Ήταν πριν τον χειμώνα


Will-Dielenberg-6-Australia

Ένοιωσα τον άνεμο να με τυλίγει και τον ρώτησα

Σου είμαι εμπόδιο;

Όχι, μου είπε. Σ’ αγαπώ, γιαυτό

Κι ύστερα έφυγε

Ήρθε η βροχή μετά και με πότισε

Αυτήν, δεν την ρώτησα

butft3

Ήταν, θυμάμαι, πριν τον χειμώνα

 

Advertisements

Οι πόλεμοι των ανθρώπων


Πόλεμος είναι η κατάσταση σύγκρουσης μεταξύ σχετικά μεγάλων ομάδων ανθρώπων (όπως έθνη, πολιτείες, οργανισμοί, κοινωνικές ομάδες), που χαρακτηρίζεται από την χρήση ένοπλης βίας μεταξύ μαχόμενων ή κατά πολιτών. Μια κοινή αντίληψη του πόλεμου είναι μια σειρά από στρατιωτικές εκστρατείες μεταξύ δύο ή περισσότερων αντίπαλων πλευρών που περιλαμβάνουν μια διαμάχη σχετικά με ανεξαρτησία, εδάφη, πόρους, ιδεολογία ή κάποιο άλλο θέμα.

Η μάχη είναι μια στιγμή πάλης στον πόλεμο μεταξύ δύο ή περισσοτέρων μερών όπου κάθε ομάδα επιδιώκει να νικήσει τους άλλους. Μάχες συνήθως πραγματοποιούνται κατά την διάρκεια πολέμων ή στρατιωτικών εκστρατειών και συνήθως μπορούν να προσδιοριστούν πολύ καλά ως προς τον χώρο, τον χρόνο και την δράση. Πόλεμοι και εκστρατείες καθοδηγούνται από την στρατηγική ενώ οι μάχες είναι το στάδιο όπου αναπτύσσεται η τακτική.

Pablo Picasso (Pablo Ruiz Picasso) Malaga, Spain, 1881 - Mougins, France, 1973, guernica

Παγκόσμιοι πόλεμοι, επεκτατικοί ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι,  εμφύλιοι πόλεμοι, τακτικοί  και άτακτοι πόλεμοι, οικονομικοί πόλεμοι, εθνικοί πόλεμοι, θρησκευτικοί πόλεμοι, χημικοί πόλεμοι, ψυχροί πόλεμοι, επαναστατικοί πόλεμοι, τρομοκρατικοί πόλεμοι…

Πολλά τα είδη των πολέμων των ανθρώπων..Και, πίσω από κάθε πόλεμο, πίσω από κάθε μορφή πολέμου είναι ο άνθρωπος. Κι ο προσωπικός του πόλεμος ή μη πόλεμος με τον εαυτό του, για τον εαυτόν του και τους άλλους..  Κι από θηρίον, να γίνει άνθρωπος

 Safet Zec

                                                                                                                        Πάντων χρημάτων μέτρον έστιν άνθρωπος, των μεν όντων ως έστιν, των δε ουκ όντων ως ουκ εστίν.

είπε ο Πρωταγόρας

Άνθρωπε

Ν’ αγαπάς την ευθύνη
να λες εγώ, εγώ μονάχος μου
θα σώσω τον κόσμο.
Αν χαθεί, εγώ θα φταίω

είπε ο Νίκος Καζαντζάκης

1.-blu_thumb.gif

«Πως έγινε ένας κακός άνθρωπος”

Θα σας πω πώς έγινε
Έτσι είναι η σειρά
Ένας μικρός καλός άνθρωπος αντάμωσε στο δρόμο του έναν χτυπημένο
Τόσο δα μακριά από κείνον ήτανε πεσμένος και λυπήθηκε
Τόσο πολύ λυπήθηκε
Που ύστερα φοβήθηκε
Πριν κοντά του να πλησιάσει για να σκύψει να τον πιάσει, σκέφτηκε καλύτερα
Τι τα θες τι τα γυρεύεις
Κάποιος άλλος θα βρεθεί από τόσους εδώ γύρω, να ψυχοπονέσει τον καημένο
Και καλύτερα να πούμε
Ούτε πως τον έχω δει
Και επειδή φοβήθηκε
Έτσι συλλογίστηκε
Τάχα δεν θα είναι φταίχτης, ποιον χτυπούν χωρίς να φταίξει;

Και καλά του κάνουνε αφού ήθελε να παίξει με τους άρχοντες
Άρχισε λοιπόν και κείνος
Από πάνω να χτυπά
Αρχή του παραμυθιού καλημέρα σας

είπε η  Ελένη Βακαλό

Η Υπόσχεση


   “Ο δε Ιησούς είπε προς αυτούς·

Διότι αληθώς σας λέγω,

Εάν έχητε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, θέλετε ειπεί προς το όρος τούτο,

Μετάβηθι εντεύθεν εκεί, και θέλει μεταβή·

και δεν θέλει είσθαι ουδέν αδύνατον εις εσάς. «

                                                 (Ματθ. ιζ’ 20)

5a39aefa7610a925ffbcdad72b946591

      Φέτος, στις μέρες τις πριν τον δεκαπενταύγουστο, κίνησα κατά τα μέρη τα γονικά της μάνας μου. Παραθαλάσσιος ο τόπος.  Είχα να πάω να προσφέρω το δώρο αυτής και του πατέρα μου, μια εικόνα της Παναγιάς, σε ένα ερημοκλήσι της στην ενδοχώρα της περιοχής..Την εικόνα της Παναγιάς, την είχαν πάρει οι γονείς μου ενόσω ζούσαν, για να την κάνουν δώρο σε εκείνο το ξωκλήσι Της που λειτουργούσε μόνο μια φορά τον χρόνο, την ημέρα της Κοιμήσεώς Της. . Μου το είχαν πει, σαν μου είχαν δείξει την Εικόνα Της. . Είναι για κείνο το εκκλησάκι της Παναγίτσας, εκείνο που είναι στην ερημιά, έξω από το χωριό, πέρα στα χωράφια, μες στα λιόδεντρα που είναι, εκεί θέλουμε να την κάνουμε δώρο, μου είχαν πει.. Ήταν να την πάνε τον δεκαπενταύγουστο που θα’ ρχόταν.. “Υπερ Υγείας” δηλαδή; τους είχα ρωτήσει τότε, θυμάμαι.. Κι είχαν κοιταχτεί μεταξύ τους ξαφνιασμένοι..Δεν είχαν σκεφθεί λόγο για το δώρο τους, μοναχά να της το προσφέρουν, αυτό θέλαν’ και μόνο.

      Μα, ήρθαν έτσι τα πράγματα που οι γονείς μου δεν μπόρεσαν να κάνουν το δώρο τους όσο ζούσαν και πως τόθελαν! Πρώτα η αρρώστια, του πατέρα, έπειτα ο θάνατός του, μετά η αρρώστια της μάνας … Έγνοια, την είχαν την Εικόνα Της να της την πάνε στο ξωκλήσι. Μου το’ χαν ζητήσει από τα τότε, που έγιναν αδύναμοι, να την πάω εγώ εκεί, αντίς για κείνους. Πήγαινέ την και θα δεις, παιδί μου, και πόσο όμορφο είναι το εκκλησάκι  Της εκείνο, μου είχαν πει. Και εγώ είχα πει το ναι και αυτοί ησυχάσανε.. Το είχα υποσχεθεί.

      Μα ούτε που ήξερα κατά που έπεφτε το ξωκλήσι,  ούτε κι εκείνοι μπορούσαν να μου πουν, ούτε όμως κι οι άλλοι που είχα ρωτήσει τότε, ξέραν’ κάτι για το ξωκλήσι αυτό και τον τόπο.. Φέτος ήταν που έχασα και την μάνα. Κι έμεινε η εικόνα της Παναγιάς τυλιγμένη να με περιμένει να την πάω στον προορισμό της..Είχε ρθεί για μένα η ώρα, κι ας μην το ‘χα σκεφθεί πως θα γινόταν έτσι, μετά που θα φεύγαν οι γονείς μου, δηλαδή..Και ξαναματαρώτησα για τον τόπο.. Και να, που οι άλλοι που είχα ρωτήσει και ματαρωτήσει, ρωτήσαν τους παρ’ άλλους και μάθαν’ και μήνυσαν και σε μένα για την εκκλησία και τον τόπο.

      Έτσι, έμελλε νάταν τούτος ο δεκαπενταύγουστος, αυτός που η Εικόνα των γονιών μου, η Εικόνα της Παναγιάς της Ιεροσολυμίτισσας χωρίς τ’ αστραφτερά της που της φορέσανε μετά, βρήκε την θέση της πλάι στο παραθύρι στο μικρό ερημοκλήσι της Παναγίας του Πείρου ποταμού, κατά πως της το είχαν τάξει…Και με το που το είδα το ξωκκλήσι, κατάλαβα γιατί άρεσε τόσο πολύ στους γονιούς μου..

     Είναι, όντως ένα πανέμορφο εκκλησάκι, κτισμένο απ’ τα παλιά τα χρόνια, από άλλα παιδιά στην μνήμη των γονιών τους, αναμεσίς αιώνιων ελαιόδεντρων παραδίπλα στο παλιό γιοφύρι του ποταμού Πύρρου. Αντίκρυ του κι απέκει από τον χωματόδρομο δεσπόζουν οι μεγάλοι πλάτανοι που απλώνονται σε δάσος και στις δυο όχθες του ποταμού. Για να φτάσεις εκεί αφήνεις πίσω σου τα χωριά και τους ανθρώπους, περνάς από ανομάτιστους ερημικούς χωματόδρομους χαραγμένους φιδωτά αναμεσίς των χωραφιών.. Κι εκεί, στο πουθενά, κι ενώ γίνεσαι μέρος της ησυχίας της φύσης που σε περιβάλλει, βλέπεις μια ασπροβαμμένη σιδερένια πύλη με σταυρό. Με ξάφνιασε που την είδα..Συνήθως τα ξωκκλήσια δεν έχουν πύλη για να περάσεις.. Πίσω της και στην κεφαλή του ξωκκλησιού δυο μνήματα, ενός ιερέως και μιας πρεσβυτέρας..

   Πέρασα από την Πύλη, προχώρησα πλάϊ στα μνήματα..Ανέβηκα ένα σκαλί..Περπατούσα ήδη σ’ ένα όμορφα πλουμιστό πλακόστρωτο, κάτω από μια κεραμοσκέπαστη απλωτή βεράντα, προέκταση της στέγης του ξωκκλησιού και που το περιβάλλει. Δίπλα μου,  στα δυο βήματα, ο επιτάφιος της Παναγίας, κοντά τα καντηλέρια..Είχε ησυχία ο τόπος κι ας υπήρχαν άνθρωποι εκεί.. Η φωνή μου σαν τους χαιρέτησα με το που τους είδα, ακούστηκε τόση παράταιρη μες στην ησυχία που την χαμήλωσα ευθύς..Ένοιωσα, πως να το πω, σα να βεβήλωνα κάτι, μα δεν ήξερα τι..Μετά ήταν που κατάλαβα, μετά….Στο μεταξύ άναψα τα κεριά μου και στράφηκα στις γυναίκες πίσω τους να προσφέρω την εικόνα. Και μίλησα με φωνή πια σα σε ψίθυρο εξηγώντας από ποιούς είναι το δώρο..Εκείνες με αντιχαιρέτησαν ήσυχα, μιλώντας μου χαμηλόφωνα με λόγια λιγοστά , δέχτηκαν με χαρά το δώρο των γονιών μου και πήγαν την εικόνα Της μες στην εκκλησιά. .

      Στο εκκλησάκι μπαίνεις από μια χαμηλή πόρτα στο πλάϊ  αφού κατέβεις δυο πέτρινα σκαλοπάτια. Από κει μπήκα κι εγώ κι είδα ένα ασπροντυμένο δωμάτιο όλο κι όλο,  μ’ ένα παραθύρι στην απέναντι μεριά της πόρτας και  στο βάθος το ξυλόγλυπτο τέμπλο. Λιγοστές οι καρέκλες πάνω στις παλιές πλάκες στο κέντρο του, όπου κάθονταν ήδη οι γέροντες. Με κοίταξαν παραξενεμένοι… Ήμουν η ξένη για κείνους, η ξένη στον χώρο..Έτσι ένοιωσα και ως παρείσακτη έσπευσα να βγω.. Κατέβηκα από την σκεπαστή βεράντα και βγήκα στο άλλο πλακόστρωτο, σ’ εκείνο π’ απλώνεται έξω από την σκεπαστή βεράντα και είχε σα άλλο του σύνορο τα λιόδεντρα και σκεπή του τον ουρανό.Κάθισα σ’ ένα από τα παγκάκια που βρίσκονται στα ριζά των λιόδεντρων. Κι έμεινα να κοιτάζω γύρω..

      Είχαν ρθεί στο μεταξύ κι άλλοι άνθρωποι, κι όλο έρχονταν. Άκουγα τ’ αυτοκίνητά τους καθώς σβήναν’ τις μηχανές τους λίγο πιο πίσω..Μα , παρά το ότι οι άνθρωποι πλήθαιναν, ο τόπος συνέχισε να ’χει ησυχία..Για δες! αναρωτήθηκα παραξενεμένη. Όλοι εδώ θα μιλάν’ μεταξύ τους ψιθυριστά..Πως αλλιώς; Μα και πάλι δεν θ’ ακουγόταν τότε αυτό το χαμηλό βουητό που είναι από τα ψιθυρίσματα;; Άρα, δεν μιλάν’ μεταξύ τους κατέληξα ..απλά δεν μιλάνε. Μένουν σιωπηλοί, γιαυτό η τόση ησυχία του τόπου.. Μου έκανε εντύπωση. Η λειτουργία, στο μεταξύ, είχε αρχίσει ..Κι εγώ ξέμεινα κάτω από τα λιόδεντρα να ακούω τα θροΐσματα από τα φύλλα των δέντρων ανάκατα με τα τιτιβίσματα των πουλιών πως σιγοντάριζε ο ήχος τους την μελωδικότητα της φωνής του ιερέα που λειτουργούσε..

   Ένοιωθα όμορφα..¨Όλα γύρω μου είχαν Ομορφιά!!! Όλα, απλά, ευωδιαστά και γαλήνια..Και με πόση αγάπη έχουν φροντισμένο τούτο τον χώρο οι άνθρωποι εδώ, κοίταγα και σκεφτόμουν! Μέχρι και οι κορμοί των λιόδεντρων γύρω μου ήταν ασβεστωμένοι, όλος ο τόπος ήταν που έλαμπε από καθαριότητα. Μα δεν ήταν μοναχά αυτά που έβλεπα κι άκουγα.! Ήταν  και ο,τι εξέπεμπε αυτός το τόπος!! Αυτή την αίσθηση της απλωσιάς μες στην γαλήνη, αυτό το νοιάξιμο από την αγάπη, αυτή την ηρεμία από την ελευθερία.. Α! Γιαυτό άρεσε στους γονιούς μου εδώ! Γιαυτό, είπα στον εαυτόν μου!! Να δεις που σε ένα τέτοιο παγκάκι θα καθόντουσαν κι αυτοί σαν νοιώθαν’ όπως και εγώ..Το ξανασκέφθηκα..Ναι, από μια τέτοια θέση μακρυά από τους άλλους, τότε τα βλέπεις πιο εύκολα αυτά! Γιαυτό, ίσως και το δώρο τους! Ως το ευχαριστώ τους, για τα δώρα που είχαν δοθεί στους ίδιους από αυτόν εδώ τον τόπο σαν ήσαν εδώ! ..

    Η λειτουργία τελείωνε..Με το μοίρασμα των άρτων, οι ήχοι από τις φωνές των ανθρώπων που συνομιλούσαν ακούγονταν πιά καθάριοι και ευκρινείς. Γέλια και χαιρετισμοί κι αγκαλιές γύρω μου..Η σιωπή είχε παραχωρήσει την θέση της… Είδα τις κυρίες που είχα δώσει την εικόνα νάρχονται προς το μέρος μου..Μου μιλούσαν πια με κανονική φωνή. Ευχαρίστησαν και πάλι για την εικόνα και με κάλεσαν να δω που την είχαν τοποθετήσει στον ναό, με ρώτησαν και αν ήμουν ευχαριστημένη για την επιλογή της θέσης.. ‘Ακου τώρα! Τι μου λένε, αναλογίστηκα! Αυτά δεν με είχαν απασχολήσει ποσώς! Χάρηκα όμως με την χαρά τους που τους άρεσε η εικόνα Της και που τιμούσαν το δώρο των γονιών μου….Πόσο θα το φχαριστιούνταν, αν ήσαν εκείνοι εδώ! Τι χαρά που θα ‘παιρναν την ώρα τούτη, οι αγαπημένοι μου!

      Κίνησα να γυρίσω στο παραθαλάσσιο ξενοδοχείο που έμενα εκείνες τις μέρες.. Στο γονικό σπίτι της μάνας μου στο χωριό δεν είχα θελήσει να μείνω..Βαριές οι σκιές του..

     Κι εκεί, στην ησυχία του δωμάτιου, ενόσω αγνάντευα την θάλασσα μπροστά μου καθώς έπαιρνε από τα χρώματα της δύσης του ήλιου, με τον νου άδειο να οσφραίνομαι την αρμύρα του αέρα, τότε που κατάλαβα γιατί η σιωπή, γιατί οι λιγοστές οι λέξεις των ψίθυρων τότε, γιατί εκείνη η αίσθηση του βέβηλου από μεριάς μου..Πως και δεν το είχα δει από τα τότε;

     Πως και δεν είχα από κείνη την ώρα καταλάβει ότι όλος ο τόπος π’ απλωνόταν γύρω μου από την στιγμή που πέρασα την πύλη, με το ξωκκλήσι, την σκεπαστή την βεράντα του, με τα δέντρα του, τον ουρανό του,  τ’ αεράκι του το ευωδιασμένο, τα τιτιβίσματα των πουλιών του, ότι όλος αυτός ο τόπος με τα όλα του και τους ανθρώπους του, ήταν ο χώρος και ο τόπος του ναού; Ότι ένας ήταν ο τόπος και ο χώρος; Η εκκλησία στ’ όνομα εκείνης; Της Παναγιάς;..

Και, ότι χάρις στην σιωπή των προσκυνητών υπήρχε η αρμονία από το έξω, της φύσης, με το μέσα, των ανθρώπων; ..Και ότι πιο πίσω από την σιωπή και μέσα από αυτήν, ήταν ο σεβασμός, το δέος των πιστών στον τόπο και στον χώρο Εκείνης;..

Κι εγώ, τόσο ξένη προς αυτό;;

Αμ..δεν διαθέτω ούτε κόκκο σκόνης, πόσον της συνάπεως!

Στον δρόμο για τις φοινικιές


Κοίταξε το νησί.. Σα να την περίμεναν οι φοινικιές

Κόντευε

‘Άνοιξέ μου, του φώναξε

Και, το κύμα της άνοιξε δρόμο

wave-2Kenji Croman

                                                                      Δεν κιότεψε

                                                                   Οι φοινικιές ήταν εκεί                                                                                           1. blu

                                  Καλό μήνα σε όλους! Κι ο δρόμος σας νάναι ανοιχτός,

                                                              κι αν δεν είναι, ανοίχτε τον

                                                        κι αν δεν μπορείτε, ζητείστε το

                                                                           Θα Ακούσει

                                                               Και σεις, να τον διαβείτε

                                                                         Για τις φοινικιές

cave altamira


35.000 χρόνια πριν….

Prehistoric Cave Paintings1

Κάποιος φώναξε..Υπάρχω

Prehistoric Cave Paintings - Altamira cave paintings. (59)

Κι οι άλλοι απόκοντα φωνάξαν : Υπάρχουμε και είμαστε πολλοί…

Prehistoric Cave Paintings - Altamira cave paintings.

                           .. σε γυμνές φωτογραφίες

«Οι κούκλες», «The Dolls» W.Butler Yeats


 

ΜΙΑ ΚΟΥΚΛΑ στο σπίτι του κουκλοποιού

κοιτάζει προς την κούνια  και στριγγλίζει:

“ Εκείνο είναι μια προσβολή για μας”

Αλλά η πιο παλιά από όλες τις κούκλες,

που είχε δει, μιας και την είχαν κρατήσει για επίδειξη,

γενιές του είδους του,

ουρλιάζει πιο δυνατά απ’ όλες πάνω στο ράφι :

«Κι ας μην υπάρχει ένας άνθρωπος

που να μπορεί να πει για το κακό αυτού του μέρους,

ο άντρας και η γυναίκα φέρνουν εδώ πέρα

για να μας ταπεινώσουν,

ένα φασαριόζικο και βρωμερό πράγμα.»

Ακούγοντάς τον να βαριαναστενάζει και ν’ απλώνεται

η γυναίκα του κουκλοποιού είναι βέβαιη

ότι ο άντρας της έχει ακούσει τις κραυγές τις καταφρόνιες,

και γέρνοντας όλη πάνω στο μπράτσο της καρέκλας του,

μουρμουρίζει στο αυτί του

με σκυμμένο το κεφάλι πάνω από τον ώμο του:

Αγαπημένε μου, αγαπημένε μου, Ω αγαπημένε

Αυτό ήταν ένα ατύχημα.

Του William Butler Yeats

1. blu

 Σημειώσεις:

Αυτό το υπέροχο και συμβολικό ποίημα του ποιητή William Butler Yeats, κατόχου του βραβείου Nobel  λογοτεχνίας το 1923, το οποίο αποδίδεται από τον ποιητή στην γλώσσα του ως εξής:

A DOLL in the doll-maker’s house
Looks at the cradle and bawls:
‘That is an insult to us.’
But the oldest of all the dolls,
Who had seen, being kept for show,
Generations of his sort,
Out-screams the whole shelf: ‘Although
There’s not a man can report
Evil of this place,
The man and the woman bring
Hither, to our disgrace,
A noisy and filthy thing.’
Hearing him groan and stretch
The doll-maker’s wife is aware
Her husband has heard the wretch,
And crouched by the arm of his chair,
She murmurs into his ear,
Head upon shoulder leant:
«My dear, my dear, O dear.
It was an accident.»

μου έκανε τρομερή εντύπωση και μ’ έχει αφήσει μ’ ένα σωρό ερωτήματα. Ο συμβολικός χαρακτήρας του ποιήματος είναι προφανής και δεδομένος.Να, πως το βλέπω..

Οι κούκλες, δεν προσβάλλονται, δεν ταπεινώνονται, δεν κραυγάζουν. Είναι τα δημιουργήματα της τέχνης ενός καλλιτέχνη, του κουκλοποιού. Στέκονται αιώνια τέλειες, ακίνητες και σιωπηλές, έξω από το προσωρινό του χρόνου, άψυχες, άχρονες κι αναλλοίωτες. Στέκονται εκεί μπροστά του, χωρίς να απαιτούν, χωρίς να γκρινιάζουν, χωρίς να λερώνονται, χωρίς  ούτε ανάγκες να έχουν, ούτε και να φέρνουν προβλήματα που να χρειάζεται αυτός να αντιμετωπίσει.. Αντικείμενα τέχνης ενός καλλιτέχνη. Έργα ενός δημιουργού, από ένα εικονικό φανταστικό κόσμο, τον δικό του ιδανικό κόσμο, του καλλιτέχνη- δημιουργού, μα και των άλλων στους οποίους εκείνος απευθύνεται και που θα πάρουν τις κούκλες του για να γιομίσουν, να ικανοποιήσουν με την παρουσία τους, τον δικό τους κόσμο της φαντασίας τους.

Οι Κούκλες δεν έχουν τίποτε από εκείνα που το ζωντανό δημιούργημα, το μωρό του ανθρώπου κουκλοποιού, είναι. Ένα μωρό ζωντανό, που κινείται, κάνει θόρυβο, φωνάζει, διαμαρτύρεται, απαιτεί, λερώνεται, έχει ανάγκες, χρειάζεται διαρκή φροντίδα από κείνον, χρειάζεται την δικιά του παρουσία στην ζωή του, έχει την ευθύνη του στην αρρώστεια του, στην αντιμετώπιση και επίλυση των προβλημάτων του, που του φέρνει πόνο, χαρά, στενοχώρια, που μεγαλώνοντας δεν είναι πια το δικό του δημιούργημα αλλά εξελισσόμενο γίνεται ένας άλλος ξεχωριστός κι αυτοδύναμος άνθρωπος και που ύστερα φεύγει από κείνον, μπορεί και να το χάσει…… ‘Όλα εκείνα δηλαδή, που είναι η έκφραση της αληθινής ζωής του ανθρώπινου γένους, ‘Όλα εκείνα που αποτελούν την πραγματικότητα της ζωής για τον άνθρωπο και τα γεννήματά του….

Dawn Donofrio Reborn Doll

Κι αυτό μωρό- κούκλα είναι.

Έτσι, ο κουκλοποιός  έχει μπροστά του δυο κόσμους που εκείνος δημιούργησε: Τον εικονικό, τον φανταστικό του κόσμο που δημιούργησε με τις κούκλες του και τον άλλον, τον πραγματικό κι αληθινό που δημιούργησε γεννώντας το παιδί του, το ανθρώπινο έμψυχο, ατελές και θνητό μωρό του. και μιας και οι κούκλες δεν μιλάν’ ποιός άλλος νάναι εκείνος που ακούει ο κουκλοποιός να του μιλάει, εξόν από τον ίδιον του τον εαυτόν;

Νομίζω πως σε αυτό το ποίημα, ο πραγματικός διάλογος γίνεται στην ψυχή και τον νου του κουκλοποιού. Δημιουργός δυο κόσμων και έχοντας συνειδητοποιήσει τις διαφορές τους, πέφτει αποκαμωμένος και βογκώντας στην καρέκλα του..Οι κούκλες του..φαίνεται να είναι πιο ισχυρές μέσα του, ο φανταστικός, ιδανικός του κόσμος είναι τόσο πιο απλός , τόσο πιο εύκολος, τόσο πιο ανώδυνος και σταθερός, τόσο πιο ξεκούραστος, σιωπηλός και αμετάβλητος..σε αντίθεση με τον άλλον του ζωντανού δημιούργηματός του που μάλλον τον ενοχλεί, τον κουράζει με την γκρίνια του, τις φωνές του, με την δυσωδία του απ’ τα κακά του..Κι αυτός, δηλαδή, να αναγκάζεται να ενώσει τους δυο κόσμους του; Ή να αφήσει τον ένα για να έχει τον χώρο του ο άλλος;

Και ενώ είναι εξουθενωμένος από τις αλήθειες του, κι από την εσωτερική του ίσως σύγκρουση, να’ ρχεται η σύζυγός του και να του ψιθυρίζει τρομαγμένη μπας και τρομάξει τον κόσμο του τον φανταστικό, μπας και τα βάλει με τις κούκλες του και έτσι εναντιωθεί σ΄αυτές και στον άντρα της, νά’ρχεται εκλιπαρώντας τον  και να ονομάζει το μωρό τους ατύχημα;;; Τόσο πιο πολύ κυριαρχεί σ’αυτήν την περίπτωση ο τεχνητός κόσμος της τέχνης πάνω στον άνθρωπο-δημιουργό της που το ανθρώπινο είδος και πνεύμα να είναι όλως διόλου τόσο αδύναμο και υποταγμένο απέναντί της ακόμη και όταν αυτή η τέχνη του επιτίθεται περιφρονώντας το είδος του, δηλαδή την ανθρωπότητα;;

‘Η μήπως, η γυναίκα του μιλάει για το μωρό τους χαρακτηρίζοντας το ως ατύχημα για να τον καθησυχάσει ίσως, επειδή το ατύχημα ήταν το ότι έμπασε το μωρό τους στον φανταστικό, ιδανικό και τέλειο κόσμο της τέχνης, στον κόσμο του δημιουργού της συζύγου της;  ‘Η μήπως επειδή κι αυτή ενστερνίζεται τον φανταστικό του κόσμο προτιμώντας τον από τον πραγματικό; ;Αλλά, τότε δεν θα χρειαζόταν να μουρμουρίσει..Το μουρμούρισμα ενέχει και την διαμαρτυρία, την δυσαρέσκεια..Κι αυτή είναι η λέξη του ποιητή..

Ή, ονομάζει το παιδί τους αποτυχία, επειδή ίσως, νομίζει, γνωρίζοντας ήδη καλά την ψυχική κατάστασή του, πως αυτός είναι ο πιο κατάλληλος τρόπος για να αποδεχθεί εκείνος, ο άντρας της, το παιδί τους και την πραγματικότητα; Μέσω των κουκλών του και σαν να ήταν και το παιδί του μια άλλη αποτυχημένη κούκλα;  Που όμως θα την αγαπούσε κι αυτήν όπως κι εκείνες, τις άλλες τέλειες και επιτυχημένες υπέρτερης αξίας κούκλες του; 

Δεν έχω απάντηση..δεν έχω άλλη εξήγηση να δώσω, άλλο ερώτημα ή πιθανότητα δεν μου’ρχεται  στον νου..Ερωτηματικά έχω και ..μπορεί κι ο δρόμος που πήρα προσπαθώντας να ερμηνεύσω το ποίημα να μην είναι ο πλέον κατάλληλος, να έχει άλλη ή και άλλη όψη..Θα χαρώ να ακούσω πως το σκέπτεστε, την γνώμη σας

1.-blu_thumb.gif

Η απόδοση του ποιήματος έγινε από μένα. Δέχομαι υποδείξεις για διόρθωση

Οι κούκλες των εικόνων μου, είναι οι λεγόμενες art-dolls, κούκλες τέχνης. Είναι επώνυμες, μοναδικά κομψοτεχνήματα τέχνης και θαυμαστές δημιουργίες των:

  1. Η πρώτη επάνω αριστερά της Ρωσίδας Έλενας Gromova ( Елены Громовой)
  2. Η δεύτερη κάτω αριστερά της Καναδής Martha Boers.
  3. Η μεσαία των επίσης Καναδών Tom Francirek και Andre Oliveira
  4. Η πάνω δεξιά της Ρωσίδας Μοσχοβίτισσας Sasha Khudyakova

 

Το χαλασμένο τηλέφωνο.


3667988_orig

Παλιά, σαν ήμουν παιδί, παίζαμε με την παρέα μου, ένα παιγνίδι, το χαλασμένο τηλέφωνο. Έτσι το λέγαμε. Καθόμασταν όλα τα παιδιά σε μια σειρά. Ο πρώτος στην σειρά, ο αρχηγός, ψιθύριζε στο αυτί του διπλανού του κάτι, μια λέξη μόνο. Εκείνος, την λέξη που άκουγε την ψιθύριζε στον δικό του διπλανό, αυτός με την σειρά του στον άλλον δίπλα του, ο άλλος στον παρ’ άλλο μέχρι που ο τελευταίος της σειράς των παικτών, σηκωνόταν και έλεγε φωναχτά την λέξη που είχε ακούσει να του ψιθυρίζει ο προτελευταίος.

Εννιά στις δέκα, η λέξη που λεγόταν φωναχτά από τον τελευταίο, δεν ήταν η λέξη που είχε ψιθυρίσει ο πρώτος. Νικητής του παιγνιδιού τότε παρέμενε ο ίδιος ο πρώτος, μέχρι να καταλήξει η λέξη που είχε επιλέξει να ψιθυρίσει στον διπλανό του και εκείνος στον παραδιπλανό του και ούτω καθ’ εξής μέχρι τον τελευταίο, να είναι η ίδια λέξη. Τότε και μόνον, ο τελευταίος γινόταν ο πρώτος- ο αρχηγός- και ο πρώτος γινόταν τελευταίος..

Ο καθένας από τους παίκτες ήθελε κάποια στιγμή να γίνει αυτός, ο αρχηγός, και  έτσι προσπαθούσε να αναμεταδώσει την ίδια λέξη που είχε ακούσει από το δικό του διπλανό.  Όμως, κάπου στα ενδιάμεσα, είτε γινόταν η ζαβολιά από κάποιον ή κάποιος, είτε κάποιος ή και κάποιοι απ΄ όλους μας, δεν είχε ακούσει απλά καλά την λέξη που του είχε ψιθυρίσει ο προηγούμενός του και έτσι την αναμετέδιδε λάθος στον άλλον και εκείνον στον παρ’ άλλον και ούτω καθ’ εξής. ‘Οσο πιο δύσκολη ή έξυπνη ήταν η επιλεγμένη λέξη, τόσο πιο μεγάλη η βεβαιότητα να εξελιχθεί σε λάθος και αυτό έκανε τον πρώτο να συνεχίζει νάναι ο αρχηγός.

Στο τέλος καταλήγαμε να γελάμε με την αλλοιωμένη λέξη που λεγόταν φωναχτά και όσο μεγαλύτερη η αλλοίωση, τόσο περισσότερα και τα γέλια και έπειτα ψαχνόμασταν για το ποιός ήταν εκείνος απ’ όλους μας που είχε κάνει την ζαβολιά ή το λάθος. Βέβαια, υπήρχαν και τα νεύρα, για το λάθος, από κείνον από όλους μας που ήθελε πιο πολύ από τους άλλους να γίνει ο αρχηγός ή και από όλους εμάς τους υπόλοιπους για κείνον τον ζαβολιάρη που έκανε την ζημιά. Έχανε και την σοβαρότητά του το παιγνίδι εξ αιτίας του δηλαδή, χώρια που έκανε και μας τους άλλους κοροΐδα για να γελάσει σε βάρος μας..Ο ζαβολιάρης, όταν τον βρίσκαμε, αποβαλλόταν από το παιγνίδι. Αυτή ήταν η ποινή.

Theophile-Emmanuel Duverger

Άκρως διδακτικό παιγνίδι. Και ακατάπαυστα επαναλαμβανόμενο από τους ενηλίκους, ανεξάρτητα από τον χρόνο, το φύλο, κι όποιας βαθμίδας και ειδικότητας ή μη και είναι αν οι ζαβολιάρηδες ή οι βαρήκοοι,  σε κάθε φάση της ζωής μας.Το βλέπω να παίζεται από τα ψηλά, από τα  μεσαία και από τον άνθρωπο της καθημερινότητας, ‘Όλο και κάποιος καθημερινά είναι που μεταδίδει ή και αναμεταδίδει όσα άκουσε πως του είπε ο διπλανός του, είτε είναι ή θεωρείται πως είναι αυτός ο φίλος του, είτε ο προϊστάμενός του, είτε ο πολιτικός του προϊστάμενος, είτε όποιος άλλος και με οποιονδήποτε τρόπο κι αν σχετίζεται με εκείνον, είτε άσκεφτα, είτε στολίζοντάς τα με ¨σάλτσα” δικής του εκλογής, είτε τόσο αλλαγμένα που να εξυπηρετεί εκείνο που θέλει ο ίδιος για να αναμεταδοθεί. Βλέπω, επίσης,  να λέγονται από κάποιους λέξεις για πράγματα ή πρόσωπα που δεν τους είχαν καν αναμεταδοθεί από κάποιον προηγούμενό τους. Εφευρήματα δικά τους και προς όφελός τους ή γι’ αυτό που θεωρούν οι ίδιοι ως όφελός τους, ή απλά για να “σπάσουν πλάκα “ σε βάρος των υπόλοιπων. Αυτοί, οι “έξυπνοι”..

Υπάρχουν, βέβαια, και οι άλλοι, εκείνοι που δεν είναι ή δεν θέλουν να μπουν παίκτες στο παιγνίδι αυτό. ‘Άλλοι από αυτούς το δηλώνουν, άλλοι σωπαίνουν απλά σε ο,τι ακούν και δεν αναμεταδίδουν κι άλλοι δεν κάνουν καν τον κόπο να ακούσουν.

Κι υπάρχουν και οι φορές που οι παίκτες  βάζουν κάποιον τρίτο ως παίκτη στο παιγνίδι τους εν αγνοία του. Επικαλούνται τ’ όνομά του ως δήθεν πηγή τους ψιθυρίσματος και αναμετάδοσης..’Έτσι ,πιθανώς, πιστεύουν ότι δίνουν περισσότερη αξία στα λόγια τους, ιδιαίτερα αν πάσχουν από αναξιοπιστία..Κι έπειτα, άντε να αποδείξει αυτός ότι δεν είναι ελέφας..

NORBERT JUDT 1.jpg

Πολύπλοκα τα παιγνίδια τις ανθρώπινες σχέσεις. Και, δυστυχώς, δεν μένουν παιγνίδια σαν εκείνων των παιδικών μου χρόνων. Έχουν και παράγουν συνέπειες και μάλιστα τρομερές κάποιες φορές. Και, που μόνο για γέλια δεν είναι.  Κι ακόμη χειρότερα, οι “ζαβολιάρηδες” ενήλικες μένουν συνήθως στο απυρόβλητο οπότε και δεν εισπράττουν καμμιά ποινή για την πράξη τους σαν πως στο παιγνίδι που έπαιζα παιδί.΄

Εννοείται πως στο παιγνίδι αυτό.δεν παίζουν μοναχά άνθρωποι. Απ’ ανθρώπους γίνεται, ναι. αλλά, βλέπετε, οι άνθρωποι που παίζουν, εκπροσωπούν και Κράτη και Οργανισμούς και Έθνη και..και.. Και όση μεγαλύτερη και ευρύτερη η εξουσία των παικτών, τόση μεγαλύτερη και η ζημιά από τις “ζαβολιές”!  Πλήττονται έτσι άλλοι άνθρωποι, άλλα πράγματα, γεννιώνται καταστάσεις που δεν υπάρχουν αληθινά και τόσα άλλα άσχημα. Καταστροφικές οι συνέπειες τις πιο πολλές φορές. Και η Ιστορία το’ χει δείξει αυτό πολλές φορές.

Στις μέρες μας, που ζούμε στην κοινωνία της υπερπληροφόρησης, είναι πολύ πιο δύσκολο, μην πω ανέφικτο, να δεις καν ότι παίζεται και πως το παιγνίδι του χαλασμένου τηλεφώνου. Έρχονται οι ψίθυροι από τόσους παραδιπλανούς, που δεν μπορούμε να δούμε ούτε ποιός είναι ο αρχηγός, ούτε  και ποιοι οι αναμεταδότες.  Είμαστε δεν είμαστε παίκτες. Μας βάζουν μέσα, είτε το θέλουμε, είτε όχι. Και οι εμμένοντες απέξω γίνονται και αποδιοπομπαίοι τράγοι, στην καλύτερη..

Και, γαμώ τη μου, δεν βγαίνει και κανείς τελευταίος να πει την λάθος λέξη φωναχτά ώστε να βρούμε και ποια ήταν η αρχική αληθινή από το στόμα του αρχηγού ή αυτού που θεωρούμε ως αρχηγό. Με τέτοιο μπάχαλο στο παιγνίδι, η εμπιστοσύνη στις ζώνες του, των ενηλίκων, είναι είδος εν ελλείψει και η ζαβολιά εν πλεονάσματι. ‘Όσο για τους κανόνες στο παιγνίδια..πείτε τους και σε μένα, να τους πω. Το δίκιο, δίκιο. Από την μεριά μου εκείνους τους κανόνες που ήξερα σα παιδί, σας τους είπα. Η σειρά σας τώρα.

Natasha Lopusova-Tomskaya

Τι λέτε; Παίζουμε χαλασμένο τηλέφωνο;

(Α! Για να μην αναρωτιέστε: a) η κούκλα επάνω (της Natalia-Lopusova-Tomskaya) παριστάνει το τζίνι του παραμυθιού που κάνει ο,τι του ζητάς..αρκεί να μην το παρασκοτίσεις και στα πάρει όλα πίσω, β) O μεσαίος πίνακας είναι του Norbert Judt και ο αρχικός ζωγραφικός πίνακας είναι του Theophile-Emmanuel Duverger