Στις ώρες των Παθών του Σωτήρος Ιησού, στις ώρες του Πένθους


Jacopo Tintoretto (Robusti)

Ω γλυκύ μου έαρ,
γλυκύτατόν μου Τέκνον,
πού έδυ σου το κάλλος;
Υιέ Θεού παντάναξ,
Θεέ μου πλαστουργέ μου,
πώς πάθος κατεδέξω;

Στις ώρες των Παθών Του, το μοιρολόϊ της Μάνας Παναγίας..

1. blu

Καλή Ανάσταση!

1. blu

Ο ζωγραφικός πίνακας της Σταύρωσης του Ιησού είναι του Ιταλού Jacopo Tintoretto (Robusti) (1518-1594),  «The crucifixion” ( Η Σταύρωση)΄έργο του, του 1565

Το «Ω γλυκύ μου έαρ» που είναι Εγκώμιο Επιταφίου Θρήνου της Μ. Παρασκευής αποδίδεται  εδώ από την Γλυκερία..

Advertisements

Στα μικρά της κάθε μέρας


Στα μικρά της κάθε μέρας πάντα μα πάντα συμβαίνει κάτι μεγάλο..

Δείτε κάτι, κράτησε τόσο λίγο στον χρόνο μιας μέρας και έδωσε τόσα πολλά, έδωσε κάτι το πολύ μεγάλο

γλάροι

Ο γονιός πέταξε στον ουρανό, βούτηξε μες στην παγωμένη θάλασσα και πήρε το ψάρι.

Κι ύστερα με αυτό τάϊσε το μωρό του που περίμενε πεινασμένο στην  χιονισμένη του φωλιά..

Κι αμέσως μετά, το μωρό του, κάνοντας τα πρώτα του βήματα, τον πλησίασε και δείτε τι έκανε ..

Thomas Chadwick

Αγάπη και ευγνωμοσύνη

Μέγιστα τα αγαθά!

Της προσφοράς και της ανταπόδοσης

                “..οὐ παρὰ πολλοῖς ἡ χάρις τίκτει χάριν” έλεγε ο Απολλώνιος ο Τυανεύς  (Apollonius of Tyana)

Ναι, όπως τα έλεγε και είναι, μεταξύ των ανθρώπων, κυρίως.

Τα αγαθά, όμως, αυτά υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν. ‘Οσο υπάρχει η ζωή μέσα μας και γύρω μας.

Γιατί έτσι γεννήθηκε, έτσι προχωράει ο κόσμος μας

                Είναι που η Χάρις της Αγάπης ανθίζει παντού, πάνω από τους πάγους κι απ’ τους ουρανούς, κάτω από τις θάλασσες και πάνω στις στεριές και από κάτω τους.  Η Αγάπη είναι παντού.

Η Χάρις της μας περιβάλλει

Αρκεί να στραφούμε προς αυτήν και να νοιώσουμε ευγνωμοσύνη και μοναχά για το ότι υπάρχει.

Δοτή είναι.

Και ας την ανταποδώσουμε. Χρέος μας

Αρκεί να στραφούμε προς αυτήν. Θα την δούμε, θα  την αναγνωρίσουμε. ΄Εχει φως!

1. blu

Σημείωση: Η Υπέροχη φωτογραφία είναι του Αμερικανού Thomas Chadwick, βραβευμένη από το Ινστιτούτο Σμιθσόνιαν Smithsonian Institution, : https://www.si.edu/,

Πέρα απ’ του κόσμου τη βουή


 Bill-Jacklin-New-YorkΤην είχα για χαμένη όταν μια μέρα

με πρόφτασε η φωνή της καθώς προχωρούσα

ξένος και μοναχός μέσα στο πλήθος.

Στράφηκα,

μα με παρέσυρε το ρεύμα

από ‘να νέο κύμα που μετακινήθη

βυθίζοντάς με

                                                          σε καινούργιο πένθος.                      “Την είχα για χαμένη”

Αυτό το ποίημα

ποτέ δε θα το ξαναγράψω.

Ποτέ δε θα περάσω

                                                                απ’ τα ίδια φιλιά                                            «Ποτέ ξανά»           

      Δυο ποιήματα από τον ποιητή 

Χρίστο Λάσκαρη.

0_6cb24_f2e165f4_L

α)Τον ποιητή μας, τον Χρίστο τον Λάσκαρη (1931-2008), τον γνώρισα μες από την ποίησή του. Ατόφιος ποιητής. Η γραφή του από της ψυχής τα βαθειά βγαλμένη, είναι σπαρακτική, άφωνη κραυγή μες στην σιωπή. Έτσι την είδα..Ύστερα, έμαθα πως ζούσε στην πόλη μου, πως σ’ αυτήν και πέθανε. και, πολύ λυπήθηκα..Δίπλα μου σχεδόν και να μην έχω μάθει για κείνον, να μην τον γνωρίσω..Έτσι, στην σιωπή έζησε, άκουσα για κείνον.. Μίλαγε άλλωστε για κείνη στα ποιήματά του, όπως μίλαγε στον ίδιον μέσα της όπου ήταν κλεισμένος.Πέρα από του κόσμου τη βουή…

Έτσι έζησα
Μέσα σ’ ένα πηγάδι έζησα.
και πάνω μου περνώντας
το φεγγάρι μακρινό
.

Είπε κάποτε «…όταν γράφεις δεν βάζεις κανένα ερώτημα στον εαυτό σου: “γιατί γράφω;”, “για ποιον γράφω;”. Γράφεις γιατί δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς..” Ακούστε τον:

Ήταν το θέμα μια ευκολία:
είχες από κάπου να πιαστείς,
να αναπτύξεις.
Τώρα εδώ,
σε τούτο το φωταγωγό που μ’ έριξαν,
κοιτώ το ύψος και φοβάμαι.
Πρέπει ν’ αναρριχηθώ.
Λέξεις να βρω
που να γαντζώνουν στο τσιμέντο.
                                                 “ Ο φωταγωγός”

Loui Jover2

pen

«Τον τοίχο είχα απέναντι,

  τον γκρίζο, γυμνό τοίχο.

Καθόμουνα και τον κοίταζα.

Σε κάποια στιγμή,

τον άκουσα να μου υπαγορεύει ένα ποίημα.

Το ποίημα μιλούσε για έναν τοίχο,

ένα, γκρίζο, γυμνό τοίχο

και για κάποιον

που καθόταν αμίλητος και τον κοίταζε»

Ο Τοίχος

pen

 Δεν έγραψα ποτέ ποιήματα.
Ὅ, τι διαβάζετε,
είναι ὁ τρόμος της ψυχής μου.
Δοσμένος σε παραλλαγές.                                        “Ο τρόμος μου σε παραλλαγές”

0_6cb24_f2e165f4_L

β) Η μουσική που επέλεξα για να συνοδεύσει τα ποιήματα του Χρίστου Λάσκαρη είναι του Πολωνού συνθέτη Abel Korzeniowski , και το Soundtrack (2011) είναι από την ταινία W.E.

γ) Ο πρώτος επάνω ζωγραφικός πίνακας είναι του Αμερικανού ζωγράφου Bill Jacklin, ενώ ο δεύτερος του Γιουγκοσλαβικής καταγωγής Αυστραλού ζωγράφου Loui  Jover.

Το γκρίζο ντύμα


Τι κι αν διανύουμε την Άνοιξη; Γι’ άλλους  είναι πάντα ένα Φθινόπωρο γιομάτα χρώματα της ίριδας και του χρυσαφιού..μα με ντύμα γκρίζο, πάντα γκρίζο..

           “Γκρίζο σαν και τα μάτια σου”

natures-splendor-24-x-30-oil-on-canvasΦθινοπώριασε. Επιστρέφω στο σπίτι από το δρόμο με τα πλατάνια, περπατώντας. Δεν πήρα αυτοκίνητο ούτε λεωφορείο ούτε ποδήλατο. Τίποτα τελοσπάντων που να κινείται πάνω σε ρόδες. Σήμερα είχα μια λαχτάρα να περπατήσω! Μια λαχτάρα άλλο πράγμα σου λέω.
Πήγα και πήρα χρώματα. Πολλά χρώματα. Βασικά πήρα όλων των ειδών τα χρώματα. Όταν πάω σπίτι θα κάτσω να κάνω και συνδυασμούς. Που να ‘βλεπες τι συνδυασμούς μπορώ να φτιάξω…
Και μετά θα κάτσω να ζωγραφίσω. Θα φτιάξω εσένα. Τα μάτια σου. Έχεις κάτι μάτια που έτσι και ξεχαστείς για πολύ ώρα πάνω τους, πάει… τέλειωσες… σε ρουφήξανε και μετά χάθηκες. Μια φορά την πάτησα κι εγώ μαζί σου. Σε κοίταξα για πολλή ώρα και μετά πάει… πνίγηκα.
Κι από τότε δε βγήκα ξανά στην επιφάνεια. Έμεινα εκεί μέσα. Όχι ότι είναι άσχημα στα σκοτάδια σου. Οπωσδήποτε όμως είναι μοναχικά. Και δεν είναι ότι δε μου αρέσει η μοναξιά, φίλοι είμαστε. Αλλά εκεί μέσα στο δικό σου το βυθό, φοβάμαι.
Εσύ μου ‘χες πεις μια φορά πως έτσι και βουτήξεις στα απύθμενα κάποιου μένεις εκεί για πάντα. Δε σε πίστεψα τότε. Δεν ήξερα.

Θυμάμαι όταν κάποιο πρωί με πήρες από το χέρι και περπατήσαμε πέρα μακριά, σε κάτι δάση σκοτεινά και ύπουλα κι εγώ έσκυψα και έκοψα μια παπαρούνα από το χώμα και σου την ακούμπησα στην παλάμη σου.
«Κατακόκκινη, σαν και τα πάθη μας» μου πες.
Κι εγώ φοβήθηκα τα πανύψηλα δέντρα με τους κορμούς τους που άπλωναν τα κλαδιά τους σαν φαντάσματα. Αλλά εσύ με έσφιξες απάνω σου κι όταν σήκωσα ψηλά το κεφάλι μου είδα μια γαλάζια τρύπα στον ουρανό.
Είδες τα μάτια μου και μάντεψες την απορία μου.
«Απέραντο γαλάζιο» είχες πει «σαν και τα λάθη μας».
Και όταν πάλι ένα βράδυ φτάσαμε στα βαθιά μια θάλασσας οι δυο μας κι εγώ τρόμαξα από το απόλυτο κενό που κυριάρχησε ξαφνικά γύρω μας, εσύ με αγκάλιασες πάλι σφιχτά, μέχρι που πήγε να μου κοπεί η ανάσα κι εγώ για να αποτάξω τους φόβους μου σε ρώτησα τι χρώμα είναι η μοναξιά. Και μου ‘δειξες γύρω μου.
«Μαύρο» ψιθύρισες.
Εγώ όμως διαφωνώ. Η μοναξιά μπορεί να είναι και λευκή.
Κι όταν ένα βράδυ ξαπλώσαμε σε μια παραλία και δε μίλησε κανείς μας για ώρα σε ρώτησα τι χρώμα θα έδινες στη σιωπή.
Κι εσύ μίλησες ύστερα από ώρα πολύ.
«Λευκό».
«Σαν τι;»
«Σαν και το τίποτα».

1721675Ο αέρας έριξε κάτω μερικά φύλλα. Στάθηκα να τα νιώσω να χαϊδεύουν το κορμί μου καθώς κατηφόριζαν προς της γη. Ωραία ήταν. Θυμήθηκα που έλεγες που το χρυσαφί χρώμα του φθινοπώρου δε συγκρίνεται με τίποτα. Κι είχες δίκιο. Από τότε αγάπησα τα χρώματα. Και τα πινέλα. Και τις παλέτες. Κι εσένα. Απ’ όλα πιο πολύ, εσένα.
Κοίταξα ψηλά. Είχε τεντωθεί στον ουρανό το ουράνιο τόξο. Θυμήθηκα που μια φορά σε προκάλεσα να μου πεις τι χρώματα έχει.
«Τα χρώματα της Ίριδας» απάντησες σκυφτός.
«Σαν τι;» σε ρώτησα.
«Σαν ψέμα» είχες πει. Κι είχες βυθιστεί σε κάτι όλο δικό σου.

Κι όταν κάποτε είπες πως θα έφευγες, κοίταξα τα μάτια σου για τελευταία φορά. Να κάνω μια γερή βουτιά μέσα σου. Κι ας πνιγόμουν.
Από τότε κάθε μέρα βγαίνω έξω και ρουφάω τα χρώματα. Μετά γυρνάω σπίτι και ζωγραφίζω. Κάθε μέρα και κάτι άλλο. Μόνο τα μάτια σου μένουν πάντα ίδια. Ίδια και άπατα.
Αφού δε μπορώ να έχω τα μάτια σου δικά μου τότε εγώ θα τα ζωγραφίζω, αποφάσισα μια μέρα. Θα τα δείχνω στους ανθρώπους για να δουν τι όμορφα μάτια υπάρχουν σε αυτή την πλάση.
Και δε φοβάμαι πια ούτε τα δάσα ούτε τις θάλασσες. Βούτηξα μέσα σου και δεν πνίγηκα. Μόνο εκείνο το «θα μου λείψεις» που νομίζω πως άκουσα να ψιθυρίζει ο αέρας καθώς έφευγες δεν κατάφερα ακόμα να φτιάξω με χρώματα.
Εξάλλου δε χρειάζομαι και πολλά χρώματα. Ίσα γκρίζο να ‘χω.
Γκρίζο!
Σαν και τα μάτια σου.

Της εκ Σπάρτης

Ελένης Βλάχου

1. blu

Το τελευταίο μας φιλί


07_best-pod-november-17.ngsversion.1512158349755.adapt.676.1

Τα μέσα μεταφοράς

που τώρα µας απομακρύνουν

Προβάλλουν σε γυάλινα κάδρα

τα στιγμιότυπα της πόλης

pen

 Πώς να ’ναι οι περαστικοί σου;

pen

Οι δικοί µου βιάζονται

προς την κατεύθυνση

Του τελευταίου µας φιλιού

Αφού εκεί κρέμασα

το νήμα που τους ενώνει

pen

 Σε ένα δρομολόγιο

προσωπικής πορείας

Προς τις αλλεπάλληλες

απώλειές σου

Safet Zec Abbraccio (1)

erqerfr

Είναι το ποίημα “ Τα μέσα μεταφοράς” (Λονδίνο, 11.11.2016) του σύγχρονού μας Έλληνα ποιητή  Χάρη Ιωσήφ από την ποιητική του συλλογή “ Απόστιχα σιωπής”

O ζωγραφικός πίνακας με το ζευγάρι είναι του, επίσης, σύγχρονού μας πολυβραβευμένου ζωγράφου Safet Zec Abbraccio (γεν. 1943) που κατάγεται από την πόλη Rogatica της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και σήμερα είναι κάτοικος Βενετίας.

Την ώρα που η γη σκέπασε το κόκκινο φεγγάρι της..


Ήταν χθες το βράδυ, όταν η γη μας βρέθηκε να κινείται αναμεσίς του ήλιου και του φεγγαριού. Οι ακτίνες του ήλιου του ζωοποιού καθώς την αγκάλιαζαν την έκαναν να ‘ματοβάφει το φεγγάρι της . Κι όσο η γη μας σκέπαζε το κόκκινο φεγγάρι της, τόσο και κείνο χανόταν στον ίσκιο της μέχρι που έσβησε στον αστροφωτισμένο ουρανό της..

κόκκινο φεγγάρι

Έτσι η γη μας σκέπασε το φεγγάρι της. Απ’ τ’ αγκάλιασμα του ήλιου εκείνη το ‘κρυψε στην δικιά της αγκαλιά ..Κι εκείνο σαν να λούφαξε μέσα της..Ποτέ άλλοτε δεν θα μπορούσαν να’ ρθούν τόσο κοντά… Μοναχά μια τέτοια ώρα. Μια μεγάλη αγκαλιά που κράτησε τόσο λίγο,  μια υπόσχεση αγάπης ίσα για το επόμενο συναπάντημα.

11-28-setting-moon

      Να, σαν τους ανθρώπους της π’ αγαπιούνται σε καιρούς που δεν τους αφήνουν νάναι μαζί.  Κι έτσι που μένουν μακρυά κι ας αγαπιούνται τόσο, ατενίζουν τις νύχτες μοναχοί κι απ’ άλλη μεριά του σύμπαντος ο καθείς, το φεγγάρι τους, το κίτρινο, τόσο μακρυά τους νάναι όπως κείνος, εκείνη π’ αγαπούν.

Και έτσι, με πίστη περιμένοντας, προσμένουν την μεγάλη εκείνη την ώρα τ’ αγκαλιάσματος της γης με το φως και τις σκιές, για να μπορέσουνε και κείνοι να αγκαλιαστούν με κι’ ον π’ αγαπάνε στα σκοτάδια του απαγορευμένου των ανθρώπων.

Γιατί το σύμπαν το ‘χει και σε κείνους υποσχεθεί

Στις χάντρες της βροχής


Anastasiya Kachina

Regenduft im Haar –                                                       άρωμα βροχής στα μαλλιά

im Netz aus Seidenfäden                                            στο δίχτυ των μεταξένιων  κλωστών

Perlen zum Abschied.                                                         χάντρες για ένα αντίο 

Brigitte Dorfinger