Η Υπόσχεση


   “Ο δε Ιησούς είπε προς αυτούς·

Διότι αληθώς σας λέγω,

Εάν έχητε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, θέλετε ειπεί προς το όρος τούτο,

Μετάβηθι εντεύθεν εκεί, και θέλει μεταβή·

και δεν θέλει είσθαι ουδέν αδύνατον εις εσάς. «

                                                 (Ματθ. ιζ’ 20)

5a39aefa7610a925ffbcdad72b946591

      Φέτος, στις μέρες τις πριν τον δεκαπενταύγουστο, κίνησα κατά τα μέρη τα γονικά της μάνας μου. Παραθαλάσσιος ο τόπος.  Είχα να πάω να προσφέρω το δώρο αυτής και του πατέρα μου, μια εικόνα της Παναγιάς, σε ένα ερημοκλήσι της στην ενδοχώρα της περιοχής..Την εικόνα της Παναγιάς, την είχαν πάρει οι γονείς μου ενόσω ζούσαν, για να την κάνουν δώρο σε εκείνο το ξωκλήσι Της που λειτουργούσε μόνο μια φορά τον χρόνο, την ημέρα της Κοιμήσεώς Της. . Μου το είχαν πει, σαν μου είχαν δείξει την Εικόνα Της. . Είναι για κείνο το εκκλησάκι της Παναγίτσας, εκείνο που είναι στην ερημιά, έξω από το χωριό, πέρα στα χωράφια, μες στα λιόδεντρα που είναι, εκεί θέλουμε να την κάνουμε δώρο, μου είχαν πει.. Ήταν να την πάνε τον δεκαπενταύγουστο που θα’ ρχόταν.. “Υπερ Υγείας” δηλαδή; τους είχα ρωτήσει τότε, θυμάμαι.. Κι είχαν κοιταχτεί μεταξύ τους ξαφνιασμένοι..Δεν είχαν σκεφθεί λόγο για το δώρο τους, μοναχά να της το προσφέρουν, αυτό θέλαν’ και μόνο.

      Μα, ήρθαν έτσι τα πράγματα που οι γονείς μου δεν μπόρεσαν να κάνουν το δώρο τους όσο ζούσαν και πως τόθελαν! Πρώτα η αρρώστια, του πατέρα, έπειτα ο θάνατός του, μετά η αρρώστια της μάνας … Έγνοια, την είχαν την Εικόνα Της να της την πάνε στο ξωκλήσι. Μου το’ χαν ζητήσει από τα τότε, που έγιναν αδύναμοι, να την πάω εγώ εκεί, αντίς για κείνους. Πήγαινέ την και θα δεις, παιδί μου, και πόσο όμορφο είναι το εκκλησάκι  Της εκείνο, μου είχαν πει. Και εγώ είχα πει το ναι και αυτοί ησυχάσανε.. Το είχα υποσχεθεί.

      Μα ούτε που ήξερα κατά που έπεφτε το ξωκλήσι,  ούτε κι εκείνοι μπορούσαν να μου πουν, ούτε όμως κι οι άλλοι που είχα ρωτήσει τότε, ξέραν’ κάτι για το ξωκλήσι αυτό και τον τόπο.. Φέτος ήταν που έχασα και την μάνα. Κι έμεινε η εικόνα της Παναγιάς τυλιγμένη να με περιμένει να την πάω στον προορισμό της..Είχε ρθεί για μένα η ώρα, κι ας μην το ‘χα σκεφθεί πως θα γινόταν έτσι, μετά που θα φεύγαν οι γονείς μου, δηλαδή..Και ξαναματαρώτησα για τον τόπο.. Και να, που οι άλλοι που είχα ρωτήσει και ματαρωτήσει, ρωτήσαν τους παρ’ άλλους και μάθαν’ και μήνυσαν και σε μένα για την εκκλησία και τον τόπο.

      Έτσι, έμελλε νάταν τούτος ο δεκαπενταύγουστος, αυτός που η Εικόνα των γονιών μου, η Εικόνα της Παναγιάς της Ιεροσολυμίτισσας χωρίς τ’ αστραφτερά της που της φορέσανε μετά, βρήκε την θέση της πλάι στο παραθύρι στο μικρό ερημοκλήσι της Παναγίας του Πείρου ποταμού, κατά πως της το είχαν τάξει…Και με το που το είδα το ξωκκλήσι, κατάλαβα γιατί άρεσε τόσο πολύ στους γονιούς μου..

     Είναι, όντως ένα πανέμορφο εκκλησάκι, κτισμένο απ’ τα παλιά τα χρόνια, από άλλα παιδιά στην μνήμη των γονιών τους, αναμεσίς αιώνιων ελαιόδεντρων παραδίπλα στο παλιό γιοφύρι του ποταμού Πύρρου. Αντίκρυ του κι απέκει από τον χωματόδρομο δεσπόζουν οι μεγάλοι πλάτανοι που απλώνονται σε δάσος και στις δυο όχθες του ποταμού. Για να φτάσεις εκεί αφήνεις πίσω σου τα χωριά και τους ανθρώπους, περνάς από ανομάτιστους ερημικούς χωματόδρομους χαραγμένους φιδωτά αναμεσίς των χωραφιών.. Κι εκεί, στο πουθενά, κι ενώ γίνεσαι μέρος της ησυχίας της φύσης που σε περιβάλλει, βλέπεις μια ασπροβαμμένη σιδερένια πύλη με σταυρό. Με ξάφνιασε που την είδα..Συνήθως τα ξωκκλήσια δεν έχουν πύλη για να περάσεις.. Πίσω της και στην κεφαλή του ξωκκλησιού δυο μνήματα, ενός ιερέως και μιας πρεσβυτέρας..

   Πέρασα από την Πύλη, προχώρησα πλάϊ στα μνήματα..Ανέβηκα ένα σκαλί..Περπατούσα ήδη σ’ ένα όμορφα πλουμιστό πλακόστρωτο, κάτω από μια κεραμοσκέπαστη απλωτή βεράντα, προέκταση της στέγης του ξωκκλησιού και που το περιβάλλει. Δίπλα μου,  στα δυο βήματα, ο επιτάφιος της Παναγίας, κοντά τα καντηλέρια..Είχε ησυχία ο τόπος κι ας υπήρχαν άνθρωποι εκεί.. Η φωνή μου σαν τους χαιρέτησα με το που τους είδα, ακούστηκε τόση παράταιρη μες στην ησυχία που την χαμήλωσα ευθύς..Ένοιωσα, πως να το πω, σα να βεβήλωνα κάτι, μα δεν ήξερα τι..Μετά ήταν που κατάλαβα, μετά….Στο μεταξύ άναψα τα κεριά μου και στράφηκα στις γυναίκες πίσω τους να προσφέρω την εικόνα. Και μίλησα με φωνή πια σα σε ψίθυρο εξηγώντας από ποιούς είναι το δώρο..Εκείνες με αντιχαιρέτησαν ήσυχα, μιλώντας μου χαμηλόφωνα με λόγια λιγοστά , δέχτηκαν με χαρά το δώρο των γονιών μου και πήγαν την εικόνα Της μες στην εκκλησιά. .

      Στο εκκλησάκι μπαίνεις από μια χαμηλή πόρτα στο πλάϊ  αφού κατέβεις δυο πέτρινα σκαλοπάτια. Από κει μπήκα κι εγώ κι είδα ένα ασπροντυμένο δωμάτιο όλο κι όλο,  μ’ ένα παραθύρι στην απέναντι μεριά της πόρτας και  στο βάθος το ξυλόγλυπτο τέμπλο. Λιγοστές οι καρέκλες πάνω στις παλιές πλάκες στο κέντρο του, όπου κάθονταν ήδη οι γέροντες. Με κοίταξαν παραξενεμένοι… Ήμουν η ξένη για κείνους, η ξένη στον χώρο..Έτσι ένοιωσα και ως παρείσακτη έσπευσα να βγω.. Κατέβηκα από την σκεπαστή βεράντα και βγήκα στο άλλο πλακόστρωτο, σ’ εκείνο π’ απλώνεται έξω από την σκεπαστή βεράντα και είχε σα άλλο του σύνορο τα λιόδεντρα και σκεπή του τον ουρανό.Κάθισα σ’ ένα από τα παγκάκια που βρίσκονται στα ριζά των λιόδεντρων. Κι έμεινα να κοιτάζω γύρω..

      Είχαν ρθεί στο μεταξύ κι άλλοι άνθρωποι, κι όλο έρχονταν. Άκουγα τ’ αυτοκίνητά τους καθώς σβήναν’ τις μηχανές τους λίγο πιο πίσω..Μα , παρά το ότι οι άνθρωποι πλήθαιναν, ο τόπος συνέχισε να ’χει ησυχία..Για δες! αναρωτήθηκα παραξενεμένη. Όλοι εδώ θα μιλάν’ μεταξύ τους ψιθυριστά..Πως αλλιώς; Μα και πάλι δεν θ’ ακουγόταν τότε αυτό το χαμηλό βουητό που είναι από τα ψιθυρίσματα;; Άρα, δεν μιλάν’ μεταξύ τους κατέληξα ..απλά δεν μιλάνε. Μένουν σιωπηλοί, γιαυτό η τόση ησυχία του τόπου.. Μου έκανε εντύπωση. Η λειτουργία, στο μεταξύ, είχε αρχίσει ..Κι εγώ ξέμεινα κάτω από τα λιόδεντρα να ακούω τα θροΐσματα από τα φύλλα των δέντρων ανάκατα με τα τιτιβίσματα των πουλιών πως σιγοντάριζε ο ήχος τους την μελωδικότητα της φωνής του ιερέα που λειτουργούσε..

   Ένοιωθα όμορφα..¨Όλα γύρω μου είχαν Ομορφιά!!! Όλα, απλά, ευωδιαστά και γαλήνια..Και με πόση αγάπη έχουν φροντισμένο τούτο τον χώρο οι άνθρωποι εδώ, κοίταγα και σκεφτόμουν! Μέχρι και οι κορμοί των λιόδεντρων γύρω μου ήταν ασβεστωμένοι, όλος ο τόπος ήταν που έλαμπε από καθαριότητα. Μα δεν ήταν μοναχά αυτά που έβλεπα κι άκουγα.! Ήταν  και ο,τι εξέπεμπε αυτός το τόπος!! Αυτή την αίσθηση της απλωσιάς μες στην γαλήνη, αυτό το νοιάξιμο από την αγάπη, αυτή την ηρεμία από την ελευθερία.. Α! Γιαυτό άρεσε στους γονιούς μου εδώ! Γιαυτό, είπα στον εαυτόν μου!! Να δεις που σε ένα τέτοιο παγκάκι θα καθόντουσαν κι αυτοί σαν νοιώθαν’ όπως και εγώ..Το ξανασκέφθηκα..Ναι, από μια τέτοια θέση μακρυά από τους άλλους, τότε τα βλέπεις πιο εύκολα αυτά! Γιαυτό, ίσως και το δώρο τους! Ως το ευχαριστώ τους, για τα δώρα που είχαν δοθεί στους ίδιους από αυτόν εδώ τον τόπο σαν ήσαν εδώ! ..

    Η λειτουργία τελείωνε..Με το μοίρασμα των άρτων, οι ήχοι από τις φωνές των ανθρώπων που συνομιλούσαν ακούγονταν πιά καθάριοι και ευκρινείς. Γέλια και χαιρετισμοί κι αγκαλιές γύρω μου..Η σιωπή είχε παραχωρήσει την θέση της… Είδα τις κυρίες που είχα δώσει την εικόνα νάρχονται προς το μέρος μου..Μου μιλούσαν πια με κανονική φωνή. Ευχαρίστησαν και πάλι για την εικόνα και με κάλεσαν να δω που την είχαν τοποθετήσει στον ναό, με ρώτησαν και αν ήμουν ευχαριστημένη για την επιλογή της θέσης.. ‘Ακου τώρα! Τι μου λένε, αναλογίστηκα! Αυτά δεν με είχαν απασχολήσει ποσώς! Χάρηκα όμως με την χαρά τους που τους άρεσε η εικόνα Της και που τιμούσαν το δώρο των γονιών μου….Πόσο θα το φχαριστιούνταν, αν ήσαν εκείνοι εδώ! Τι χαρά που θα ‘παιρναν την ώρα τούτη, οι αγαπημένοι μου!

      Κίνησα να γυρίσω στο παραθαλάσσιο ξενοδοχείο που έμενα εκείνες τις μέρες.. Στο γονικό σπίτι της μάνας μου στο χωριό δεν είχα θελήσει να μείνω..Βαριές οι σκιές του..

     Κι εκεί, στην ησυχία του δωμάτιου, ενόσω αγνάντευα την θάλασσα μπροστά μου καθώς έπαιρνε από τα χρώματα της δύσης του ήλιου, με τον νου άδειο να οσφραίνομαι την αρμύρα του αέρα, τότε που κατάλαβα γιατί η σιωπή, γιατί οι λιγοστές οι λέξεις των ψίθυρων τότε, γιατί εκείνη η αίσθηση του βέβηλου από μεριάς μου..Πως και δεν το είχα δει από τα τότε;

     Πως και δεν είχα από κείνη την ώρα καταλάβει ότι όλος ο τόπος π’ απλωνόταν γύρω μου από την στιγμή που πέρασα την πύλη, με το ξωκκλήσι, την σκεπαστή την βεράντα του, με τα δέντρα του, τον ουρανό του,  τ’ αεράκι του το ευωδιασμένο, τα τιτιβίσματα των πουλιών του, ότι όλος αυτός ο τόπος με τα όλα του και τους ανθρώπους του, ήταν ο χώρος και ο τόπος του ναού; Ότι ένας ήταν ο τόπος και ο χώρος; Η εκκλησία στ’ όνομα εκείνης; Της Παναγιάς;..

Και, ότι χάρις στην σιωπή των προσκυνητών υπήρχε η αρμονία από το έξω, της φύσης, με το μέσα, των ανθρώπων; ..Και ότι πιο πίσω από την σιωπή και μέσα από αυτήν, ήταν ο σεβασμός, το δέος των πιστών στον τόπο και στον χώρο Εκείνης;..

Κι εγώ, τόσο ξένη προς αυτό;;

Αμ..δεν διαθέτω ούτε κόκκο σκόνης, πόσον της συνάπεως!

Advertisements

Λόγια στην σιωπή


                                                                                                              Αγάπα τον άνθρωπο γιατί είσαι εσύ…

έλεγε ο Καζαντζάκης

Karl  Blechen, grotto_in_the_gulf_of_naples-

«..Υπάρχει στη φύση του ανθρώπου μια μυστική τάση και ροπή προς την αγάπη για τους άλλους, η οποία, αν δεν αναλωθεί σε μερικά πρόσωπα ή σε ένα, σκορπίζεται αβίαστα σε πολλούς, και κάνει τους ανθρώπους ευσπλαχνικούς και ελεήμονες -όπως παρατηρούμε μερικές φορές στους μοναχούς. Η αγάπη μεταξύ των συζύγων γεννάει την ανθρωπότητα, η αγάπη μεταξύ φίλων την τελειοποιεί. Αλλά η αχαλίνωτη αγάπη τη διαφθείρει και την ευτελίζει.»

Απόσπασμα από το βιβλίο του Φράνσις Μπέικον, «Τα Δοκίμια”

Κι ο Μπέικον, για την αγάπη προς τους άλλους ανθρώπους έλεγε

1.-blu_thumb.gif

Τότε, να πω κι εγώ από την μεριά μου, κείνο που πιστεύω, ότι η αγάπη τ’ ανθρώπου δεν είναι μοναχά  από και για τους ανθρώπους μα για το κάθε τι ζωντανό που μας περιβάλλει

Η αγάπη, πιστεύω, είναι ανάσα, είναι ενέργεια, σαν τέτοια εκπέμπεται, διαχέεται, αντανακλάται, δονεί και δονείται, επιστρέφεται σα δοθεί αν όχι προς όπου κατευθύνθηκε, μα από κάπου αλλού, από  άλλο π’ ανασαίνει..

Να, σαν πως βλέπω την αγάπη, όπως την ανάσα..Δεν αγαπάς για την ανταπόδοση, για την επιστροφή, όπως ανασαίνεις και υπάρχεις, αγαπάς και υπάρχεις..αγαπάς για να υπάρχεις, ανασαίνεις για να ζεις, αγαπάς για να ζεις.

Η αγάπη είναι γύρω μας..άλλο αν δεν μπορεί ή δεν θέλει κάποιος να την δεχθεί, Μπορεί πάλι να μην έχει για να την δώσει…Τότε τι; Επιβιώνει απλά;.Δεν ζει; Έτσι, το βλέπω.

‘Έγνοια το’ χα από τα μικρά μου τα χρόνια..Τι φοβερό, έλεγα στον εαυτόν μου, μη και δεν μπορώ να αγαπώ..Δεν θυμάμαι γιατί τα συλλογιόμουν αυτά. Το ερώτημα, μόνο, θυμάμαι; Μπορώ; Μπορώ ν’αγαπώ;

Μου είπαν, πρόσφατα…Μα πως και αφήνεις τον εαυτόν σου να αγαπά; Αφού αυτό π’ αγαπάς, μπορεί να πεθάνει, μπορεί να χαθεί  και τότε θα βιώσεις τον πόνο..

Ο πόνος, ο πόνος του φόβου, ο φόβος του πόνου..Βαρύ φορτίο ο φόβος..Θέλει να έχεις κότσια, πίστη για να τον διαβείς, να περάσεις από μέσα του στην άλλη μεριά.. Και τότε είναι που ανασαίνεις.

Τον έζησα τον πόνο του θανάτου αγαπημένων και τον σπαραγμό της. Τέτοιο πόνο για τον πόνο του ..Ίσως, για αυτό ξέρω, μπορεί και πριν από αυτό…για να μπορώ να πω πως ο βαθύτερος πόνος δεν είναι η απώλεια τ’ αγαπημένου, μα η αίσθηση ή η γνώση πως μπορεί να του στέρησα, όσο ζούσε, από την αγάπη που είχα να του δώσω και δεν έδωσα, από το βάρος του που δεν σήκωσα να τον αλαφρώσω, από τον λόγο του που δεν άκουσα, από τον λόγο που δεν του είπα..Γι’ αυτά που κράτησα, όχι γι’ αυτά που δεν έδωσα, αυτός ο βαθύτερος πόνος, αυτή η πληγή, έτσι το είδα, έτσι το βλέπω.

Οσο για τις άλλες απώλειες…του να χαθεί, του να φύγει από κοντά μας, εκείνος, εκείνη ή ο,τι αγαπάμε..εκεί- και που το’ ζησα  δεν έχω πολλά να πω, μοναχά πως ούτως ή άλλως δεν μου ανήκε- τίποτε δεν μου, μας ανήκει, πιστεύω- ελεύθερος πως είναι ο άλλος  να μείνει ή και να φύγει. Κι ο,τι έδωσα δοσμένο είναι. Δεν μπορώ και να θέλω να το πάρω πίσω..Και, δεν είναι ότι παύει να υπάρχει,  είναι που αλλάζει μορφή μετά ..Κάπως έτσι το βλέπω.

Και, δεν κατανοώ εκεί που έλεγε ο Μπέικον περί αχαλίνωτης αγάπης..Υπάρχει τέτοια; Και αν ναι, τι και που είναι ο χαλινός για να προσδιορίσω το αχαλίνωτο;

Κι εκείνη η αποκομμένη φράση του Καζαντζάκη που διάβασα .”αγάπα τον άνθρωπο γιατί είσαι συ”..αναρωτιέμαι, αν είμαι μέρος του όλου, όπως πιστεύω ότι είμαι, μα και ότι συνάμα είμαι διακριτό κομμάτι του όσο υπάρχω, πως μπορώ να διαχωρίσω από το όλον, το μέρος εκείνο μόνο τ’ ανθρώπου για ν’ αγαπώ; Επειδή, ίσως, είναι ο άλλος άνθρωπος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση; Μα και πάλι ως διακριτό μέρος του όλου,  άρα και στην σχέση μου με τον άλλον άνθρωπο, πάλι δεν εξακολουθώ να παραμένω διακριτή και να μην παύω να είμαι, επειδή τον αγαπώ;

Κι  έπειτα, αναρωτιέμαι, τον κάθε άνθρωπο; Τον κάθε άνθρωπο ν’ αγαπώ, γιατί είναι εγώ;  Μα ακόμη κι ο Χριστός όταν είπε το “αγαπάτε αλλήλους” έθεσε ως προϋπόθεση και βάση της αγάπης την αμοιβαιότητα στις σχέσεις των ανθρώπων, δεν μίλησε για το εσύ είμαι εγώ. Κείνος είπε, αγάπα τον πλησίoν σου ως σεαυτόν. Γιατί, επί παραδείγματι, πως να μπορώ ν’ αγαπώ τον άλλον,  όταν ο άλλος είναι από κείνους που φχαριστιώνται να σκοτώνουν, να βασανίζουν άλλους ή άλλα; ‘Η απλά είναι σιχαμένος για μένα;  Πως θα μπορούσα να αγαπάω τον εαυτόν μου εάν ήμουν κι εγώ από κείνους ή με σιχαινόμουν, ας πούμε;

Ίσως πάλι, αν ορισμός του να είσαι άνθρωπος, καλός άνθρωπος, είναι να αγαπάς τον άλλον άνθρωπο, όπως και αν είναι ή “γιατί είσαι εσύ” ε’ πως να το κάνουμε,  τότε δεν είμαι καλός άνθρωπος. Είναι και επειδή, όπως το βλέπω,  αγαπώ σημαίνει πράττω, ενεργώ..και που στο όνομα της αγάπης έχουν γίνει τα μεγάλα τα εγκλήματα,, κατά το «αγαπώ γιατί είσαι εγώ”, οπότε «πως τολμάς να είσαι άλλος;» ή αφού εγώ θέλω να σκοτωθώ γιατί δεν αντέχω να είμαι ο,τι είμαι και συ είσαι εγώ, ας σκοτώσω σένα, να πάψω να υπάρχω εγώ.

Τρέλλες;

Πρέπει να διαβάσω το βιβλίο του Καζαντζάκη εκείνο για τις ανθρώπινες σχέσεις για να τον κατανοήσω στην φράση του αυτή. Δεν μου αρκεί η φράση, μάλλον το νόημά της είναι αλλιώτικο..

Κι έπειτα,  είναι και που νοιώθω τόσο μικρή σαν μιλώ για αγάπη…

Φωναχτές οι σκέψεις μου απόψε…Ας σωπάσω εδώ.

1.-blu_thumb.gif

1. Ο ζωγραφικός πίνακας έχει τον τίτλο “Grotte mit zwei Mönchen am Golf von Neapel” (Σπήλαιο με δυο μοναχούς στον κόλπο της Νάπολης) έργο του 1830 του Γερμανού ζωγράφου Karl  Blechen (29-7-1798 έως 23-7-1840), και βρίσκεται στην Κολωνία στο μουσείο Wallraf-Richartz

2. Ο Sir Francis Bacon, Viscount St. Albans, (22 Ιανουαρίου 1561 – 9 Απριλίου 1626) ήταν Άγγλος φιλόσοφος, πολιτικός, επιστήμονας, συγγραφέας και δεξιοτέχνης στη χρήση της αγγλικής γλώσσας. Μνημονεύεται για την ικανότητά του ως αγορητή στο κοινοβούλιο και σε περιώνυμες δίκες, καθώς και ως καγκελάριος του βασιλιά της Αγγλίας Ιακώβου Α’. Επίσης θεωρήθηκε ως ο άνθρωπος που επιδίωξε την κατάκτηση όλης της σφαίρας της γνώσης και που ύστερα από μελέτη και επισκόπηση υποστήριξε νέους τρόπους για να μπορέσει ο άνθρωπος να επιβάλει έναν έλλογο έλεγχο πάνω στη φύση, προς δόξα του θεού και βελτίωση της θέσης του ανθρώπου πάνω στον κόσμο.

Λέγεται και υποστηρίζεται με σφοδρότητα ότι Σερ Φράνσις Μπέικον ήταν ο αληθινός συγγραφέας των Σαιξπηρικών έργων

Ο μασόνος ιστορικός Mανλι Χώλ έγραψε για τον Μπαίηκον: «… Ήταν ένας Ροδόσταυρος, πολλοί λένε ο σπουδαιότερος. Αν δεν ήταν πράγματι ο ένδοξος Πατήρ C.R.C. ο οποίος αναφέρεται στα μανιφέστα των Ροδοσταύρων σίγουρα ήταν υψηλόβαθμος μυημένος του Τάγματος. Οι ενθουσιώδεις τύποι που εδώ και χρόνια προσπαθούν να ταυτίσουν τον Σερ Φράνσις Μπαίηκον με τον αληθινό Βάρδο του Έϊβον, ίσως να είχαν αποδείξει προ πολλού την θεωρία τους αν έδιναν μεγαλύτερη έμφαση στο πιο σημαντικό σημείο, ότι δηλαδή ο Μπαίηκον ο μύστης των Ροδοσταύρων, είχε περάσει μέσα στα σαιξπηρικά έργα τις μυστικές διδασκαλίες της Αδελφότητας των Ροδόσταυρων και τις αληθινές τελετουργίες του Τεκτονικού Τάγματος του οποίου ίσως αποκαλυφθεί πως ήταν ο αληθινός ιδρυτής…» ( The secret Teachings of all Ages )

Βραδυάζει στην λίμνη


     Βραδυάζει κιόλας. Αγναντεύω τον ήλιο πως βάφει τον ουρανό αχνορόδινα χρώματα που καθώς πέφτει να χαθεί στον ορίζοντα της θάλασσας παίρνουν από το γαλάζιο των βουνών πίσω της.. Και εγώ ταξιδεύω κιόλας πιο πέρα..Κάπου αλλού. Να, σ΄εκείνη την λίμνη, σε αυτή την μουσική, στον χορό της εύμορφης αντίκρυ στην θάλασσα..

«Η νύχτα να ‘ταν που έκλεισε τα μάτια; Μένει αθάλη,
σαν από δοξαριού νευρά μένει πνιχτό βουητό»

    Δεν μπορώ να δω πια πίσω από το γαλάζιο του ορίζοντα..Χαμηλώνω τα μάτια. Βλέπω τα φώτα της πόλης, ακούω την  βουή από τ’ αυτοκίνητα, οσφραίνομαι την αρμύρα του αγεριού από την θάλασσα. Είμαι εδώ.

«..Ο κόσμος είναι απλός»

Roberto La Forgia

κόκκινα τριανταφυλλάκια

Η μουσική στο video της Mila Gee είναι της Ευανθίας Ρεμπούτσικα.

Τα εντός εισαγωγικών κείμενα είναι ποιητικά αποσπάσματα από τον «Ερωτικό Λόγο του ποιητή μας Γεωργίου Σεφέρη, και

η υπέροχη φωτογραφία του απόβραδου στην λίμνη Κόμο της μικρής πόλης Malgrate της Λομβαρδίας στην Ιταλία είναι του φωτογράφου Roberto La Forgia.

Καλό σας βράδυ.

Το λιβάδι με τις παπαρούνες


                                                                                “Κι είναι ο χρόνος η κινούμενη μορφή της                                                                                                 ακίνητης αιωνιότητας”

                                                                                                                                                                                                                                         Jean Jacques Rousseau

             ανοιξη4

                                          ΄Ήταν, θυμάμαι, μια  Άνοιξη. Πολλά χρόνια πριν. Κι ήταν στο γιόμισμά της. Ήταν  λίγο μετά το μεσημέρι. . Ο πατέρας μου οδηγούσε το αυτοκίνητο καθώς κατεβαίναμε απ’ το βουνό. Φιδίσιος ο δρόμος, μυρωδάτος ο αέρας, κι ερημιά γύρω.

                             Στις δυο μεριές του δρόμου,  δέντρα μας ντύναν με την σκιά τους. Κρυμμένα μέσα στα φυλλώματα τα κελαηδήματα των πουλιών ενώνονταν με το  γουργούρισμα της μηχανής τ’ αυτοκινήτου. Έκανε ζέστη. Ανοιξιάτικη ζέστη, εκείνη η ωραία με  την   φρεσκάδα την βουνίσια. Δεν μιλούσαμε, είχαμε ησυχία, εκείνης την ράθυμης, νυσταγμένης παύσης. Τότε και στο έβγα μιας ακόμη στροφής, ήλθε ο ήλιος λαμπερός μες στα μάτια μου. Με τύφλωσε. τα δέντρα ξωπίσω μας μας είχαν παραδώσει σ΄ αυτόν. Από την μια μεριά του δρόμου, εκεί υψώνονταν λοφίσκοι, ντυμένοι στο πράσινο. Κοίταξα και από την άλλη μεριά.Και τότε το είδα. Ένα απέραντο λιβάδι ολόγιομο παπαρούνες. Κόκκινες παπαρούνες, πανύψηλες. Κι’ ανενόχλητες αναδεύονταν στο ελαφρύ αεράκι , στην απλωσιά του λιβαδιού. Πέρα στο βάθος στραφτάλιζε η θάλασσα απ’ τον ήλιο και ενωνόταν στον ορίζοντα με ένα ουρανό αχνογάλανο , πεντάφωτο, χωρίς ένα ισχνός άσπρου μικρού σύγνεφου πάνω του. Έμεινα έκθαμβη.Κι άρχισα να φωνάζω μες στην ησυχία..Κοίτα, κοίτα!!!

Του πατέρα μου κόντεψε να του φύγει το τιμόνι. Αιφνιδιάστηκε από την φωνή μου και με ρώτησε ενοχλημένος. – Τι να δω παιδάκι μου;; Η μάνα πίσω και η μικρή μας η Νικολέττα – θάταν, δεν θάταν οκτώ χρονώ τότε-αναδεύτηκαν από την χαύνη τους.

Μα, εγώ δεν μπορούσα ν’ απαντήσω. Έχανα την στιγμή!!Κοίτα ,επαναλάμβανα, Κοιτάτε!!!

Τι να δω;;; ρωτούσε ο πατέρας κι ακολούθησε η ματιά του τα χέρια μου που είχαν ανοιχτεί προς τα κει που έβλεπα. Μα δεν είναι τίποτε εκεί, είπε απορημένος.

Μα τι είναι εκεί; ρώτησε κοιτάζοντας  κι η μάνα.

Οι παπαρούνες είναι εκεί, τους είπα. Σταμάτα το αυτοκίνητο, πατέρα του είπα. Τώρα!!

Υπάκουσε εκνευρισμένος.

Βγήκα από το αυτοκίνητο.Που πας;; μου φώναζε. Κόντεψες να μας σκοτώσεις!!!

Πάω να μπω μέσα,απάντησα ενώ έτρεχα προς το λιβάδι.

Και χώθηκα στις παπαρούνες. Μ’ έφταναν, το θυμάμαι αυτό, κοντά στους αγκώνες. Τόσο ψηλές. Βασίλισσες του πράσινου και του γαλάζιου. Η μια δίπλα στην άλλη, πυκνορθωμένες, γιόμιζαν, στην διάβα μου αναμεσίς τους, τον αέρα γύρω μου με εκείνη την υπέροχη ιδιαίτερη ευωδιά τους.Κι ήταν κι η γης που πατούσα που ανέδυε τ’ άρωμά της . Πέρασα τα δάχτυλά μου πάνωθέ τους. Ευφορία!!

Ήταν το παιδί που μ’ ακολούθησε πρώτο. Μπήκε μέσα τους και χάθηκε στο κόκκινο..Κι έπειτα από κάμποσο κι οι γονείς. Όλοι μας, μες στις παπαρούνες  του λιβαδιού. Έστησα χορό αυτοσχέδιο κι η μικρή μας γελούσε και χόρευε κι αυτή. Τα μάτια της έλαμπαν, πράσινα διαμάντια π ’αντανακλούσαν φως. Οι γονείς μου άρχισαν  να το φχαριστιούνται, γελούσαν βλέποντάς μας, απολάμβαναν τις στιγμές.  Η μικρή μου πήγε να κόψει μερικές. Αστε τες τις είπα.’Αστε τες να ζήσουν για πόσο τους είναι. Μην τις χαλάς. Θα μαραζώσουν αμέσως αμα τις κόψεις! Και τα πέταλά τους θα σκορπιστούν.και συ , θα λυπηθείς. Αστες να τις χαιρόμαστε, εμείς και όσοι περνάνε από δω..Με κοίταξε κ’ ησυχα  τις άφησε..σα ναχε ντραπεί για την βιά της.

Δεν ξέρω, να πω, πόσο μείναμε σε εκείνο το λιβάδι, μα , σαν βγήκαμε απ’ αυτό, το ράθυμο της νύστας μας του μεσημεριού, είχε χαθεί. Οι παπαρούνες μας είχαν δώσει χαρά κι ενέργεια τόση ώστε να γιομίσουν το υπόλοιπο του ταξιδιού και μέχρι το σπίτι. Και εμείς, από κείνη την ώρα  μοιραζόμασταν την ομορφιά του  ο,τι περνούσε μες από τα μάτια μας..

Σταλαματιά γλύκας πίσω στον χρόνο αυτή.. Κι ήρθε πίσω από τα μάτια μου σαν είδα μια εικόνα με παπαρούνες..

Δεν μπορώ πιά να τις μοιραστώ μαζί τους τις στιγμές εκείνες. Έχουν φύγει όλοι τους στην πέρα χώρα.Πρώτα το παιδί, μετά ο πατέρας και στερνά η μάνα.

Τώρα, πίσω από αυτές τις γραμμές, μένουν οι στιγμές εκείνες, οι πολύτιμες, που τις μοιράζομαι μαζί σας.

Γιατί η Ομορφιά είναι να μοιράζεται.

Στα πρόθυρα του 2017


Bhatt Shreeram

                Τα χρόνια περνάν’, κυλάν’ σαν το νερό στην ποταμιά και εγώ μαζί τους. Τέτοιες ώρες στα πρόθυρα του νέου χρόνου ,  φέτος νοιώθω να είμαι αναμεσίς στις θύρες το χθες και του αύριο. Παλιότερα δεν αναρωτιόμουν, κοίταζα εμπρος, κινιόμουν προς εκεί.. Φέτος..

Φέτος στέκομαι  στο κατώφλι. Κι αυτή την φορά αναρωτιέμαι…Τι κάνω εδώ; Πάω άραγε μπροστά; Προς την  έξοδο, εκεί που περιμένει το νέο, το ακαθόριστο, αυτό που θα φέρει- όπως και νάχει- στην ζωή μου άλλα πράγματα; Μένω να στέκομαι στο κατώφλι;  Ή γυρνάω πίσω στο γνωστό; Εξαρτάται από μένα η στάση ή η κίνηση αυτή ή είναι τα πράγματα που την προκαθορίζουν; Κι εγώ,τι τότε ; Σέρνομαι από αυτά;

Δεν έχω μάθει όμως  να σέρνομαι από τα πράγματα.Οχι, κι ούτε τώρα θα το επιτρέψω αυτό.Κι ως προς την κατεύθυνση;

Στο ποτάμι αφρίζουν γύρω μου τα νερά, γιομάτα πιότερο από κάθε άλλη φορά,  ήταν  πολλές οι νεροποντές..Τόσες πολλές που με κούρασαν..

Να πάω πίσω; Δεν γίνεται.Οσα γίνηκαν, γίνηκαν. ΚΙ εκείνα που έγιναν έχουν αλλάξει τώρα. Ψευδαίσθηση το γνωστό του χθες.Να βγώ στην όχθη; Οι στίχοι του ποιητή αναδύονται αβίαστα από μέσα μου, με αφυπνίζουν

“Τα ποτάμια δεν παρηγορούν, θέλουν χαρούμενη καρδιά […]

Τα ποτάμια σ’ αφήνουν πάντα πίσω, καθώς κυλούν, μ’ αυτά που έχεις, πίκρες, βάσανα, απελπισίες. Η θάλασσα λυτρώνει. Ένας άνθρωπος στην ακροποταμιά: από τις πιο θλιβερές εικόνες που υπάρχουν.”

            Ναι. . γερνάω.’Ομως, δεν θέλω νάμαι μια ακόμη θλιβερή εικόνα..Κι αυτό δεν εξαρτάται από τα πράγματα, από μένα είναι. Αντέχω, ίσως το ποτάμι γίνει  πιό κάτω πιό πλωτό..Κι η θάλασσα μετά.. Αχ ας είναι σα και εκείνο το όνειρο που είχα δει χρόνια   πολλά   πριν.. Εκεί που βούτηξα μέσα της, εκεί στο σημείο που ενωνόσαντε με εκείνη τα νερά του ποταμιού όπως βγαίναν από την υπόγεια διαδρομή τους από τα έγκατα της γης . Οχι , οτι ήμουν μεσα σε αυτά..Την διαδρομή τους όμως ήξερα, όπως και την πηγή τους ..Κι ήμουν, θυμάμαι  και τότε τόσο κουρασμένη απο την έρημο…Και σαν μπήκα σε κείνα τα νερά τα όσο καθαρια, τόσο διάφανα  όμοια με κρυσταλλο, έτσι  που στραφτάλιζαν από το φως, ένοιωσα , ναι, σαν να μπήκα στην πηγή της ζωής.

Νάναι άραγε τώρα εκείνη η ώρα;

Θα δούμε, προχωράω λοιπόν.

Καλή χρονιά σε όλους!

 

Αναγωγές


 

 

       Σκέψεις μου με αφορμή μια ρήση και με μένα να άγομαι από το ειδικό του πράγματος στο γενικό του συνόλου…

1. blu

"Ουκ ένι ιατρικήν είδέναι, όστις μη οίδεν ό τι εστίν άνθρωπος".

Είναι αδύνατο να ξέρει την Ιατρική, αυτός που δεν ξέρει ακριβώς τι είναι ο άνθρωπος!

είχε πει ο Ιπποκράτης, ο Πατέρας της Ιατρικής.

        ‘Εως σήμερα οι γιατροί μας ορκίζονται τον όρκο του Ιπποκράτη και οι επακόλουθες γενεές απ΄εκείνον ως τις μέρες μας τον επικαλούνται. Γνωστά αυτά θα μου πείτε..

       ‘Ομως αναρωτιέμαι πόσοι είναι οι γιατροί μας που εχουν μελετήσει όλον τον άνθρωπο ως οντότητα με νου, ψυχή και σώμα που αλληλεπιδρούν συνδεδεμένα ακατάλυτα μεταξύ τους ει μη βλέπουν και αναγνωρίζουν μόνον το πάσχον κομμάτι του σωματός τους ως να είναι ανεξάρτητο από τον όλον άνθρωπο;; Χμ..Φοβάμαι οτι σε γενικές γραμμές αρκούνται στην αντιμετώπιση του συμπτώματος και οχι της αιτίας ή και των αιτιών..

       Αυτή η περισσή εξειδίκευση και η τελειοποίηση του ειδικού, του μέρους, χωρίς την γνώση του γενικού, την αντίληψη του όλου, την σφαιρικότητα του, ..πιστεύω οτι σκοτώνει το πνεύμα, οτι είναι γνώση μεν και μάλιστα οργανωμένη αλλά οχι εν σοφία..και γιαυτό τυφλή κι ανήμπορη εν τέλει..

Sara Abid - Pakistani painter - Tutt'Art (15)

       Στους καιρούς μας έχει ενισχυθεί και εδραιωθεί η τέτοια εξειδίκευση σε πάμπολλους τομείς της επιστήμης. της τέχνης και της τεχνικής..Γιατί οι ισχυροί μας θέλουν τυφλούς, μη σκεπτόμενους, υπάκοους και όχι επαναστάτες..Κι αυτό γιατί, εχω την γνώμη, οτι εκείνος που πασχίζει να γνωρίσει το όλον, είναι και εκείνος που μπορεί και να ανατρέψει το υπάρχον..να μην το αφήσει να λιμνάσει όπως του το πάσαραν, του τόμαθαν.Και ενας τέτοιος είναι επικίνδυνος για το σύστημα..Και έτσι την αρχίζουν την εστίαση στο ειδικό από τα μικράτα μας τα χρόνια της μάθησης στο εκπαιδευτικό μας σύστημα και έξω από αυτό, στους ηγέτες μας που ποδηγετούνται από κείνους και στην συνέχεια ποδηγετούν εμάς…

        ’Ετσι έχει γίνει και στον τόπο μας..Λαός απείθαρχος , λέγανε, οι Ελληνες,ανυπάκουοι, εφευρετικοί,οχι του κανόνα..Ας του μάθουμε το αλλιώς ..Και το ξεκίνησαν από χρόνια..

       Το εμπεδώσαμε το αλλιώς;

       Φτάνει άραγες να δούμε αυτούς που εκλέξαμε και εκλέγουμε επί τόσα χρόνια;

       Το σε τι συνεισφέραμε, το σε τί ανεχθήκαμε και συνεισφέρουμε και ανεχόμαστε;

        Πολίτες γαρ αυτού του τόπου

 

1. blu

 Zhao Chun - Tutt'Art)                                  

χμ…αυθαίρετη  άραγες τούτη η αναγωγή μου από το ειδικό στο γενικό;

       Ασκεψιά μου ή θυμός μου;;

       Γιατί έχω και από τα δυο…

     Πολίτις γαρ και γω αυτού του τόπου

     

      

     

 

Πρώτη τ’Απρίλη μήνα


    marigold

                             I said to my soul, be still, and wait without hope               For hope would be hope for the wrong thing;
wait without love,
       For love would be love of the wrong thing; there is yet faith

But the faith and the love and the hope are all in the waiting.

Wait without thought, for you are not ready for thought:

So the darkness shall be the light, and the stillness the dancing.

1. blu

T. S. Eliot, Excerpt from the “East Coker” section of The Four Quartets