Στις ώρες του θρήνου


“Οψές αργά ν-εξώμεινα κάτω στον Κάτω κόσμο, στου Χάροντα τη γειτονιά ήμουνα ξωμενάρης, κι αργά ’ ρχετον ο Χάροντας, χλωμιός και μαραμένος, κι εμίλιε τση Χαρόντισσας κι εροζονάρηζέν τση: -Ανθρώπου μυρωδιά δρικώ, γη πούρι φαίνεται μου; -Απού το μακελειό ’ρχεσαι και θα ‘σαι κουρασμένος, και πέσε να ξεκουραστείς, μ’ άνθρωπος 'πά δεν είναι” από κυπριακό … Συνέχεια ανάγνωσης Στις ώρες του θρήνου