Θέλω να σκοτώσω τους κακούς, μου είπε


cd08cbb7c129e125582d0372069aa71b

Τέτοιες γιορτινές μέρες ήταν, θυμάμαι, που ο μικρανηψιός μου, ο Δημήτρης, θα ήταν, δεν θα ήταν τότε στα πέντε του χρόνια – μπορεί και λιγότερα- δεν θυμάμαι πια- μου ζήτησε να του πάρω ως δώρο ένα όπλο.

Μια σταλιά, ο μπόμπιρας! Τον είχα βγάλει βόλτα και τον κρατούσα σφιχτά από το χεράκι του, χανόταν μες στην φούχτα μου, θυμάμαι.  Ώρα αιχμής, πολύς ο κόσμος. Τότε, είπα και τον ρώτησα, τι δώρο θέλει, να του το πάρω..Που να φαντασθώ την απάντηση!

Στο διπλανό μας μαγαζί – καθώς περνούσαμε- πωλούσαν παιδικά δώρα- που τα είχαν βγάλει έξω τα φτηνά- στο πεζοδρόμιο- πειρασμό για τα μικρά, να τραβολογούν κατά κει τους γονιούς. Ήσαν πολλά τα παιγνίδια, μπάλες πολύχρωμες, μπάλες ποδοσφαιρικές, κούκλες, στρατιωτάκια, αυτοκινητάκια, όλα ανάκατα…Δεν είχα κοιτάξει κατά κει..Ο μικρός ήταν που έβλεπε..

– Ένα όπλο θέλω, μου είπε. – Αυτό, και μου το ‘δειξε.. Εκεί, στο πεζοδρόμιο έξω από το μαγαζί- αναμεσίς των παιγνιδιών των πλαστικών, κρεμόσαντε όπλα.. Κι ο μικρός μου έδειχνε ένα κατακόκκινο πυροβόλο ενώ με τράβαγε να με σύρει κατά κει…Η πωλήτρια ήδη του χαμογέλαγε πλατιά..

Στάθηκα ακίνητη, αιφνιδιασμένη, σοκαρισμένη από την απάντησή του. Ο Δημήτρης, ο ανιψιός μου, αναμεσίς όλων των παιγνιδιών, είχε διαλέξει ένα όπλο!. Όλες οι αισθήσεις μου τέθηκαν σε συναγερμό. Στο μυαλό μου άναψε φωτιά..Τώρα, τι κάνω τώρα;;

Έσκυψα πάνω του, τον κράτησα σταθερά γυρνώντας τον κατά το μέρος μου, να τον βλέπω,  και τον ρώτησα σιγανά, ήσυχα..

-Ένα όπλο..Είσαι σίγουρος, Δημήτρη; Αυτό θες; Μου του επιβεβαίωσε με ένα ναι..Ήταν τόσο σταθερός, άκαμπτος…

– Με ξάφνιασες, Δημήτρη μου, του είπα..Ένα όπλο το παίρνουμε για να το χρησιμοποιούμε..Εσύ, τι το θέλεις το όπλο;

Ο μικρός σώπασε για λίγο. Κι ύστερα, μου είπε:

– Θέλω να σκοτώσω τους κακούς.

Μούδιασα. Και τον αντιρώτησα.

-Εσύ ξέρεις ποιοί είναι οι κακοί;

Έκλινε καταφατικά το κεφαλάκι του και μου είπε -Ναι.

Ταράχτηκα για τα καλά. Τον πήρα και τρέχοντας σχεδόν, στάθηκα κοντά στην διασταύρωση των δρόμων, μπροστά μας. Ο κόσμος πλημμύριζε τον τόπο… Ο μικρός αντιστεκόταν και μου ‘λεγε θυμωμένος και με παράπονο μαζί.. – Μου είπες ότι θα μου πάρεις δώρο..

Του το είχα και υποσχεθεί, η άμυαλη.. Άνευ όρων! Δεν θυμόμουν ότι υπήρχαν και τέτοια παιγνίδια..Ήταν που δεν ήξερα και από παιδιά..’Άρχισα να προσεύχομαι νοερά.

– Ναι, του απάντησα. Σου το είπα και θα σου πάρω δώρο..’Όμως, εσύ, θέλω πρώτα να μου δείξεις ότι  ξέρεις ποιοί είναι οι κακοί.. Γιαυτό, θα σε ανεβάσω τώρα στους ώμους μου και εσύ θα κοιτάξεις όλους αυτούς τους ανθρώπους. Θα τους κοιτάξεις καλά. Έναν προς έναν!. Και μετά, θα μου πεις ποιός από όλους είναι ο κακός. Τόσο κακός που να αξίζει να σκοτωθεί με όπλο. Αλλά, θέλω να είσαι σίγουρος. Ολότελα σίγουρος. Κρίμα κι άδικο, που θα είναι για κάποιον που δεν είναι ο κακός. Έτσι;

Ο μικρός συμφώνησε συγκατανεύοντας. Τον ανέβασα στους ώμους μου. Μέσα μου, έτρεμα. Δεν ήξερα και από πότε, από ποια ηλικία τα παιδιά είναι σε θέση να διακρίνουν. Κι αν ο μικρός μου έδειχνε κάποιον; Θα έβλεπα στην συνέχεια τι θα έκανα..’Ετσι αποφάσισα….

Και περίμενα, και περίμενα..Η ώρα περνούσε και ο μικρός έμενε σιωπηλός. Δεν κινιόταν καθόλου, άρχισε να βαραίνει στους ώμους μου..Δεν μπορούσα να δω και τι έκανε..

Δεν ξέρω να πω πόσο κράτησε αυτό..Πόσο μεγάλη μου φάνηκε η ώρα ή ήταν πράγματι τόσο μεγάλη; Μου είχε γίνει πια δύσκολο να έχω το βάρος του παιδιού στους ώμους μου..Έμεινα σταθερή..Όσο και να έπαιρνε…

Κι έπειτα, κάποια στιγμή, ο μικρός μου έκανε νόημα να τον κατεβάσω.Το έκανα και τον κοίταξα ερωτηματικά. Ήταν πεντάχλωμος. Με κατεβασμένα τα μάτια μου είπε σιγανά:

.- Δεν ξέρω να πω ποιός είναι ο κακός.

Φρόντισα, η φωνή μου νάναι ανάλαφρη..- Οπότε, τι λες και συ; τον ρώτησα. Τότε, δεν χρειάζεται το όπλο..Τι λες για να πάρουμε – μου φαίνεται, του είπα- για ένα μοντέλο αυτοκινήτου, που ήξερα πως του άρεσαν….

το κοριτσάκι με το σαλιγγάρι

Και η ιστορία, τελείωσε εκεί, προσωρινά…Αργότερα, πολύ αργότερα, σε άλλο χρόνο, όταν θεώρησα ότι ήταν η κατάλληλη ώρα, τον ρώτησα που τους είδε τους κακούς.. Μου απάντησε πως τους είδε στην τηλεόραση που σκότωσε κάποιος την μαμά ενός παιδιού….Γιαυτό και λέω παντού και το ξαναλέω βροντοφωνάζοντάς το:dran-08

ΠΡΟΣΟΧΗ!!! Τα παιδιά βλέπουν!!! Μην αφήνετε τα παιδιά να βλέπουν βία, να βλέπουν και να ακούν ειδήσεις τέτοιες εγκλημάτων κι άλλα άσχημα και μιαρά.. Γιομίζουν την ψυχούλα τους με φόβο, με οργή, με μίσος!!       Και, ευθύνεσθε σεις γιαυτό, το τρομερό κακό! Αφήστε τα να είναι παιδιά!

4d2c6e30eb1cd2977dc9362654f91f9a

‘Ήρθε η ώρα,  τώρα, να σας πω, πως και θυμήθηκα αυτήν την ιστορία με τον Δημήτρη τον ανηψιό μου.

Είναι,  που σε μια φιλική ιστοσελίδα σήμερα, πριν λίγο, είδα αυτό το video:

Να σημειώσω οτι είναι πραγματικό και αναφέρεται σε γεγονότα στην πολιτεία του Τέξας (Texas) των Η.Π.Α. Έχει και πολλά εγκωμιαστικά σχόλια.. Συμβαίνει βέβαια και αλλού, σε εμπόλεμες και μη ζώνες.. Η εκμάθηση χρήσεως πραγματικών όπλων από παιδιά είναι και στα πρωταθλήματα κάπου.. Θεωρείται sport ..

Ναι. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που έχουν διαφορετική γνώμη από την δικιά μου, στο θέμα των όπλων σε παιδιά.. Που την κάνουν και πράξη με πραγματικά όπλα στα χέρια τους.. Για να μάθουν να σκοτώνουν..

Ζήτημα διαφορετικής άποψης και θέασης των πραγμάτων, ίσως, μου πείτε..Αναλογίζομαι, είναι σεβαστές οι διαφορετικές απόψεις και σε τέτοιες περιπτώσεις; Σε εκείνη την χώρα, σε άλλες χώρες με άλλους πολιτισμούς, από ο,τι βλέπω, είναι. Ίσως και εδώ.

Την καλημέρα μου σε όλους!

Advertisements

Με τα μάτια ανοιχτά..


Τριάντα μία του Δεκέμβρη κι ο μήνας ξεψυχάει..Μια νέα χρονιά στο ξημέρωμα του νέου μήνα θ’ ανατείλει..Θα ‘ρθεί να δώσει ανάσα  ζωής στον Δεκέμβρη και να συνεχίσει ή θα τον αφήσει πίσω της νεκρό φέρνοντας νέα ανάσα στον νέο χρόνο με τον νέο μήνα;

Τι ώρα και τούτη!! Μετέωρη ώρα ανάμεσα στο πριν και στο μετά, ούτε όμως και στο τώρα..Απλά, είναι, μες στον χρόνο..Και, τι νάναι άραγε ο χρόνος; Διακεκομμένος σε ημέρες και νύχτες, σε ώρες και λεπτά ή νάναι μοναχά ένας και διαρκής, χωρίς παύσεις, χωρίς σταματημό, χωρίς να χωρίζεται σε νύχτα και μέρα, σε ώρες και λεπτά;

Είναι κείνα τα όρια ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο που τον ορίζουν, για μας, θαρρώ..Κάτι ζει, κάτι πεθαίνει, κάτι υπάρχει και εξελίσσεται μεταβαλλόμενο με την πάροδο του χρόνου, όπως τον βλέπουμε ζώντας σε αυτόν..Έτσι πως και ο διαχωρισμός του χρόνου από μας.. Μπορεί, βέβαια, αν μπορέσουμε και σταθούμε κάπου απέναντι σε αυτόν τον χρόνο, αφήνοντας το εγώ μας σ΄αυτόν, και τον κοιτάξουμε- από το άτοπο και το άμετρο του Χρόνου που είμαστε- τότε, να δούμε εκεί τον εαυτό μας ως σ’ ένα διαρκές παρόν όπου το παρελθόν και το παρόν να είναι στον ίδιο, στον έναν δικό του χρόνο… Με μνήμη του παρούσα, στον κάθε τόπο κι άτοπο. Για την καταγραφή. Και τον ορισμό της πορείας του στο μετά μέσα στον χρόνο του..Για όσα εξαρτώνται από αυτόν και τολμά να ζήσει.

Lyonel-Feininger-Κόκκινο-Πύργο-II-Hall-1930.jpg

“Λοιπόν, ας πάμε εσύ κι εγώ,

Όταν η νύχτα απλώνεται αντικριστά στον ουρανό

Σαν ναρκωμένος ασθενής επάνω στο τραπέζι

Ας προχωρήσουμε, μεσ’ από κάποιες μισοέρημες οδούς,

Κάμαρες μυστικές που ηχούν ψιθύρους κι αναστεναγμούς,

Νύχτες χωρίς αναπαμό, μες σε ξενώνες πρόστυχους της μιας βραδυάς

Κι εστιατόρια με όστρακα και πριονίδι:

Μεσ’ από οδούς που ακολουθούν σαν συζητήσεις πληκτικές

Που έχουν προθέσεις ύποπτες

Και σ’ οδηγούν σ’ ένα ερώτημα συντριπτικό…

Αχ μη ρωτάς, “ Αυτά τι να σημαίνουν;”

Πάμε λοιπόν, μας περιμένουν.

.

Στο διπλανό δωμάτιο οι γυναίκες έρχονται και πάνε

Και για τον Μιχαήλ ΄Άγγελο μιλάνε

.

Η κίτρινη ομίχλη που τρίβει τη ράχη της στα τζάμια,

Ο κίτρινος καπνός που τρίβει τη μουσούδα του στα τζάμια,

Έγλειψε με τη γλώσσα του τις κόχες του βραδιού,

Στάθηκε λίγο στα νερά που πιάνονται στο λούκι,

Στη ράχη δέχτηκε τη βραδινή καπνιά των καπνοδόχων,

Γλίστρησε στο περβάζι, πήδησε ξαφνικά,

Και, βλέποντας πως ήταν μια νύχτα μαλακιά του Οκτώβρη

Τυλίχτηκε γύρω απ’ το σπίτι μια φορά, κι έπεσε, κι εκοιμήθη.

.

Και πράγματι θα υπάρχει άφθονος καιρός

Γι’ αυτόν τον κίτρινο καπνό που γλιστράει κάτω στο δρόμο

Τρίβοντας τη ράχη του στα τζάμια”

‘Άφθονος, άφθονος καιρός

Να ετοιμάσεις πρόσωπο για ν’ αντικρίσει όλα τα πρόσωπα που

θ’ αντικρίσεις’

Θα υπάρχει άφθονος καιρός για να σκοτώσεις και να δημιουργήσεις,

Καιρός για όλα τα έργα και τις μέρες των χεριών,

Που ανασηκώνουν κι αποθέτουν μια ερώτηση στο πιάτο σου”

Καιρός για σένα και καιρός για μένα,

Κι ακόμη άφθονος καιρός για να διστάσεις εκατό φορές,

Και για να θεωρήσεις και να αναθεωρήσεις εκατό φορές,

Προτού το τσάϊ και τα βουτήματα τ’ αγγίξεις.

..

Στο δωμάτιο οι γυναίκες έρχονται και πάνε

Και για τον Μιχαήλ Άγγελο μιλάνε

.

Και πράγματι θα υπάρχει άφθονος καιρός

     Για να αναρωτηθώ “ Άραγε θα τολμήσω;”..

.

Γιατί όλα τα έχω μάθει κιόλας, όλα, όλα-

Τα απογεύματα, τα πρωϊνά και τις βραδιές

Μέτρησα τη ζωή μου με το κουταλάκι του καφέ’

Και τις φωνές που σβήνουν έχω μάθει ακόμα

Κάτω από μακρινές ωραίες μουσικές.

Πως τότε να τολμήσω;….”

……

 Aπό το ποίημα «Το ερωτικό τραγούδι του Τζ. Άλφρεντ Προύφροκ»,

του Τόμας Στερνς Έλιοτ

σε μετάφραση του Τάκη Καγιαλή

Lyonel Feininger, Bird Cloud, 1926, Photo © President and Fellows of Harvard College

ΖΩ- ΤΟΠΙΑ (Του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες)

«-Σάμπως ο χώρος και χρόνος που είμαστε δεν ήσαν κάποτε ουτοπία; Ήταν…-Και τι απέγινε αυτή η ουτοπία; -Μα, κατέληξε ζωή. Ο τόπος και η στιγμή έγιναν μνήμη και η ουτοπία έχασε την άρνησή της. Έγινε τόπος. Σκέτος. -Άρα τι αναζητούμε; -Τον τόπο- Μα, ο τόπος είναι εδώ. -Τότε, ίσως, εμείς δεν είμαστε εδώ. -Άρα αναζητούμε εμάς. Ναι άλλα εγώ με πιάνω, με νιώθω…πως γίνεται να με ψάχνω; -Και τι πιάνεις ακριβώς; -Το δέρμα μου, τα μαλλιά μου, τα νύχια μου, τα…

-Την ψυχή σου την αγγίζεις; -Μα, δε γίνεται να την αγγίξω, εκτός και αν πεθάνω.-Μα, όταν πεθάνεις δε θα υπάρχει χέρι να την ψηλαφίσει, στόμα να τη γευτεί, μάτι να την αντικρύσει.- Τότε δεν υπάρχει τρόπος να έρθουμε σε επαφή με την ψυχή. Για στάσου…και όταν κοιμόμαστε; -Τι όταν κοιμόμαστε;- Όταν κοιμόμαστε κλείνουμε τα μάτια μας και τα βλέφαρα κατεβαίνουν. Όταν κοιμόμαστε τα μάτια παύουν να λειτουργούν;-Όχι, βέβαια…τα μάτια δεν είναι κάποιου είδους πρίζα που την αποσυνδέουμε τη νύχτα. Τα μάτια πάντα λειτουργούν. Απλώς…-Απλώς τι; -Απλώς, τη νύχτα τα μάτια περιστρέφονται 360ο και κοιτούν τον εγκέφαλο. –Και ο εγκέφαλος τι σχέση έχει με την ουτοπία; -Τα μάτια κάθε βράδυ μεταφέρουν τις εικόνες που εγκλώβισαν στον αμφιβληστροειδή τους και τις ταξινομούν σε πεδία του εγκεφάλου. –Δεν καταλαβαίνω. –Αν λοιπόν, η ουτοπία είναι εγγραμμένη στη μνήμη, η οποία μνήμη είναι στον εγκέφαλο, και δε μπορούμε να την ανασύρουμε, τα μάτια δε θα την αντικρύζουν κάθε βράδυ; -Μα, τα μάτια δε βλέπουν τα όνειρα;

-Και ποια η μεγαλύτερη ουτοπία από τα όνειρα παιδί μου; Ποιο καλλίτερο σημείο για την ψυχή από τα όνειρα. Τα όνειρα είναι μια πεδιάδα που η ψυχή φωνάζει, τρέχει αδιάκοπα, βουτάει στα νερά του ποταμού-Επομένως, παππού η ουτοπία δεν είναι τόσο μακριά όσο λένε. Τη βλέπουμε κάθε βράδυ. Ναι, αλλά πως θα γίνει να τη δω και το πρωί; -Μπορείς να ονειρευτείς με τα μάτια ανοιχτά; -Όχι… -Λάθος. Μπορείς και παραμπορείς. Ξέρεις πότε πεθαίνουν τα όνειρα; -Πότε; -Το όνειρο πεθαίνει όταν έρθει η πραγματικότητα. Άλλες φορές το σπρώχνει και άλλες φορές το ρουφάει σα δίνη.-Άρα παππού, αν κάνω ένα όνειρο πραγματικότητα θα βρω την ουτοπία; -Όχι αγόρι μου…η ουτοπία δε βρίσκεται σε ένα σημείο. Είναι τεμαχισμένη. Μπορεί να τη βρεις κάτω από μια πέτρα και την ίδια στιγμή στη φυλλωσιά ενός δέντρου. Χρειάζεται να θυσιάσεις πολλά όνειρα για να την αποκτήσεις. –Ναι, αυτό θέλω. Μπορώ να βρίσκω ένα κομμάτι της κάθε βράδυ; -Απαιτείται προσοχή και υπομονή. Η βιασύνη μπορεί να αποβεί μοιραία. Η ουτοπία έχει ένα μέγεθος. Δε μπορείς να τη στριμώξεις σε ένα τόσο μικρό δέμα, όπως είναι το σώμα σου. Μικρό, όχι σε μήκος, πλάτος, ύψος. Μικρό σε βάθος.

–Δηλαδή; -Αν δεν έχεις νιώσει όλα τα συναισθήματα, δεν έχεις αποκτήσει ένα μεγάλο άϋλο σεντούκι μέσα σου για να την ενθηκεύσεις,  θα σε τιμωρήσει ο πιο πιστός της υπηρέτης. –Ποιος είναι παππού; -Ο Χρόνος. Ο Χρόνος, που από τη μία είναι πανδαμάτωρ και από την άλλη στυγνός εκτελεστής. Ανίκητος. Άπιαστος και άφθαστος μαζί. Κατοικεί στο βασίλειο του Κόσμου. –Εγώ θα πρέπει να φοβάμαι το χρόνο; -Αν του φερθείς άσχημα, σε αυτόν ή την αφέντρα του δεν έχεις ελπίδα να ξεφύγεις. Φρόντισε να μην τον εξαντλείς –Άμα του πω ότι τον αγαπώ, ότι θέλω να γίνουμε φίλοι; Θα με συμπαθήσει παππού; -Αν το πεις ειλικρινά τότε θα είναι με το μέρος σου. Και θα σου δώσει ένα δώρο. Μια κλεψύδρα. –Τι είναι αυτό; -Η κλεψύδρα είναι το εργαλείο του Χρόνου για να υπενθυμίζει στους ανθρώπους να ζουν.

–Κι εγώ πως θα το χρησιμοποιήσω; -Εσύ θα προσέχεις να μη σπάσει, γιατί είναι εύθραυστη. Και να θυμάσαι ότι είναι μεγάλο προνόμιο που την έχεις. Γιατί η κατοχή σημαίνει γνώση. Και η γνώση είναι το καλλίτερο δώρο που θα μπορούσε να έχει ο άνθρωπος. Είναι η ανάκληση της ουτοπίας. –Ε, τότε να γίνω φίλος με το Χρόνο και να μην τον εξαντλώ για να φτάσω στην ουτοπία. –Ναι, αλλά να θυμάσαι πως η ουτοπία δεν είναι ο προορισμός. Η συμφιλίωση με το Χρόνο είναι η διαδρομή σου. –Και η ψυχή; -Η ψυχή; -Ναι, η ψυχή. Είπες πριν ότι η ψυχή είναι στα όνειρα, άρα στην ουτοπία. Είπες ότι εμείς ψάχνουμε εμάς. –Μας ψάχνουμε. Ένας τρόπος υπάρχει να μας βρούμε. Να περπατήσουμε στο θάνατο ζώντας…»

books

  1. Όπως ήδη προαναφέρω, το ποίημα, στο κείμενο που παραθέτω, είναι μόνο ένα απόσπασμα από το ποίημα με τον τίτλο  «Το ερωτικό τραγούδι του Τζ. Άλφρεντ Προύφροκ» που έγραψε ο Άγγλος Νομπελίστας ποιητής Τόμας Στερνς Έλιοτ (Thomas Stearns Eliot, 1888-1965) και πρωτοδημοσιεύτηκε στα 1915. Αποδίδεται εδώ σε μετάφραση του κ. φιλόλογου Πανεπιστημιακού κ. Τάκη Καγιαλή.  Ολόκληρο το ποίημα μεταφρασμένο από τον κ. Καγιαλή και συνοδευόμενο από σχόλια, έχει δημοσιευθεί στο περιοδικό «Ποίηση» την Άνοιξη του 1994 και μπορείτε να το διαβάσετε εδώ.
  2. Το ποίημα του T.S Eliot στην αγγλική γλώσσα λέγεται «The Love Song of J. Alfred Prufrock» και με αυτό το ποίημα, ειδικότερα με τον τρίτο του στίχο, σύμφωνα με τις σημειώσεις του μεταφραστή, εγκαινιάστηκε η μοντέρνα ποίηση κατά την γνώμη που εξέφρασε τότε ο ποιητής John Berryman και που υιοθετήθηκε ευρύτερα στην συνέχεια. Το ποίημα, που αποτέλεσε και την επίσημη είσοδο του  Έλιοτ στην ποίηση, μπορείτε να το διαβάστε στην φυσική του γλώσσα εδώ 
  3. Το αποσπασματικό κείμενο που επακολουθεί παρατιθέμενο στο κείμενό μου προέρχεται από ένα αφιέρωμα του Στέργιου Πουλερέ στην μνήμη του, επίσης Νομπελίστα, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες (Gabriel José García Márquez, 1927 –2014), γνωστού και ωςGabo, το οποίο έχει δημοσιευθεί στον ιστότοπο του Readers.gr,και μπορείτε να το διαβάσετε εδώ. 
  4. Και οι δυο ζωγραφικοί πίνακες στο κείμενό μου είναι έργα του ίδιου ζωγράφου: Του Γερμανοαμερικανού εξπρεσιονιστή, κυβιστή και μοντερνιστή ζωγράφου Λάιονελ Φάινινγκερ (Lyonel feininger-lyonel-en.jpgCharles Feininger, 1871-1956). O πρώτος πίνακας από επάνω είναι έργο του, του 1930 και λέγεται » red tower II» ενώ ο δεύτερος είναι έργο του του 1926 και λέγεται  «Bird Cloud». Καταπληκτικός ζωγράφος και δημιουργός!! Ο άνθρωπος έγραψε ιστορία στην τέχνη της ζωγραφικής! Ας πω εδώ οτι η τέχνη του θεωρήθηκε εκφυλισμένη από τους Ναζί και ο ζωγράφος που ζούσε τότε στην Γερμανία, εξαναγκάστηκε για να σωθεί, να εγκαταλείψει την χώρα..
  5. Οι επιλογές μου στους δυο αυτούς πίνακες οφείλονται στο οτι ξέχωρα οτι μου αρέσουν, βρήκα ναναι ταιριαστές με το κείμενό μου αλλά πρέπει να πω οτι δεν θεωρούνται ως και οι πλέον αντιπροσωπευτικοί πίνακες του ζωγράφου. Αξίζει να γνωρίσετε και τα άλλα του έργα..

84

Σας εύχομαι ωραία παραμονή Πρωτοχρονιάς!!

Καλή χρονιά σε όλους μας!! 

Και, να την ζήσουμε, όπως την θέλουμε!

Χρόνια Πολλά σε όλους!

 

Στο πνεύμα των Χριστουγέννων, Christmas time!


Σήμερα, μέρα που είναι η Παραμονή των Χριστουγέννων, έχω μια ιστορία, από τα παλιά, να σας πω και για μια ταινία- ένα βιβλίο αγαπημένο- να σας μιλήσω..

Will Moses Serigraph - Church Christmas Tree
Will Moses Serigraph – Church Christmas Tree

Κι αρχίζω από την μικρή,  την δικιά μου, χριστουγεννιάτικη ιστορία ..

Ήταν, σαν και σήμερα Παραμονή Χριστουγέννων και θα ‘μουνα τότε γύρω στα εννιά με δέκα μου χρόνια. Με την οικογένειά μου μέναμε, κείνο τον καιρό, σε μια μικρή πόλη. Το σπίτι μας ήταν αρκετά μεγάλο και πολύ ψηλό. Κατέβαινα, θυμάμαι, για να βγω έξω, κάνοντας τσουλήθρα καβάλα στην κουπαστή της σκάλας. Μετά την στροφή της στην κορυφή..Από κει και μετά, που δεν με έβλεπαν οι γονείς..

Εκείνες τις μέρες, πριν απ’ τα Χριστούγεννα, το ποτάμι που διέσχιζε τη πόλη στην μέση της, είχε πλημμυρίσει και τα σπίτια που βρίσκονταν πέρα στην κάτω γειτονιά είχαν γιομίσει με νερά..Άνθρωποι και ζωντανά έτρεξαν να φύγουν, να μην τους πάρει το ποτάμι και τους πνίξει.

Πολύς ο κόσμος που κατέφυγε στο σπίτι μας, τότε…. Ολόκληρες οικογένειες.  Τα δωμάτια του σπιτιού γιομάτα με ανθρώπους, αγνώστους μου, πολλά τα παιδιά..

Waiting for Christmas — Grandma Moses
Waiting for Christmas — by Grandma Moses

Τα αδέλφια μου είχαν ρθεί στο δικό μου το δωμάτιο. Για όσους δεν χώραγαν στα υπόλοιπα δωμάτια, κι ήσαν οι πιο πολλοί, σ’ όλο το καθιστικό, στο σαλόνι, στον μακρύ διάδρομο, είχαν απλωθεί παντού στρωσίδια με παπλώματα, με μαξιλάρια.. Θυμάμαι, δεν είχα τόπο στο σπίτι που να πατήσω.

Η δικιά μου έγνοια, ήταν να πάω να πω τα κάλαντα. Κι είχα βάλει στοίχημα με τον εαυτό μου, να τα πω όλα τους. Των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και κείνα των Φώτων..Το πρόβλημά μου ήταν πως να ξεφύγω από τους γονιούς μου, που δεν θα με άφηναν. Και η πλημμύρα του ποταμού και των ανθρώπων που γιόμισαν, εξ αιτίας του, το σπίτι μας, ήταν μια εξ ουρανού λύση για μένα. Θαύμα, μου φάνηκε.

Μες στον χαμό, λοιπόν, που γινόταν, στο σπίτι, ξέφυγα από την προσοχή των γονιών μου και χωρίς να το καταλάβουν, έφυγα μες στην νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων και γύρναγα στην πόλη και στις γειτονιές και τα΄λεγα. Είχα, θυμάμαι πάει και στις κάτω γειτονιές, στις απόμερες. Εκεί, είχαν ξεμείνει γερόντισσες μαυροντυμένες, που δεν μπορούσαν να φύγουν και έκαναν μεγάλη χαρά σαν τους χτύπαγα την πόρτα, λέγοντας τους τα κάλαντα. Μόνες τους, οι καημένες..Με κέρναγαν καρύδια με σταφίδες, χρήματα δεν είχαν..

Έκανε όμως, κρύο, απόβροχο ήταν, και η νύχτα είχε πολύ παγωνιά.. Έτσι, όταν πριν καλοξημερώσει, γύρισα στο σπίτι-να μην πάρουν και είδηση οτι έλειπα- ήμουν ήδη κρυωμένη. Στις επόμενες μέρες, μέχρι ναρθεί η παραμονή της Πρωτοχρονιάς, η μοναδική μου έγνοια έγινε, πως να κρύβομαι από τα μάτια των γονιών μου να μην δουν οτι είχα κρυολογήσει, γιατί πως αλλιώς θα μπορούσα να πω τα Κάλαντα της Πρωτοχρονιάς;.. 

Εύκολο μου ήταν, τελικά.. Ο πολύς ο κόσμος έφευγε σταδιακά από το σπίτι μας, με το που υποχώρησαν τα νερά. Μέχρι την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, είχαν μείνει κάμποσοι ακόμη άνθρωποι- όσων τα σπίτια είχαν πάθει την μεγαλύτερη ζημιά- και η μαμά, όλο στην κουζίνα ήταν μαγειρεύοντας και κουβεντιάζοντας με τις άλλες γυναίκες, ενώ ο πατέρας όλο έλειπε με τους άλλους τους άντρες, να βοηθήσει να ξαναμπούν στα σπίτια τους.

Το κρύωμά μου δεν είχε υποχωρήσει. Το αντίθετο, μάλιστα. Αλλά, το στοίχημα, στοίχημα. Κι ας ήξερα πως δεν έπρεπε να πάω για τα κάλαντα, γιατί δεν ένοιωθα καθόλου καλά. Αυτήν την φορά, έφυγα να τα πω, μετά το ξημέρωμα. Το είχα ανακοινώσει στους γονείς μου αποβραδίς. Θυμάμαι, τους είχα γυρισμένη και την πλάτη σαν τους το είπα, να μην με δουν..Θα είχα και πυρετό..

Όταν επέστρεψα από τα κάλαντα, που ‘νιωθα και ζαλάδα,  ήμουν πια κανονικά άρρωστη.  Ανήμερα, την Πρωτοχρονιά, στο σπίτι σήμανε συναγερμός. Δεν μπορούσα να ανασάνω. Έτρεχε ο πατέρας μου να βρει γιατρό πρωτοχρονιάτικα, να τον φέρει στο σπίτι κι όλος ο κόσμος που το ‘μαθε- αυτό το πληροφορήθηκα μετά- γύρναγε στην πόλη και έξω από αυτήν προς την θάλασσα, να φέρει φύλλα ευκάλυπτου, από τα δέντρα που ήσαν στα πλαϊνά του δρόμου κατά κει, να με βοηθήσουν ν’ ανασάνω.

Δεν μπορούσα πια ούτε να μιλήσω, να τους πω τι μου συμβαίνει των γονιών μου, που μου ζήταγαν. Κράταγα κάθε δύναμη που είχα, μέσα μου. Τους έγραψα μοναχά σε χαρτί, να ανοίξουν τα παράθυρα να μπει αέρας..

Και πάνω που σκέφτηκα πως θα πέθαινα, τότε και άρχισαν να μου φέρνουν στο κρεββάτι κατσαρόλες μεγάλες ν’ αχνίζουν από τα φύλλα, τα βρασμένα του ευκάλυπτου. Με κουκούλωσαν με τα σεντόνια και από κάτω την κατσαρόλα, την μια μετά την άλλη, και όλοι τους μου φώναζαν να ανασάνω εκεί, στον αχνό. Κάμποσο αργότερα, ήρθε κι ο γιατρός αλλά εγώ ένοιωθα πια περδίκι. Ο,τι κι αν ήταν αυτό που δεν με άφηνε να ανασάνω, το είχαν διώξει οι ευκάλυπτοι.

Γεγονός είναι οτι οφείλω την ζωή μου στους ευκαλύπτους και σ’ εκείνους που φύγαν’ από τα σπίτια τους πρωτοχρονιάτικα και σκαρφάλωσαν στα πανύψηλα τα ευκάλυπτα να μαζώξουν τα φύλλα τους. Για μένα. 

Από τότε, αγάπησα τους ευκάλυπτους. Κι όλο τέτοια δέντρα, ακόμη λέω σε όσους με ρωτάν’, να φυτέψουν γύρω από τα σπίτια τους κι όπου μπορούν. Δεν έμαθα ποτέ ως τα σήμερα, ποιοί ήσαν εκείνοι οι άνθρωποι που τρέξαν’ τότε για μένα. Μπορεί κι οι γονείς μου να μην τους καλοήξεραν, κι άλλους μπορεί να μην ήξεραν και καθόλου, όπως και δεν ξέραν’οι ίδιοι  κι όσους φιλοξένησαν στο σπίτι μας στις δύσκολές τους ώρες..

Richard Savoie (47)
painting by Richard Savoie (Quebec, Canada)

Έτσι, κάπως γινόταν στα χρόνια τα παλιά. Στις μικρές τις κοινωνίες, όπου έζησα μεγαλώνοντας, στην πατρίδα μας. Μου ‘λαχε και πολύ αργότερα, πριν κάμποσα χρόνια, να δω και να ζήσω τέτοια σύμπνοια, αγάπη κι αλληλεγγύη μεταξύ των κατοίκων ενός μικρού χωριού, όπου είχα μείνει περαστικιά για δυο βραδυές, ενόσω ταξίδευα για αλλού. Αλλά αυτό, είναι μια άλλη ιστορία.

Τούτη την ιστορία, την θυμήθηκα και την είπα σήμερα, σε μια παρέα παιδιών που ήρθε στο σπίτι να μου πει τα κάλαντα.. Τους κέρασα και καρύδια με σταφίδες, αν θέλετε, πιστέψτε το.. Και εκείνα, ακούγαν’ για τα χρόνια που δεν ξέρουνε..Σα παραμύθι, τους φάνηκε. Και, ας μην είναι.

Τέτοιες, παρόμοιες ή διαφορετικές ιστορίες αγάπης και αλληλεγγύης μεταξύ των ανθρώπων, συμβαίνουν και στις μέρες μας. Ολούθε. Μόνο, που δεν διαφημίζονται.. Προωθούνται οι αιματηρές που έχουν και βία..Πουλάνε περισσότερο, εθίζουν κιόλας, όπως το επιδιώκουν κάποιοι..

Dancing-Mistletoe_b

Ένα από τα πιο όμορφα βιβλία που έχω διαβάσει, είναι αυτό του Καρόλου Ντίκενς (Charles Dickens 1812-1870) με τον τίτλο «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» (πρωτότυπος τίτλος: A Christmas Carol). Την νουβέλλα αυτή την πρωτοδημοσίευσε ο Ντίκενς, τον Δεκέμβριο του 1843 και από τότε την έχουν διαβάσει γενιές και γενιές ως και σήμερα. Ένα θαυμάσιο δώρο για μικρούς και μεγάλους..από μικρούς και μεγάλους

christmas-carol.jpg

Είμαι βέβαιη οτι το βιβλίο αυτό είναι σε όλους μας γνωστό..Μια υπέροχη ταινία με βάση το παραπάνω βιβλίο, είναι η ακόλουθη στο video, με πρωταγωνιστή της  τον εξαιρετικό ηθοποιό George C. Skott, στον αξεπέραστο ρόλο του ως γερο – Εμπενίζερ Σκρουτζ. Αν δεν την έχετε δει, σας την συνιστώ ανεπιφύλακτα!! Μπορείτε, αν θέλετε,  να την δείτε και από δώ. Η ταινία είναι ολόκληρη και έχει ελληνικούς υπότιτλους:

γκι

Αυτά, για σήμερα! Καλά Χριστούγεννα!Καλή κι όμορφη να ‘ναι η αυριανή για όλους μας! Και μακάρι και οι μέρες που θα ακολουθήσουν, για μας και για όλον τον κόσμο.

Με την αγάπη μου!