Το Ρώσικο σπίτι του Kirillov και τα ξυλοπάπουτσα της κ. Λύδιας


Ετερόκλητα τα υλικά: Ένα σπίτι στην Ρωσία, και τα ξυλοπάπουτσα.. Τι σχέση μπορεί να έχουν; Ελάτε που, για μένα, συνδέθηκαν μεταξύ τους με αφορμή ένα εκπληκτικό λαϊκό σπίτι που πρωτοείδα στα Ουράλια Όρη της Ρωσίας! Για δείτε το πως:

Στην αρχή είδα αυτό το σπίτι. Είναι το γνωστό- σε άλλους-όχι σε μένα έως τώρα- σπίτι του Kirillov (Дом кузнеца Кириллова) και βρίσκεται στην Ρωσία, στο χωριό Kunara   στην περιοχή Sverdlovsk Oblast* της ανατολικής πλευράς των Ουραλίων που είναι ομοσπονδιακή περιφέρεια της Ρωσίας με πρωτεύουσα πόλη την Yekaterinburg**,(Εκατερίνιμπουργκ) γνωστή σήμερα ως Sverdlovsk.

Χτίστηκε από τον Σεργκέι Ιβάνοβιτς Kirillov στο χωριό της περιοχής Κουνάρ Sverdlovsk - στα μέσα του περασμένου αιώνα.

Το σπίτι στο μικρό το καλοκαίρι και κάτω το ίδιο σπίτι στην βαρυχειμωνιά που βασιλεύει στον τόπο. Δεν είναι ένα σπίτι ιδιαίτερα όμορφο και προπάντων γραφικό;; Μια μοναδικά ξεχωριστή ζωγραφιά πλουμιστή, γιομάτη χρώματα, με πολλά πολλά λουλούδια, ξωτικά, σήματα, σύμβολα της Σοβιετικής Ένωσης, αγάλματα παιδιών, περιστέρια, φράσεις, ρουκέτες και τόσα άλλα;

serge11

Το σπίτι διακοσμήθηκε έτσι από τον Sergeya Kirillova, τον κάποτε ιδιοκτήτη του, τον και σιδερά του χωριού, χειροποίητα στο όλο του, με υλικά το ξύλο κυρίως και το μέταλλο. Ο  Sergeya Kirillov, που πέθανε το 2001, το είχε κληρονομήσει ως  ένα παλιό χωριάτικο σπίτι από τον παππού του. Μετά τον γάμο του με την  Lydia Haritonovna  το 1951, το ζευγάρι πήγε και έμεινε στο σπίτι αυτό,  οπότε και ο Sergeya ξεκίνησε να το επισκευάζει ενώ από το 1954 ξεκίνησε να το φτειάχνει όπως το είχε ονειρευτεί και κατέληξε να το τελειώσει δέκα χρόνια αργότερα, το βράδυ της παραμονής της επετείου της Οκτωβριανής Επανάστασης το έτος 1964, όπως γράφει πάνω σε σχετική επιγραφή του σπιτιού..

Ο Sergey Kirillov δούλευε ως σιδεράς στο χωριό την ημέρα και τα βράδυα μετά την δουλειά του, εργαζόταν ακατάπαυστα στα της διακόσμησης του σπιτιού του. Λένε, ακόμη και τα μεσάνυχτα εργαζόταν ή πως σηκωνόταν από τις 4 τα ξημερώματα για να συνεχίσει τις εργασίες του,  της διακόσμησής του εσωτερικά και εξωτερικά του σπιτιού. Σχεδίαζε, ζωγράφιζε, δούλευε με τα χέρια του τα ξύλα και τα μέταλλα, τοποθετούσε.. Ο άνθρωπος, ο καλλιτέχνης αυτός δημιουργούσε.. Ήταν το έργο αυτό, το πάθος της ζωής του! Και ο Sergey Kirillov, ο  λαικός αυτοδίδακτος καλλιτέχνης,  έφτειαξε μια μοναδική ζωντανή ζωγραφιά!.

Το έτος 1999, για την δημιουργία του στο σπίτι του αυτό, ο Sergey Kirillov κέρδισε στον διαγωνισμό ερασιτεχνική αρχιτεκτονική με ξύλο για όλους τους Ρώσους. Ένα σπουδαίο βραβείο στην Ρωσία. Και, βέβαια, μια μεγάλη τιμή γι’ αυτή την αυθεντική  Ρώσικη δημιουργική ψυχή.

Δείτε λεπτομέρειες της διακόσμησης του Sergeya στο σπίτι:

Μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση το έργο του αυτό σαν το είδα! Και, τόσο ευχάριστη! Μου ‘φερε στον νου την παιδική αφέλεια, τις παιδικές τις ζωγραφιές με τα έντονα τα χρώματα ζωής. Κήπος, σκέφθηκα, θα ήταν η ψυχή του  Sergey Kirillov, γιομάτη γενναιοδωρία και η καρδιά του με αγάπη πολλή για τον τόπο του, την Ρωσία και για τους συνανθρώπους του. Θάταν άνθρωπος ήρεμος με μεγάλη υπομονή και επιμονή, με όραμα και με πίστη και, βέβαια με πολύ μεράκι..Έτσι τον είδα τον  Sergey Kirillova μες από το έργο του, το σπίτι του.

Και να πω και τούτο: Πως το έργο του Ρώσου, το τόσο ιδιαίτερο, με τα πλουμιστά του έντονα χρώματα και τα όλα του, μου ‘φερε, επίσης, στον νου τις ζωγραφιές του δικού μας, του Θεόφιλου, για τις οποίες και τον ίδιον- το πρέπον είναι- να κάνω ειδικό αφιέρωμα.Kirillov graf

Δεν ξέρω να πω μοναχά, αν τον Sergeya Kirillova τον λοιδορούσαν οι γύρω του σαν το ‘φτειαχνε το έργο του, σαν πως καναν’ εδώ οι δικοί μας οι τότε στον Θεόφιλο..Πάντως οι Ρώσοι τον τίμησαν όσο ζούσε και το σπίτι του είναι , λένε, το μοναδικό τέτοιου είδους έργο Ρωσικής λαϊκής τέχνης και τεχνοτροπίας σ΄ όλη την χώρα και αποτελεί από χρόνια αξιοθέατο όχι μόνο για το χωριό αλλά και για όλα τα Ουράλια όρη, πόλος έλξεως για τους τουρίστες. Μέχρι και τον τάφο του που τον έφτειαξε κατά πως ήθελε ενόσω ζούσε, μνημείο τέχνης, σα το σπίτι του, τον θεωρούν και σαν τέτοιο τον επισκέπτονται.Δείτε τον δίπλα

Ας σημειώσω εδώ, ότι στις ταμπέλες που κρατούν τα παιδιά στην στέγη του σπιτιού γράφονται μηνύματα, όπως « Πετάξτεkunara-7-560x420  περιστέρια, πετάξτε. Για σας, δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο πουθενά”,

«Ας μην υπάρχει η μητέρα, ας υπάρχει πάντα ειρήνη.»,

“Μπορεί να υπάρχει πάντα λιακάδα, μπορεί πάντα να υπάρχει ο ουρανός”

Σήμερα, στο σπίτι εξακολουθούν να ζούνε η ογδοντάχρονη σήμερα, χήρα του Sergeya,  η  Lydia Haritonovna με την κόρη τους Λουντμίλα.                                                                   Δείτε την κυρία  Lydia με τις ντάλιες της και φόντο το σπίτι  και στην διπλανή φωτογραφία να στέκεται στην εξώπορτα του σπιτιού, φορώντας τα ξυλοπάπουτσά της

Μόλις, το λοιπόν, είδα την δεύτερη εικόνα, η ματιά μου στάθηκε και στα ξυλοπάπουτσα της κυρίας Λύδιας.. Ξυλοπάπουτσα;;

Να φορούσε και ο άντρας της τέτοια..Ναι, είναι βέβαιο. Κι αυτός όπως και όλοι σ’ εκείνο το βαρυχιονισμένο χωριό..

Μόνο που ο Sergeya Kirillov, αν και φορούσε ξυλοπάπουτσα, αν και ήταν χωρικός, αυτός οραματίστηκε, ζωγράφισε, δημιούργησε και δεν περιορίστηκε σε εκείνα που ‘γραφε ο Ολλανδός ζωγράφος Βίνσεντ Βαν Γκογκ (Vincent Willem van Gogh) ερμηνεύοντας το ρητό του τόπου του: “..«Ελπίζω να ‘χω πάντα στο νου μου , αυτό το «το ζήτημα είναι να μπορεί να βαδίζει κανείς με ξυλοπάπουτσα»· θέλω να πω με αυτό πως πρέπει κανείς να είναι ευχαριστημένος όταν έχει να πιει, να φάει και να κοιμηθεί και να ντυθεί, να ‘ναι με δύο λόγια ευχαριστημένος με ό,τι έχουν οι χωρικοί»

Ξυλοπάπουτσα***!! Δεν μπορώ να θυμηθώ πόσα χρόνια πίσω είχα να δω- και σε εικόνες μόνο- τέτοιου είδους παπούτσια. Δεν ήξερα πως τα φοράν’ ακόμη και μάλιστα στην περιοχή εκείνη της Ρωσίας. Κι είπα να μάθω κατι τις γιαυτά με αφορμή την εικόνα των ξυλοπάπουτσων της κ. Λυδίας.  Και έμαθα..

Αν και σεις το θέλετε, δείτε στις σημειώσεις μου πιο κάτω μερικά και τινα για τα ξύλινα παπούτσια και μην ξαφνιαστείτε- εμείς, οι Έλληνες, μάλλον, τα εφηύραμε τα ξυλοπάπουτσα ! Και μετά από μας, διαδόθηκαν και στον κόσμο, μάλλον!!)

Σημειώσεις ενημερωτικές:600px-Sverdlovsk_in_Russia.svg

α) Sverdlovsk Oblast: Η περιοχή Sverdlovsk, όπου το χωριό Kunara, είναι τμήμα της Διοικητικής Ομοσπονδιακής Περιφέρειας των Ουραλίων Ορέων της Ρωσίας. Η περιοχή είναι πλούσια σε μεταλλεύματα σιδήρου, χαλκού, χρυσού και πλατίνας. Πριν φτάσουν σ’ αυτήν οι πρώτοι Ρώσοι έποικοι, ό πληθυσμός της περιοχής αποτελείτο από Τουρικές και Ουγγρικές φυλές.Μέχρι τα μέσα του 16ου αιώνα τα μέσα Ουράλια ήταν υπό την κυριαρχία των Ταταρικών χανάτων. Η Κατάκτηση αοπό του Ρώσους το 1550 του χανάτου του Kazan άνοιξε τον δρόμο και για την κατάκτηση των άλλων περιοχών.

β)Yekaterinburg,(Εκατερίνιμπουργκ, Αικατερινούπολη) ή Sverdlov: Στην πόλη αυτή, την τέταρτη σήμερα σε πληθυσμό πόλη της Ρωσίας, η οποία απέχει 80 χιλιόμετρα από το χωριό Kunara και είναι η έδρα της περιοχής Sverdlovsk, μετά την Οκτωβριανή επανάσταση του 1917, οι μπολσεβίκικες δυνάμεις εκτέλεσαν  στις 17/7/1918 τον τελευταίο Τσάρο της Ρωσίας Νικόλαο ΙΙ με όλη την οικογένειά του (δηλαδή την γυναίκα του Αλεξάνδρα, τις τέσσερις κόρες τους, την Όλγα (γεν.το 1895, την Τατιάνα (γεν. το 1897, τη Μαρία (γεν το 1899) και την Αναστασία (γεν.το 1901) και τον γιό τους Αλεξέϊ (γεν.1904) { σημ.:Μέχρι σήμερα, παρά τις έρευνες, αγνοούνται ακόμη δυο σκελετοί από την οικογένεια, μιας κόρης (της Αναστασίας ή της Μαρίας) και του γιού- λέγεται όμως πως τα σώματα αυτά των παιδιών τα είχαν λιανίσει πριν κάψουν τα υπολείμματά τους με οξύ- όπως και των λοιπών μελών- οι Μπολσεβίκοι} Η πόλη αυτή ήταν από τις πρώτες πόλεις στις οποίες οι Μπολσεβίκοι εδραίωσαν την εξουσία τους μετά τα Οκτωβριανά και σε αυτήν είχαν μεταφέρει υπό κράτηση στις αρχές του 1918 τον Τσάρο της Ρωσίας με την οικογένειά του

γ) Ο Θεόφιλος, όπως έγινε γνωστός ο  Θεόφιλος Χατζημιχαήλ ή Θεόφιλος Κεφαλάς ή Κεφάλας, ήταν Έλληνας λαϊκός ζωγράφος και όλο του το έργο έχει χαρακτηρισθεί ως ελληνική πολιτιστική κληρονομιά.

1. blu

Και τώρα, για τα Ξυλοπάπουτσα, ο λόγος!

δ) Τα ξυλοπάπουτσα είναι γνωστά από τους αρχαίους χρόνους. Φτιάχνονται συνήθως από ξύλο ιτιάς ή λεύκας, σημύδας ή και οξιάς και προστατεύουν τα πόδια από την υγρασία, το κρύο και τα χτυπήματα. Φοριούνταν συνήθως από τις χαμηλότερες κοινωνικές τάξεις, τους αγρότες, τους χωρικούς, τους εργαζόμενους στα ορυχεία και τους πτωχούς.

      Στην Ελλάδα στα χρόνια της μεγάλης φτώχειας και λιμού στις αρχές του β’ παγκοσμίου πολέμου τα ξυλοπάπουτσα ήταν τα μοναδικά παπούτσια ειδικά για τους άπορους νησιώτες μας  : Από το βιβλίο του Ικαριώτη Στέφανου Καρίμαλη, «Η Νικαριά στην Αντίσταση»: ”..Εδώ στο νησί μας, όπως μας βρήκε η συμφορά απροετοίμαστους κα όπως η ντόπια παραγωγή ήταν πάντα φτωχή, (τα περισσότερα εφόδια έρχονταν απ΄ έξω) ήταν φυσικό να νοιώσουμε την πείνα από τα πρώτες μέρες της υποδούλωσης. Ο καθένας προσπαθούσε να κρύβει όπως μπορούσε εκείνο που είχε, για να μην το αρπάξει ο επιδρομέας.Πολλοί έχωναν πιθάρια μέσα στη γη σε μέρη απίθανα για να τα ασφαλίσουν. Άλλοι τα έχωναν κατευθείαν στο χώμα, που πολλές φορές καταστρεφόταν. Αλλά τι να φυλάξει κανείς που εκείνο που κρύβαμε δεν έφτανε ούτε για ένα μήνα.

Έπειτα είχε χωριά, όπως η περιφέρεια Αγίου Κηρύκου, το Καραβόσταμο, κ.α. που δεν είχαν καθόλου ντόπια παραγωγή και για να μην πεθάνουν από την πείνα, ζητούσαν βοήθεια από άλλα χωριά (Ράχες, Προεσπέρα) . Από ανθρωπισμό όποια πόρτα χτυπούσαν, κάτι τους έδιναν από το υστέρημά τους και αυτό φυσικά σε βάρος εκείνων που έδιναν, γιατί δεν υπήρχε ελπίδα αντικατάστασης.

Όσο για ρουχισμό, δεν γίνεται λόγος. Οι άνθρωποι μπάλωναν και ξαναμπάλωναν κείνα που είχαν. Για παπούτσια (μόνο για το χειμώνα φυσικά, το καλοκαίρι δε χρειάζονταν), οι περισσότεροι έφτιαχναν ξυλοπάπουτσα (τσόκαρα) που για να λυγάνε στο βάδισμα, βάζανε μεντεσέδες στη μέση. Προνομιούχοι ήταν εκείνοι που οικονομούσαν κανένα κομμάτι λάστιχο αυτοκινήτου, για να σολιάσουν ένα παλιό παπούτσι, ή να φτιάξουν τσαρούχια ιδιόρρυθμα, το πιο εύκολο…”

      Σήμερα δεν συναντάμε  τα ξυλοπάπουτσα με την αρχική τους κατασκευή και χρήση συχνά, ούτε σημαίνουν φτώχεια. Στις μέρες μας -τα παπούτσια τα ξύλινα ή με βάση από ξύλο έχουν αποτελέσει αντικείμενο μόδας, λέγονται και σαμπώ και τσόκαρα και clogs,  πολλές φορές είναι πανάκριβα ως είδος υπόδησης πολυτελείας!!.

Στην Ισπανία λένε τα ξυλοπάπουτσα albarcas και φοριούνται συνήθως από τους αγρότες της Κανταβρίας (Cantabria), στη βόρεια Ισπανία. Στην Ιαπωνία τα λένε Geta, ένα μείγμα ξυλοπάπουτσου με σαγιονάρα, και είναι χαρακτηριστικό πατούμενο για τις γκέισες. Στην Ινδία έχουν ως ξυλοπάπουτσο από αρχαιοτάτων χρόνων το είδος paduka ενώ στην Γαλλική Βρεττάνη τα  ξυλοπάπουτσα τα λένε Sabots (σαμπώ)

Όταν οι Ρωμαίοι πήγαν να κατακτήσουν την Γαλατία και είδαν τα ξυλοπάπουτσα των Γαλατών, μη ξέροντας πως αλλιώς να τα πουν , τα  είπαν “ γαλατικά”, και από εκεί βγήκε η λέξη γαλότσα “galoche”

Η προέλευση των ξύλινων υποδημάτων στην Ευρώπη δεν είναι γνωστή με ακρίβεια. Ο Tet de Boer-Olij  στο βιβλίο του “EUROPEAN WOODEN SHOES : THEIR HISTORY AND DIVERSITY”   αναφέρεται  ως προς την αρχική προέλευσης (οrigin) στα χοντρόσολες μπότες των αρχαίων Ελλήνων ηθοποιών στις τραγωδίες, δηλαδή στους κοθόρνους (kothornos) απ’ ότι κατάλαβα, όπως και στα σανδάλια των Ρωμαίων στρατιωτών. http://www.klompenmuseum.nl/pdf/woodenshoes.pdfhttp://www.worldebooklibrary.net/articles/eng/Clogs

Υποσημειώνω εδώ οτι: Ο κόθορνος(kothornos) ήταν ένα είδος μπότας με χοντρή σόλα που δενόταν μπροστά με κορδόνια και ταίριαζε και στα δυο πόδια και οτι οι ηθοποιοί στην αρχαία τραγωδία φορούσαν κοθόρνους για να φαίνονται ψηλότεροι και επιβλητικότεροι

{Στο θέατρο, οι κόθορνοι αποτελούνταν από το συνήθως μονοκόμματο κάττυμα, με ύψος γύρω στα 8 εκατοστά ( ή κάτυμμα από επάλληλες ξύλινες στρώσεις). Χάρη στα υποδήματα αυτά, ο ηθοποιός  μπορούσε να φτάσει σε ύψος γύρω στο 1.80 και 1.90 και για αυτό το λόγο έπρεπε να εξασκηθεί αρκετά για να μην πέσει. Το ρωμαϊκό θέατρο, υιοθέτησε από το ελληνικό τους κοθόρνους, όχι όμως τόσο πιστά, αφού σε αρκετές τοιχογραφίες στην Πομπηία, που απεικονίζουν θεατρικές παραστάσεις, οι ηθοποιοί δεν φορούν κοθόρνους.
Στην καθημερινή ζωή των αρχαίων Ελλήνων, οι κόθορνοι, ήταν ένα πολύ πιο άνετο υπόδημα. ΄Ηταν φαρδύ και το φορούσαν και οι άνδρες και οι γυναίκες. Σύμφωνα βέβαια, με κάποιες πηγές, ο κόθορνος ήταν αποκλειστικά γυναικείο υπόδημα, ενώ για άλλες, όπως για παράδειγμα, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, μόνο ανδρικό. Έχει υπερισχύσει η άποψη όμως, ότι το υπόδημα προοριζόταν και για τα δύο φύλα. Ήταν μάλιστα, τόσο φαρδύ, ώστε να ταιριάζει και στο αριστερό και στο δεξί πόδι, όπως μας πληροφορεί ο Αριστοφάνης: «ες τω κοθόρνω τω πόδ’ενθείς ίαιμαι»} http://www.protothema.gr/culture/article/412328/ta-akrodahtula-ton-karuatidon-neo-pedio-diamahis-metaxu-ton-arhaiologon/

Ωστόσο, πάντα σύμφωνα με τον κ. Tet de Boer-Olij,  υπάρχει η πιθανότητα πως η προέλευση των ξύλινων παπουτσιών μπορεί  να προέρχεται από τους Κέλτες και τους Γερμανούς της Βόρειας και Νότιας Ευρώπης που φαίνεται να ήταν εξοικειωμένοι με κάποιο είδος ξύλινου υποδήματος. Οτι δεν υπάρχουν αρχαιολογικά ευρήματα. Τα ξύλινα υποδήματα κατέληγαν, όπως και σήμερα, συχνά ως καυσόξυλα και, αν όχι, τότε λόγω της φύσης του, το ξύλο σαπίζει μακροπρόθεσμα. Τα παλαιότερα ξύλινα υποδήματα που επιβιώνουν στην Ευρώπη βρίσκονται στο Άμστερνταμ και στο Ρότερνταμ των Κάτω Χωρών και χρονολογούνται από το 1230 και το 1280. Αυτά τα ευρήματα μοιάζουν πολύ με τα ξύλινα παπούτσια που φοριούνται ακόμα στην Ολλανδία. =https://www.wikiwand.com/en/Clog

Να επισημάνω αρχικά εδώ οτι το βιβλίο του “EUROPEAN WOODEN SHOES : THEIR HISTORY AND DIVERSITY” με τις εν λόγω αναφορές, ο Tet de Boer-Olij το εξέδωσε το 2002.. https://books.google.gr/books/about/European_wooden_shoes.html?id=ls8fOAAACAAJ&redir_esc=y

Οπότε, ας αναφέρω στο σημείο αυτό μια αρχαιοελληνική ανακάλυψη του 2011 που δημοσιεύτηκε στο “Βήμα” στις 3/10/2011 . υπό τον τίτλο “Ξύλινο ειδώλιο και σόλες παπουτσιών ηλικίας 2500 ετών”

Σπάνιο ειδώλιο γυναίκας κατασκευασμένο από ξύλο που έχει ηλικία 2.500 ετών ήρθε στο φως στο ιερό της Αρτέμιδος στη Βραυρώνα κατά τις εργασίες κατασκευής αποστραγγιστικού φρέατος στον αρχαιολογικό χώρο.

Ξύλινο κάττυμα (σόλα) υποδήματος, τμηματικά σωζόμενο με περίτεχνη διακόσμηση εγχάρακτων μοτίβων (5οςπ.Χ. αιώνας)

Πρόκειται για μία πεπλοφόρο γυναικεία μορφή του Α’ μισού του 5ου αιώνα π.Χ.με σάκο στο κεφάλι και περίτεχνη βοστρυχωτή κόμμωση, που διατηρεί ακόμη και τα χαρακτηριστικά της αλλά και ίχνη ερυθρού χρώματος πάνω στο ξύλο. Μαζί αποκαλύφθηκαν και δύο ξύλινα καττύματα (σόλες) από υποδήματα στα οποία διασώζεται η περίτεχνη (!) διακόσμηση τους από εγχάρακτα μοτίβα….Βρέθηκαν όμως και ξύλινα τμήματα αγγείων – κυρίως σώματα και σώματα από κυλινδρικές πυξίδες (κουτιά)-  καθώς και σανιδόμορφα τεμάχια ξύλου. Πρόκειται για ένα σύνολο εντυπωσιακό, δεδομένου ότι το ξύλο λόγω της σύστασής του σπανιότατα διατηρείται στον χρόνο.” Δείτε :http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=423089

Θέλετε να ακούσετε κι άλλο κατι τις για τα ξυλοπάπουτσα (δηλ.  τις κλάπες= clogs) επί των βυζαντινών χρόνων που βρήκα εδώ;

Η λέξις κλάπα παρά Βυζαντινοίς1 εδήλου 1) το ξύλινον υπόδημα (τσόκαρο) το χρησιμοποιούμενον και αλλαχού εν τη οικιακή οικονομία, συχνότατα όμως εις το λουτρόν: «Κλάπας ὑποδεδεμένας· ἐν τῷ βαλανείῳ γὰρ ὢν ἐτύγχανε».2 2) την ποδοκάκην, το εν ειρκτή ξύλον το έχον μίαν η δύο οπάς εις τας οποίας ενεβάλλοντο οι πόδες του καταδίκου ή και τέσσαρας διά τας χείρας άμα και τους πόδας. Εκ του βυζαντινού άσματος περί του Ανδρονίκου παρατηρούνται οι στίχοι:
Βάρτουν κ’ εις τες μασχάλες του τριακάνταρον μολύβι
και βάρτουν κ’ εις τα πόδια του δυο σιδερένιες κλάπες.

Παρά Βυζαντινοίς απαντά και ρήμα κλαπώνω (εμβάλλω εις κλάπας τους πόδας). Εις βυζαντινόν άσμα φέρονται οι στίχοι:
εδάρτ’ εσύραν το σχοινίν, εδήσασι τα χέρια,
τα πόδια μου κλαπώσασιν, τα πάντα μου πετάσαν,
εις φυλακήν μ’ εβάλασιν κ’ είμαι φυλακισμένος.3

Σήμερον επίσης η λέξις κλάπα δηλοί: Εμβάδα υπό τους τύπους χλάπα (η), χλαπί (το), χλαπιά, χλαπάκια (Θήρα).4 Είδος υποδημάτων «τσαρούχια του χιονιού σαν μικρά τεψιά χωρίς κόθρους» κατεσκευασμένα εκ ξύλου και συγκροτούμενα διά λωρίδων εκ βοΐου δέρματος (Θεσσαλία).5 Τεμάχιον δέρματος (σόλα), το οποίον είτε καρφώνεται (αν είναι κατειργασμένον) εις το τσαρούχι, είτε προσδένεται εις αυτό δι’ ιμάντων (αν είναι ακατέργαστον) (Εύβοια, Στρόπωνες).6 Το εμπρόσθιον μέρος του πέλματος του τσαρουχιού (Στερεά Ελλάς, Αρτοτίνα).7 Εν Κρήτη (Ρέθυμνον), υπό τον τύπον κλαπούτσα (η), λέγεται η παντόφλα η οποία κατασκευάζεται όταν αποκοπή το άνω μέρος του στιβανίου· ενταύθα και η παροιμία: Το καλό παπούτσι κάνει και καλό κλαπούτσι (επί της εννοίας ότι τα καλά πράγματα ακόμη και αν παλαιωθούν είναι καλά).8

1. Λεξ. Du Cange εν λ. Παρά Σουΐδα: «κωλόβαθρον· τῆς λεγομένης κλάπας παρὰ πολλοῖς». Φέρεται επίσης και ο τύπος κλάπος παρά Ι. Τζέτζη … Πρβλ. Κοραήν, Άτακτα 1, 68, και Γ. Χατζιδάκιν, ΕΕΒΣ 1 (1924), σ. 198.
2. Δίων ο Κάσσιος, 77.4.
3. Στέφανος Σαχλίκης, Γραφαί και στίχοι (έκδ. G. wagner), σ. 85, στίχ. 212-214.
4. Ιστορικόν Λεξικόν [= ΙΛ] 115α, 48. 547β, 99. Και Κοραής, Άτακτα 1, 68: κλάπος είναι το ξύλινον υπόδημα.
5. Αρχείον Ιστορικού Λεξικού. Εν Ευβοία (Μετόχι) και εν Ζαγορά Βόλου, ξύλινοι κύκλοι τους οποίους θέτουν υπό τους πόδας διά να βαδίζουν επί της χιόνος λέγονται κύκλα (τα). ΙΛ 602, 58 και 428, 228.
6. ΙΛ 499, 11.
7. Αρχείον Ιστορικού Λεξικού.
8. Αρχείον Ιστορικού Λεξικού.

                                                                           Δικαίος Βαγιακάκος. «Τοπωνύμια εις –άδο». Αθηνά 56 (1952), σ. 15-17.

1. blu

Ακούστε εν τέλει και δυο άλλα περίεργα για τα ξυλοπάπουτσα:

Τα ξύλινα παπούτσια χρησιμοποιήθηκαν από τους αναρχικούς ως σύμβολο του πολιτικού αγώνα των φτωχών εναντίον των πλουσίων στο ΧΙΧ και στις αρχές του ΧΧ αιώνα.

 Η λέξη « σαμποτάζ » προέρχεται μάλλον από τη γαλλική ονομασία των ξύλινων παπουτσιών: Sabot= clogs= τσόκαρα. Έτσι ονομάστηκε η τακτική των Ολλανδών συνδικαλιστών που έριξαν τα  ξύλινα παπούτσια τους στους μηχανισμούς των μηχανημάτων του εργοστασίου, προκαλώντας έτσι τη στάση εργασίας. Σήμερα, στην Ολλανδία, τα ξυλοπάπουτσα  είναι ένα από τα σύμβολα της χώρας και δημοφιλές ως αναμνηστικό .

http://www.worldebooklibrary.net/articles/eng/Clogs

1.-blu.gif

Advertisements

Μονοπάτια


        Και το φθινόπωρο ήλθε! Σεπτέμβρης μήνας. Και τα μονοπάτια είναι εκεί στη διάβα μας. Φορτωμένα από τις μυρωδιές της φθινοπωρινής γης, από την ανάσα του αέρα της, από το τρίψιμο των φυλλόδεντρων στις πατούσες μας, από θύμησες , το τώρα και το έως….

      ‘Ένα μικρό οδοιπορικό στα μονοπάτια του Ύβο ‘Άντριτς (IVO ANDRIC), του Νομπελίστα Σερβοβόσνιου συγγραφέα,  μικρό δοκίμιο θα’ λεγα καλύτερα, με στοχασμούς στα μονοπάτια εκείνου και του καθενός μας.

Βίσεγκραντ , Visegrad ΣερβίαΤο Βίσενγκραντ (Višegrad)στην Σερβία Ερζεγοβίνη

Mehmed Paša Sokolović Bridge in Višegrad (Bosnia and Herzegovina)2

Η γέφυρα Mehmed Paša Sokolović Bridge in Višegrad (Bosnia and Herzegovina) που ανακηρύχθηκε το 2007 μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς από την Unesco

Μονοπάτια

           Πάντα, όταν περνούν από τον νου μου μονοπάτια και δρόμοι κάθε λογής, μπροστά μου στέκονται πεισματικά και ανεξίτηλα χαραγμένα τα μονοπάτια πάνω στα οποία πρωτοπερπάτησα ελεύθερα. Κι ήταν στο Βίσιεγκραντ αυτό. Στα τραχιά, ανώμαλα και φαγωμένα μονοπάτια του, όπου όλα ήταν στεγνά και πικρά, δίχως ομορφιά, δίχως χαρά, χωρίς δικαίωμα στην ελπίδα κι όπου η πικρή μπουκιά που ο κάθε άνθρωπος δεν πρόφταινε να φάει του καθόταν στο λαιμό σε κάθε του βήμα. Εκεί όπου η κάψα κι ο αέρας και το χιόνι κι η βροχή έτρωγαν το χώμα και τους σπόρους μέσα στη γη κι αν κάτι προλάβαινε να φυτρώσει και να καρπίσει το πατούσαν, το δίπλωναν και το τσάκιζαν και θα μπορούσαν να το έβαζαν στη γη ανάποδα, με το κεφάλι χωμένο κάτω, για να του εξαφανίσουν το σχήμα και να το γυρίσουν πίσω, στο πουθενά, εκεί απ’ όπου ξέφυγε και κατάφερε να φυτρώσει.

            Κι ήταν αναρίθμητα τα μονοπάτια που όμοια με σχοινιά και γαϊτάνια απλώνονταν και χάραζαν λόφους και κατηφοριές γύρω από την πόλη, χύνονταν στον γυμνό δρόμο ή προχωρούσαν και χάνονταν μπροστά σε κάποια νερά ή στις πράσινες συστάδες από ιτιές και βούρλα. Το ένστικτο των ανθρώπων και των ζώων ανακάλυψε και σχεδίασε αυτά τα δρομάκια κι η ανάγκη τα περπάτησε. Σ’ αυτά δύσκολα μπαίνεις και δύσκολα προχωράς κι αν είναι να γυρίσεις πίσω, δύσκολα τα καταφέρνεις. Εκεί, ο άνθρωπος κάθεται πάνω σε πέτρα ή κάτω από ένα δέντρο, σε τόπο στεγνό ή σε γωνία απάγκια και σκιερή για ξεκούραση, για προσευχή αλλά και για χωριάτικα παζαρέματα. Σ’ αυτές τις γιδόστρατες που τις σάρωνε ο ήλιος και τις μούσκευε η βροχή και πότε τις μόλυνε και πότε τις απολύμαινε, όπου συναντάς μονάχα ταλαιπωρημένα ζώα και ανθρώπους σιωπηλούς με σκληρά πρόσωπα, εκεί έμαθα τα πρώτα πράγματα για τον πλούτο και την ομορφιά του κόσμου. Εκεί, άμαθος ακόμα, αδύναμος και ενδεής, ένιωσα ευτυχής, κι ήταν μια ευτυχία που μεθάει και σε φτάνει ως την αναισθησία, ευτυχής για όσα δεν υπήρχαν εκεί, κι όσα δεν μπορούν να υπάρχουν και ποτέ δεν θα υπάρξουν.

            Και σ’ όλους τους δρόμους και τα δρομάκια απ’ όπου πέρασα αργότερα στη ζωή μου, ζούσα μόνο με αυτήν τη φτωχή ευτυχία, μ’ εκείνη την σκέψη μονάχα που μου πρωτοήρθε στο Βίσιεγκραντ για τον πλούτο και την ομορφιά του κόσμου. Γιατί κάτω απ’ όλους τους δρόμους εγώ έβλεπα κι ένοιωθα παντού και πάντα, μέχρι και σήμερα, τα τραχιά μονοπάτια του Βίσιεγκραντ, έτσι όπως ήταν όταν τα’ αποχωρίστηκα. Στην πραγματικότητα, μ’ αυτά μετρούσα τα βήματά μου και κανόνιζα την πορεία μου και ήταν πάντα κοντά μου σ’ όλη μου τη ζωή.

            Τις στιγμές εκείνες που ο κόσμος με κούραζε και με πίκραινε ( αυτός ο κόσμος όπου από κάποια κακή σύμπτωση ζούσα και με χίλια όσα κρατιόμουν στη ζωή) κι όταν ο ορίζοντας σκοτείνιαζε κι η πορεία γινόταν αμφίβολη, άπλωνα μπροστά μου νοερά και με ευλάβεια, όπως ο πιστός τον τάπητα της προσευχής, τα δύσκολα, τα’ ανώμαλα κι απότομα μονοπάτια του Βίσιεγκραντ που γιατρεύουν κάθε πόνο και ξορκίζουν την κάθε δυστυχία, γιατί τα εμπεριέχουν όλα μέσα τους και τα υπερβαίνουν όλα. Γι αυτό και αρκετές φορές την ημέρα, ξεκλέβοντας την κάθε στιγμή ανάπαυλας και την κάθε ανάσα στο λόγο μου, περνούσα νοερά, λίγο λίγο, από τα δρομάκια αυτά απ’ όπου ποτέ δεν θα ‘πρεπε ν’ απομακρύνομαι. Μέχρι το τέλος του βίου μου θα περνώ, όπως και να ΄ναι, το κομμάτι εκείνο των μονοπατιών και των δρόμων του Βίσιεγκραντ που μου αναλογεί. Και με το τέλος της ζωής μου θα τελειώσει κι αυτή η πορεία. Και τα μονοπάτια του Βίσιεγκραντ θα χαθούν κι αυτά εκεί όπου χαράζονται όλα τα μονοπάτια, εκεί όπου εξαφανίζονται οι δρόμοι και τα’ αδιέξοδα δρομάκια, όπου δεν υπάρχει πορεία και κούραση κι όπου όλοι οι δρόμοι της γης θα γίνουν ένα ακατανόητο κουβάρι και με την «τελευταία αστραπή» θα καούν μπροστά στα μάτια μας και τα μάτια μας θα σβήσουν κι αυτά, αφού μας έφεραν ως το σκοπό μας και την αλήθεια.

‘Ιβο ‘Άντριτς*

Μετάφραση από τα Σερβοκροάτικα: Χρήστος Γκουβής

kipos2Σημειώσεις

Ιβο Αντριτς α)        Ο Ύβο ‘Άντριτς  γεννήθηκε στο Ντοτς της Βοσνίας, κοντά στο Τράβνικ, στις 10 Οκτωβρίου 1892 από Κροάτες γονείς. Ορφανός από μάνα από τα δύο του χρόνια, ανατράφηκε από την οικογένεια της μητέρας του.. Από το 1912 σπουδάζει διαδοχικά στα Πανεπιστήμια του Ζάγκρεμπ, της Βιέννης, της Κρακοβίας και του Γκρατς. Με το ξέσπασμα του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου φυλακίζεται από τους Αυστριακούς στο Σπλιτ (1914-1917). Μετά τον πόλεμο διορίζεται στο διπλωματικό σώμα, όπου και υπηρετεί μέχρι το 1941. Μεταπολεμικά εκλέγεται βουλευτής της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και πρόεδρος της Ένωσης Γιουγκοσλάβων Λογοτεχνών. Το 1961 του απονέμεται το Νόμπελ Λογοτεχνίας. «για την επική δύναμη των λογοτεχνικών του θεμάτων και τον τρόπο που απεικονίζει την ανθρώπινη μοίρα, αντλώντας υλικό από την ιστορία της πατρίδας του».

Από την ομιλία του αποδοχής του βραβείου Νόμπελ:  «Σχεδόν πιστεύει κανείς ότι από το χάραμα της ανθρώπινης συνείδησης και ανά τους αιώνες, το είδος μας συνέχεια αφηγείται στον εαυτό του την ίδια ιστορία, έστω και με άπειρες παραλλαγές στον ρυθμό των αναπνοών και στον παλμό της». Ο Άντριτς δώρισε τα χρήματα του βραβείου για να ενισχυθούν οι Βιβλιοθήκες της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης

            Πρωτοεμφανίστηκε ως ποιητής, αλλά έγινε γνωστός σε όλο τον κόσμο με τα τρία μεγάλα μυθιστορήματά του: Το γεφύρι του Δρίνου (μτφρ. Χρήστος Γκούβης, Εκδ. Καστανιώτη 1997), Tο χρονικό του Τράβνικ (μτφρ. Χρήστος Γκούβης, Εκδ. Καστανιώτη 1999), H Δεσποινίδα και τη νουβέλα του H καταραμένη αυλή. Δημοσίευσε επίσης δύο ποιητικές συλλογές και πολλές συλλογές διηγημάτων. Πέθανε στο Βελιγράδι το 1975.

(Με πηγές από τις εκδόσεις Καστανιώτη από το βιβλίο του Άντριτς Με τίτλο ¨Το σπίτι στην άκρη της Πόλης” όπου εμπεριέχεται και το παρόν διήγημά του, την εφημερίδα “ ΤΑ ΝΕΑ”.

Περισσότερα για τον Ιβο Άντριτς  σε ένα ενδιαφέρον αφιέρωμα από τον Κωνσταντίνο Ματσούκα για τον Ύβο Άντριτς στην Ελευθεροτυπία: από όπου αντιγράφω κάτι που , όπως γράφεται είναι ομολογία του ίδιου του συγγραφέα για την θεματολογία του έργου του: που δεν αφορά σε κάτι άλλο από το να :

 «…να βρίσκεσαι ριγμένος μέσα στον ωκεανό της ύπαρξης, χωρίς να το έχεις ζητήσει, αναγκασμένος να κολυμπήσεις, να ζήσεις, να αποκτήσεις μια ταυτότητα· να αντιστέκεσαι στην πίεση και στα σοκ από το εξωτερικό περιβάλλον και στις απρόβλεπτες πράξεις -τις δικές σου και των άλλων- που τόσο συχνά ξεπερνούν τις δυνατότητές σου. Κι επιπλέον να αντέχεις τις ίδιες σου τις σκέψεις για όλα αυτά: κοντολογίς, να είσαι άνθρωπος».

2) Βίσιενγκραντ ή Βίσενγκραντ= Πόλη της Βοσνίας. Το γιοφύρι της απετέλεσε το κύριο θέμα για το θαυμάσιο- λέγεται- βιβλίο του Άντριτς ¨Το γιοφύρι του Δρίνου”

kipos2

Παγκόσμια Ελληνική διάκριση.



Την είδηση την πρωτοδιάβασα στα νέα της ΕΡΤ και μου άρεσε:

«Το αργυρό μετάλλιο κατέκτησε το βιβλίο «Οινομαγειρέματα« της Νίκης Μηταρέα (εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα),  στην κατηγορία «Best Book on Cooking with Wine» (Καλύτερο Βιβλίο Μαγειρικής με Κρασί), στο πλαίσιο του διαγωνισμού για τα παγκόσμια βραβεία βιβλίων μαγειρικής «Gourmand World Cookbook Awards 2006»

      Αυτό το βιβλίο ήταν, μάλιστα,  το πρώτο βιβλίο της κ. Νίκης Μηταρέα.Η Νίκη Μηταρέα Έλαβε, δε, αυτήν την διάκριση διαγωνιζόμενο ανάμεσα στα  24.000 περίπου καλύτερα  βιβλία που εκδίδονται κάθε χρόνο σχετικά με τη γεύση και το κρασί, ενισχύοντας  την παγκόσμια διάδοση και προβολή των βιβλίων μαγειρικής. 
       Όπως, μάλιστα, διάβασα στην ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ, ο θεσμός των «Gourmand World Cookbook Awards» που μετρά ήδη 11 χρόνια διοργάνωσης, θεωρείται από την παγκόσμια εκδοτική βιομηχανία ως η απονομή «των Όσκαρ του κόσμου της γεύσης και του κρασιού».

Εύγε σας κ. Μηταρέα ! Πάντα τέτοια!

Σχόλιο: Ε! Πείτε μου τώρα. Πως να μην μ’ άρεσε η είδηση αυτή! Κοιτάζω τι έγινε: Μία γυναίκα, βάζοντας το μεράκι της και την τέχνη της, τόλμησε να κάνει ένα βήμα. Να φτειάξει ένα βιβλίο, μ’αυτό που ήξερε να κάνει καλύτερα. Και δεν περιορίστηκε σ’ αυτό. Αυτό, το μεράκι για το καλύτερο, το ‘δειξε και για το βιβλίο το ίδιο, που είναι μια πολυτελής έκδοση με φωτογραφίες Κωνσταντίνου Καφίρη. Το φρόντισε το βιβλίο η κυρία Μηταρέα από κάθε πλευρά, και να το αποτέλεσμα. Επιχαίρω επίσης ως Ελληνίδα, ως γυναίκα και στο τέλος, γιατί μ’αρέσει να μαγειρεύω και να πειραματίζομαι με τα υλικά, οπότε το παραπάνω βιβλίο θάναι ένας καλός οδηγός για μένα. Αυτά.

Go to source: news.ert.gr – Ζωής …σΤάσεις – Διάκριση ελληνικού βιβλίου σε διεθνή διαγωνισμό

Go to source: Στην υγειά της Νίκης (11/4/2007) – ΤΕΧΝΗ + ΖΩΗ


Go to source: news.ert.gr – Ζωής …σΤάσεις – Διάκριση ελληνικού βιβλίου