«Φεύγετε, επιτέλους», μου είπε


Η επίσκεψη

  Του Μίλτου Σαχτούρη

peiraias_limani.jpg      Εκείνο τ’απόγευμα ξύπνησα με μιαν έντονη επιθυμία να κατέβω στον Πειραιά να επισκεφθώ την οικογένεια Κ. Με την οικογένεια αυτή, τα παλιά χρόνια, είχαμε πολλές φιλίες. ‘Όμως, όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις, σιγά -σιγά αραίωσαν οι συναντήσεις μας, ώσπου κατάντησε στο τέλος να μη βλεπόμαστε καθόλου.Θα’ χαν περάσει πέντε έξι χρόνια από την τελευταία συνάντησή μας.

        Αυτά σκεφτόμουν καθώς ξύπνησα εκείνο τ’ απόγεμα με την τυρρανική, την έντονη κι επίμονη επιθυμία να κατέβω αυτό το ίδιο τ’ απόγεμα να επισκεφθώ τους Κ.
       Όταν βγήκα στο δρόμο κατάλαβα πως κάτι ασυνήθιστο μου συνέβαινε. Μι’ αφάνταστη γαλήνη, μι’ αλλόκοτη χαρά με είχε πλημμυρίσει. Μ’αυτή την διάθεση μπήκα στο πρώτο ταξί που βρήκα μπροστά μου και είπα:
        » Στον Πειραιά!».
       Ήταν ένα συννεφιασμένο απόγεμα, ήτανε Μάρτης. Απ’ τα παράθυρα τ’ αυτοκινήτου, καθώς προχωρούσαμε, κοίταζα τα σύννεφα που κι αυτά είχαν πάρει κάτι από την Χάρη, κάτι από την ελαφράδα που ένοιωθα μέσα μου.
    Σαν φτάσαμε στον Πειραιά, τ’ αυτοκίνητο κατευθύνθηκε στην προκυμαία.
      Εκεί κατέβηκα μπροστά σ’ ένα πελώριο άσπρο πλοίο που σφύριζε κιόλας, έβγαζε καπνούς κι ήταν πλημμυρισμένο με κόσμο.
       Ανέβηκα πάνω και ζήτησα τον καπετάνιο.
      «Εντάξει», μου είπε χαμογελώντας, «φεύγετε επιτέλους, τα έξοδά σας είναι κανονισμένα  γ ι α  π ά ν τ α  και για όποιο μέρος κάθε φορά βρισκόσαστε.»
      » Φεύγετε επιτέλους», επανέλαβε. Και πραγματικά καθώς έριξα μια ματιά απ’ το παράθυρο της καμπίνας, είχαμε βγει κιόλας έξω από το λιμάνι του Πειραιά.
 1.-blu_thumb.gif
 

Μίλτος Σαχτούρης2Εκτοπλάσματα, 1986

Μ. Σαχτούρης, 2001

 «Τον ποιητή τίποτε δεν τον εγγίζει, ούτε ο χρόνος.

Γιατί έχει μέσα του το παιδικό, το γεροντικό και το δαιμονικό συγχρόνως»

Μ. Σαχτούρης

Advertisements

Ασκητική: Ο νέος δεκάλογος


 

medieval-promenade-1983

«Ο Θεός φωνάζει στην καρδιά μου: Σώσε με!

Ο Θεός φωνάζει στους ανθρώπους, στα ζώα, στα φυτά, στην ύλη: Σώσε με!

Άκου την καρδιά σου κι ακλούθα τον. Σύντριψε το σώμα σου κι ανάβλεψε: Όλοι είμαστε ένα!

Αγάπα τον άνθρωπο, γιατί είσαι συ.

Αγάπα τα ζώα και τα φυτά, γιατί ήσουνα συ, και τώρα σε ακλουθούν πιστοί συνεργάτες και δούλοι.

Αγάπα το σώμα σου· μονάχα με αυτό στη γης ετούτη μπορείς να παλέψεις και να πνεματώσεις την ύλη.

Αγάπα την ύλη· απάνω της πιάνεται ο Θεός και πολεμάει. Πολέμα μαζί του.

Να πεθαίνεις κάθε μέρα. Να γεννιέσαι κάθε μέρα. Ν΄ αρνιέσαι ό,τι έχεις κάθε μέρα.

Η ανώτατη αρετή δεν είναι να ΄σαι ελεύτερος, παρά να μάχεσαι για ελευθερία.

Μην καταδέχεσαι να ρωτάς: «Θα νικήσουμε; Θα νικηθούμε;» Πολέμα!

Η επιχείρηση του Σύμπαντου, για μιαν εφήμερη στιγμή, όσο ζεις, να γίνει επιχείρηση δική σου.

Τούτος είναι, σύντροφοι, ο καινούριος Δεκάλογος μας!»

1.-blu.gif

Απόσπασμα από το βιβλίο του Ν. Καζαντζάκη » Η ασκητική»  – σχέση ανθρώπου με άνθρωπο.(1923)

1.-blu.gif

«Με θαρρούν λόγιο,

 διανοούμενο, γραφιά.

Και δεν είμαι τίποτε απ’ αυτά.

Τα δάχτυλά μου, όταν γράφω,

δεν μελανώνουνται, αιματώνουνται.

Θαρρώ δεν είμαι παρά τούτο:

μια απροσκύνητη ψυχή.» 1950

Νίκος Καζαντζάκης

(18/2/1883 -26/10/1957)