις..αγαπάς για να υπάρχεις, ανασαίνεις για να ζεις, αγαπάς για να ζεις.

Η αγάπη είναι γύρω μας..άλλο αν δεν μπορεί ή δεν θέλει κάποιος να την δεχθεί, Μπορεί πάλι να μην έχει για να την δώσει…Τότε τι; Επιβιώνει απλά;.Δεν ζει; Έτσι, το βλέπω.

‘Έγνοια το’ χα από τα μικρά μου τα χρόνια..Τι φοβερό, έλεγα στον εαυτόν μου, μη και δεν μπορώ να αγαπώ..Δεν θυμάμαι γιατί τα συλλογιόμουν αυτά. Το ερώτημα, μόνο, θυμάμαι; Μπορώ; Μπορώ ν’αγαπώ;

Μου είπαν, πρόσφατα…Μα πως και αφήνεις τον εαυτόν σου να αγαπά; Αφού αυτό π’ αγαπάς, μπορεί να πεθάνει, μπορεί να χαθεί  και τότε θα βιώσεις τον πόνο..

Ο πόνος, ο πόνος του φόβου, ο φόβος του πόνου..Βαρύ φορτίο ο φόβος..Θέλει να έχεις κότσια, πίστη για να τον διαβείς, να περάσεις από μέσα του στην άλλη μεριά.. Και τότε είναι που ανασαίνεις.

Τον έζησα τον πόνο του θανάτου αγαπημένων και τον σπαραγμό της. Τέτοιο πόνο για τον πόνο του ..Ίσως, για αυτό ξέρω, μπορεί και πριν από αυτό…για να μπορώ να πω πως ο βαθύτερος πόνος δεν είναι η απώλεια τ’ αγαπημένου, μα η αίσθηση ή η γνώση πως μπορεί να του στέρησα, όσο ζούσε, από την αγάπη που είχα να του δώσω και δεν έδωσα, από το βάρος του που δεν σήκωσα να τον αλαφρώσω, από τον λόγο του που δεν άκουσα, από τον λόγο που δεν του είπα..Γι’ αυτά που κράτησα, όχι γι’ αυτά που δεν έδωσα, αυτός ο βαθύτερος πόνος, αυτή η πληγή, έτσι το είδα, έτσι το βλέπω.

Οσο για τις άλλες απώλειες…του να χαθεί, του να φύγει από κοντά μας, εκείνος, εκείνη ή ο,τι αγαπάμε..εκεί- και που το’ ζησα  δεν έχω πολλά να πω, μοναχά πως ούτως ή άλλως δεν μου ανήκε- τίποτε δεν μου, μας ανήκει, πιστεύω- ελεύθερος πως είναι ο άλλος  να μείνει ή και να φύγει. Κι ο,τι έδωσα δοσμένο είναι. Δεν μπορώ και να θέλω να το πάρω πίσω..Και, δεν είναι ότι παύει να υπάρχει,  είναι που αλλάζει μορφή μετά ..Κάπως έτσι το βλέπω.

Και, δεν κατανοώ εκεί που έλεγε ο Μπέικον περί αχαλίνωτης αγάπης..Υπάρχει τέτοια; Και αν ναι, τι και που είναι ο χαλινός για να προσδιορίσω το αχαλίνωτο;

Κι εκείνη η αποκομμένη φράση του Καζαντζάκη που διάβασα .”αγάπα τον άνθρωπο γιατί είσαι συ”..αναρωτιέμαι, αν είμαι μέρος του όλου, όπως πιστεύω ότι είμαι, μα και ότι συνάμα είμαι διακριτό κομμάτι του όσο υπάρχω, πως μπορώ να διαχωρίσω από το όλον, το μέρος εκείνο μόνο τ’ ανθρώπου για ν’ αγαπώ; Επειδή, ίσως, είναι ο άλλος άνθρωπος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση; Μα και πάλι ως διακριτό μέρος του όλου,  άρα και στην σχέση μου με τον άλλον άνθρωπο, πάλι δεν εξακολουθώ να παραμένω διακριτή και να μην παύω να είμαι, επειδή τον αγαπώ;

Κι  έπειτα, αναρωτιέμαι, τον κάθε άνθρωπο; Τον κάθε άνθρωπο ν’ αγαπώ, γιατί είναι εγώ;  Μα ακόμη κι ο Χριστός όταν είπε το “αγαπάτε αλλήλους” έθεσε ως προϋπόθεση και βάση της αγάπης την αμοιβαιότητα στις σχέσεις των ανθρώπων, δεν μίλησε για το εσύ είμαι εγώ. Κείνος είπε, αγάπα τον πλησίoν σου ως σεαυτόν. Γιατί, επί παραδείγματι, πως να μπορώ ν’ αγαπώ τον άλλον,  όταν ο άλλος είναι από κείνους που φχαριστιώνται να σκοτώνουν, να βασανίζουν άλλους ή άλλα; ‘Η απλά είναι σιχαμένος για μένα;  Πως θα μπορούσα να αγαπάω τον εαυτόν μου εάν ήμουν κι εγώ από κείνους ή με σιχαινόμουν, ας πούμε;

Ίσως πάλι, αν ορισμός του να είσαι άνθρωπος, καλός άνθρωπος, είναι να αγαπάς τον άλλον άνθρωπο, όπως και αν είναι ή “γιατί είσαι εσύ” ε’ πως να το κάνουμε,  τότε δεν είμαι καλός άνθρωπος. Είναι και επειδή, όπως το βλέπω,  αγαπώ σημαίνει πράττω, ενεργώ..και που στο όνομα της αγάπης έχουν γίνει τα μεγάλα τα εγκλήματα,, κατά το «αγαπώ γιατί είσαι εγώ”, οπότε «πως τολμάς να είσαι άλλος;» ή αφού εγώ θέλω να σκοτωθώ γιατί δεν αντέχω να είμαι ο,τι είμαι και συ είσαι εγώ, ας σκοτώσω σένα, να πάψω να υπάρχω εγώ.

Τρέλλες;

Πρέπει να διαβάσω το βιβλίο του Καζαντζάκη εκείνο για τις ανθρώπινες σχέσεις για να τον κατανοήσω στην φράση του αυτή. Δεν μου αρκεί η φράση, μάλλον το νόημά της είναι αλλιώτικο..

Κι έπειτα,  είναι και που νοιώθω τόσο μικρή σαν μιλώ για αγάπη…

Φωναχτές οι σκέψεις μου απόψε…Ας σωπάσω εδώ.

1.-blu_thumb.gif

1. Ο ζωγραφικός πίνακας έχει τον τίτλο “Grotte mit zwei Mönchen am Golf von Neapel” (Σπήλαιο με δυο μοναχούς στον κόλπο της Νάπολης) έργο του 1830 του Γερμανού ζωγράφου Karl  Blechen (29-7-1798 έως 23-7-1840), και βρίσκεται στην Κολωνία στο μουσείο Wallraf-Richartz

2. Ο Sir Francis Bacon, Viscount St. Albans, (22 Ιανουαρίου 1561 – 9 Απριλίου 1626) ήταν Άγγλος φιλόσοφος, πολιτικός, επιστήμονας, συγγραφέας και δεξιοτέχνης στη χρήση της αγγλικής γλώσσας. Μνημονεύεται για την ικανότητά του ως αγορητή στο κοινοβούλιο και σε περιώνυμες δίκες, καθώς και ως καγκελάριος του βασιλιά της Αγγλίας Ιακώβου Α’. Επίσης θεωρήθηκε ως ο άνθρωπος που επιδίωξε την κατάκτηση όλης της σφαίρας της γνώσης και που ύστερα από μελέτη και επισκόπηση υποστήριξε νέους τρόπους για να μπορέσει ο άνθρωπος να επιβάλει έναν έλλογο έλεγχο πάνω στη φύση, προς δόξα του θεού και βελτίωση της θέσης του ανθρώπου πάνω στον κόσμο.

Λέγεται και υποστηρίζεται με σφοδρότητα ότι Σερ Φράνσις Μπέικον ήταν ο αληθινός συγγραφέας των Σαιξπηρικών έργων

Ο μασόνος ιστορικός Mανλι Χώλ έγραψε για τον Μπαίηκον: «… Ήταν ένας Ροδόσταυρος, πολλοί λένε ο σπουδαιότερος. Αν δεν ήταν πράγματι ο ένδοξος Πατήρ C.R.C. ο οποίος αναφέρεται στα μανιφέστα των Ροδοσταύρων σίγουρα ήταν υψηλόβαθμος μυημένος του Τάγματος. Οι ενθουσιώδεις τύποι που εδώ και χρόνια προσπαθούν να ταυτίσουν τον Σερ Φράνσις Μπαίηκον με τον αληθινό Βάρδο του Έϊβον, ίσως να είχαν αποδείξει προ πολλού την θεωρία τους αν έδιναν μεγαλύτερη έμφαση στο πιο σημαντικό σημείο, ότι δηλαδή ο Μπαίηκον ο μύστης των Ροδοσταύρων, είχε περάσει μέσα στα σαιξπηρικά έργα τις μυστικές διδασκαλίες της Αδελφότητας των Ροδόσταυρων και τις αληθινές τελετουργίες του Τεκτονικού Τάγματος του οποίου ίσως αποκαλυφθεί πως ήταν ο αληθινός ιδρυτής…» ( The secret Teachings of all Ages )

Βραδυάζει στην λίμνη


     Βραδυάζει κιόλας. Αγναντεύω τον ήλιο πως βάφει τον ουρανό αχνορόδινα χρώματα που καθώς πέφτει να χαθεί στον ορίζοντα της θάλασσας παίρνουν από το γαλάζιο των βουνών πίσω της.. Και εγώ ταξιδεύω κιόλας πιο πέρα..Κάπου αλλού. Να, σ΄εκείνη την λίμνη, σε αυτή την μουσική, στον χορό της εύμορφης αντίκρυ στην θάλασσα..

«Η νύχτα να ‘ταν που έκλεισε τα μάτια; Μένει αθάλη,
σαν από δοξαριού νευρά μένει πνιχτό βουητό»

    Δεν μπορώ να δω πια πίσω από το γαλάζιο του ορίζοντα..Χαμηλώνω τα μάτια. Βλέπω τα φώτα της πόλης, ακούω την  βουή από τ’ αυτοκίνητα, οσφραίνομαι την αρμύρα του αγεριού από την θάλασσα. Είμαι εδώ.

«..Ο κόσμος είναι απλός»

Roberto La Forgia

κόκκινα τριανταφυλλάκια

Η μουσική στο video της Mila Gee είναι της Ευανθίας Ρεμπούτσικα.

Τα εντός εισαγωγικών κείμενα είναι ποιητικά αποσπάσματα από τον «Ερωτικό Λόγο του ποιητή μας Γεωργίου Σεφέρη, και

η υπέροχη φωτογραφία του απόβραδου στην λίμνη Κόμο της μικρής πόλης Malgrate της Λομβαρδίας στην Ιταλία είναι του φωτογράφου Roberto La Forgia.

Καλό σας βράδυ.

Το λιβάδι με τις παπαρούνες


                                                                                “Κι είναι ο χρόνος η κινούμενη μορφή της                                                                                                 ακίνητης αιωνιότητας”

                                                                                                                                                                                                                                         Jean Jacques Rousseau

             ανοιξη4

                                          ΄Ήταν, θυμάμαι, μια  Άνοιξη. Πολλά χρόνια πριν. Κι ήταν στο γιόμισμά της. Ήταν  λίγο μετά το μεσημέρι. . Ο πατέρας μου οδηγούσε το αυτοκίνητο καθώς κατεβαίναμε απ’ το βουνό. Φιδίσιος ο δρόμος, μυρωδάτος ο αέρας, κι ερημιά γύρω.

                             Στις δυο μεριές του δρόμου,  δέντρα μας ντύναν με την σκιά τους. Κρυμμένα μέσα στα φυλλώματα τα κελαηδήματα των πουλιών ενώνονταν με το  γουργούρισμα της μηχανής τ’ αυτοκινήτου. Έκανε ζέστη. Ανοιξιάτικη ζέστη, εκείνη η ωραία με  την   φρεσκάδα την βουνίσια. Δεν μιλούσαμε, είχαμε ησυχία, εκείνης την ράθυμης, νυσταγμένης παύσης. Τότε και στο έβγα μιας ακόμη στροφής, ήλθε ο ήλιος λαμπερός μες στα μάτια μου. Με τύφλωσε. τα δέντρα ξωπίσω μας μας είχαν παραδώσει σ΄ αυτόν. Από την μια μεριά του δρόμου, εκεί υψώνονταν λοφίσκοι, ντυμένοι στο πράσινο. Κοίταξα και από την άλλη μεριά.Και τότε το είδα. Ένα απέραντο λιβάδι ολόγιομο παπαρούνες. Κόκκινες παπαρούνες, πανύψηλες. Κι’ ανενόχλητες αναδεύονταν στο ελαφρύ αεράκι , στην απλωσιά του λιβαδιού. Πέρα στο βάθος στραφτάλιζε η θάλασσα απ’ τον ήλιο και ενωνόταν στον ορίζοντα με ένα ουρανό αχνογάλανο , πεντάφωτο, χωρίς ένα ισχνός άσπρου μικρού σύγνεφου πάνω του. Έμεινα έκθαμβη.Κι άρχισα να φωνάζω μες στην ησυχία..Κοίτα, κοίτα!!!

Του πατέρα μου κόντεψε να του φύγει το τιμόνι. Αιφνιδιάστηκε από την φωνή μου και με ρώτησε ενοχλημένος. – Τι να δω παιδάκι μου;; Η μάνα πίσω και η μικρή μας η Νικολέττα – θάταν, δεν θάταν οκτώ χρονώ τότε-αναδεύτηκαν από την χαύνη τους.

Μα, εγώ δεν μπορούσα ν’ απαντήσω. Έχανα την στιγμή!!Κοίτα ,επαναλάμβανα, Κοιτάτε!!!

Τι να δω;;; ρωτούσε ο πατέρας κι ακολούθησε η ματιά του τα χέρια μου που είχαν ανοιχτεί προς τα κει που έβλεπα. Μα δεν είναι τίποτε εκεί, είπε απορημένος.

Μα τι είναι εκεί; ρώτησε κοιτάζοντας  κι η μάνα.

Οι παπαρούνες είναι εκεί, τους είπα. Σταμάτα το αυτοκίνητο, πατέρα του είπα. Τώρα!!

Υπάκουσε εκνευρισμένος.

Βγήκα από το αυτοκίνητο.Που πας;; μου φώναζε. Κόντεψες να μας σκοτώσεις!!!

Πάω να μπω μέσα,απάντησα ενώ έτρεχα προς το λιβάδι.

Και χώθηκα στις παπαρούνες. Μ’ έφταναν, το θυμάμαι αυτό, κοντά στους αγκώνες. Τόσο ψηλές. Βασίλισσες του πράσινου και του γαλάζιου. Η μια δίπλα στην άλλη, πυκνορθωμένες, γιόμιζαν, στην διάβα μου αναμεσίς τους, τον αέρα γύρω μου με εκείνη την υπέροχη ιδιαίτερη ευωδιά τους.Κι ήταν κι η γης που πατούσα που ανέδυε τ’ άρωμά της . Πέρασα τα δάχτυλά μου πάνωθέ τους. Ευφορία!!

Ήταν το παιδί που μ’ ακολούθησε πρώτο. Μπήκε μέσα τους και χάθηκε στο κόκκινο..Κι έπειτα από κάμποσο κι οι γονείς. Όλοι μας, μες στις παπαρούνες  του λιβαδιού. Έστησα χορό αυτοσχέδιο κι η μικρή μας γελούσε και χόρευε κι αυτή. Τα μάτια της έλαμπαν, πράσινα διαμάντια π ’αντανακλούσαν φως. Οι γονείς μου άρχισαν  να το φχαριστιούνται, γελούσαν βλέποντάς μας, απολάμβαναν τις στιγμές.  Η μικρή μου πήγε να κόψει μερικές. Αστε τες τις είπα.’Αστε τες να ζήσουν για πόσο τους είναι. Μην τις χαλάς. Θα μαραζώσουν αμέσως αμα τις κόψεις! Και τα πέταλά τους θα σκορπιστούν.και συ , θα λυπηθείς. Αστες να τις χαιρόμαστε, εμείς και όσοι περνάνε από δω..Με κοίταξε κ’ ησυχα  τις άφησε..σα ναχε ντραπεί για την βιά της.

Δεν ξέρω, να πω, πόσο μείναμε σε εκείνο το λιβάδι, μα , σαν βγήκαμε απ’ αυτό, το ράθυμο της νύστας μας του μεσημεριού, είχε χαθεί. Οι παπαρούνες μας είχαν δώσει χαρά κι ενέργεια τόση ώστε να γιομίσουν το υπόλοιπο του ταξιδιού και μέχρι το σπίτι. Και εμείς, από κείνη την ώρα  μοιραζόμασταν την ομορφιά του  ο,τι περνούσε μες από τα μάτια μας..

Σταλαματιά γλύκας πίσω στον χρόνο αυτή.. Κι ήρθε πίσω από τα μάτια μου σαν είδα μια εικόνα με παπαρούνες..

Δεν μπορώ πιά να τις μοιραστώ μαζί τους τις στιγμές εκείνες. Έχουν φύγει όλοι τους στην πέρα χώρα.Πρώτα το παιδί, μετά ο πατέρας και στερνά η μάνα.

Τώρα, πίσω από αυτές τις γραμμές, μένουν οι στιγμές εκείνες, οι πολύτιμες, που τις μοιράζομαι μαζί σας.

Γιατί η Ομορφιά είναι να μοιράζεται.