Στις ομιχλιασμένες νύχτες


ΜΟΝΟΠΆΤΙ ΣΤΗΝ ΟΜΊΧΛΗ

“…   Δε θυμάμαι από πού ερχόταν εκείνη η ομίχλη· μάλλον κατέβαινε από ψηλά. Tώρα, πάντως, ξεκινάει βαθιά απ’ τα όνειρα. Aυτά που χρόνια μένανε σκεπασμένα μ’ ένα βαρύ καπάκι, που όμως πήρε απ’ την πίεση για καλά να παραμερίζει.

Πέφτει πολλή ομίχλη, γίνομαι ένα μ’ αυτήν, και ξεκινάω. Aκολουθώ άλλες σκιές ονοματίζοντάς τες. Περπατώ κοιτάζοντας το λιθόστρωτο. Aυτό σε πολλούς δρόμους και δρομάκια ακόμα διατηρείται. Δεν υπάρχει, βέβαια, ανάμεσα στις πέτρες το χορταράκι, που φύτρωνε τότε. Όλα έχουν γκρεμίσει ή ξεραθεί.

                   Kανένας θάνατος δεν είναι καλός. Ω, και νά ‘ταν αλήθεια, αυτό που λένε πως θα τους ξαναβρούμε όλους..                        

                     fog-house-4

       Aκολουθώντας τις σκιές μπαίνω πάντα στον ίδιο δρόμο.

    Tα δέντρα και τα φυτά θεριεύουν μες στη μοναξιά και τη θολούρα. Γίνονται σαν κάστρα τεράστια. Φτάνω στο αγέρωχο σπίτι το τυλιγμένο με κισσούς και φυλλώματα. Παρόλο που οι σκιές  κοντοστέκονται και σα να μου γνέφουν, εγώ δεν πλησιάζω καν στην Πορτάρα. Θαρρώ πως μόνο αγαπημένο πρόσωπο θα με  πείσει κάποτε να την περάσω.

    Φεύγω και ξαναχάνομαι μέσα στα τραμ, τα φώτα και την κίνηση. O νους μου είναι κολλημένος στην ομίχλη και σ’ όλα όσα είδα μέσα σ’ αυτήν. Προσπαθώντας να ξεχαστώ περπατώ πολύ τις ομιχλιασμένες νύχτες. Aισθάνομαι κάποια ανακούφιση με το βάδισμα. Tα μεγάλα βάσανα κατασταλάζουνε σιγά σιγά στο κορμί και διοχετεύονται απ’ τα πόδια στο υγρό χώμα…”

blu

 Είναι ένα  απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργου Ιωάννου  «Η μόνη Κληρονομιά”

Advertisements

Μονοπάτια


        Και το φθινόπωρο ήλθε! Σεπτέμβρης μήνας. Και τα μονοπάτια είναι εκεί στη διάβα μας. Φορτωμένα από τις μυρωδιές της φθινοπωρινής γης, από την ανάσα του αέρα της, από το τρίψιμο των φυλλόδεντρων στις πατούσες μας, από θύμησες , το τώρα και το έως….

      ‘Ένα μικρό οδοιπορικό στα μονοπάτια του Ύβο ‘Άντριτς (IVO ANDRIC), του Νομπελίστα Σερβοβόσνιου συγγραφέα,  μικρό δοκίμιο θα’ λεγα καλύτερα, με στοχασμούς στα μονοπάτια εκείνου και του καθενός μας.

Βίσεγκραντ , Visegrad ΣερβίαΤο Βίσενγκραντ (Višegrad)στην Σερβία Ερζεγοβίνη

Mehmed Paša Sokolović Bridge in Višegrad (Bosnia and Herzegovina)2

Η γέφυρα Mehmed Paša Sokolović Bridge in Višegrad (Bosnia and Herzegovina) που ανακηρύχθηκε το 2007 μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς από την Unesco

Μονοπάτια

           Πάντα, όταν περνούν από τον νου μου μονοπάτια και δρόμοι κάθε λογής, μπροστά μου στέκονται πεισματικά και ανεξίτηλα χαραγμένα τα μονοπάτια πάνω στα οποία πρωτοπερπάτησα ελεύθερα. Κι ήταν στο Βίσιεγκραντ αυτό. Στα τραχιά, ανώμαλα και φαγωμένα μονοπάτια του, όπου όλα ήταν στεγνά και πικρά, δίχως ομορφιά, δίχως χαρά, χωρίς δικαίωμα στην ελπίδα κι όπου η πικρή μπουκιά που ο κάθε άνθρωπος δεν πρόφταινε να φάει του καθόταν στο λαιμό σε κάθε του βήμα. Εκεί όπου η κάψα κι ο αέρας και το χιόνι κι η βροχή έτρωγαν το χώμα και τους σπόρους μέσα στη γη κι αν κάτι προλάβαινε να φυτρώσει και να καρπίσει το πατούσαν, το δίπλωναν και το τσάκιζαν και θα μπορούσαν να το έβαζαν στη γη ανάποδα, με το κεφάλι χωμένο κάτω, για να του εξαφανίσουν το σχήμα και να το γυρίσουν πίσω, στο πουθενά, εκεί απ’ όπου ξέφυγε και κατάφερε να φυτρώσει.

            Κι ήταν αναρίθμητα τα μονοπάτια που όμοια με σχοινιά και γαϊτάνια απλώνονταν και χάραζαν λόφους και κατηφοριές γύρω από την πόλη, χύνονταν στον γυμνό δρόμο ή προχωρούσαν και χάνονταν μπροστά σε κάποια νερά ή στις πράσινες συστάδες από ιτιές και βούρλα. Το ένστικτο των ανθρώπων και των ζώων ανακάλυψε και σχεδίασε αυτά τα δρομάκια κι η ανάγκη τα περπάτησε. Σ’ αυτά δύσκολα μπαίνεις και δύσκολα προχωράς κι αν είναι να γυρίσεις πίσω, δύσκολα τα καταφέρνεις. Εκεί, ο άνθρωπος κάθεται πάνω σε πέτρα ή κάτω από ένα δέντρο, σε τόπο στεγνό ή σε γωνία απάγκια και σκιερή για ξεκούραση, για προσευχή αλλά και για χωριάτικα παζαρέματα. Σ’ αυτές τις γιδόστρατες που τις σάρωνε ο ήλιος και τις μούσκευε η βροχή και πότε τις μόλυνε και πότε τις απολύμαινε, όπου συναντάς μονάχα ταλαιπωρημένα ζώα και ανθρώπους σιωπηλούς με σκληρά πρόσωπα, εκεί έμαθα τα πρώτα πράγματα για τον πλούτο και την ομορφιά του κόσμου. Εκεί, άμαθος ακόμα, αδύναμος και ενδεής, ένιωσα ευτυχής, κι ήταν μια ευτυχία που μεθάει και σε φτάνει ως την αναισθησία, ευτυχής για όσα δεν υπήρχαν εκεί, κι όσα δεν μπορούν να υπάρχουν και ποτέ δεν θα υπάρξουν.

            Και σ’ όλους τους δρόμους και τα δρομάκια απ’ όπου πέρασα αργότερα στη ζωή μου, ζούσα μόνο με αυτήν τη φτωχή ευτυχία, μ’ εκείνη την σκέψη μονάχα που μου πρωτοήρθε στο Βίσιεγκραντ για τον πλούτο και την ομορφιά του κόσμου. Γιατί κάτω απ’ όλους τους δρόμους εγώ έβλεπα κι ένοιωθα παντού και πάντα, μέχρι και σήμερα, τα τραχιά μονοπάτια του Βίσιεγκραντ, έτσι όπως ήταν όταν τα’ αποχωρίστηκα. Στην πραγματικότητα, μ’ αυτά μετρούσα τα βήματά μου και κανόνιζα την πορεία μου και ήταν πάντα κοντά μου σ’ όλη μου τη ζωή.

            Τις στιγμές εκείνες που ο κόσμος με κούραζε και με πίκραινε ( αυτός ο κόσμος όπου από κάποια κακή σύμπτωση ζούσα και με χίλια όσα κρατιόμουν στη ζωή) κι όταν ο ορίζοντας σκοτείνιαζε κι η πορεία γινόταν αμφίβολη, άπλωνα μπροστά μου νοερά και με ευλάβεια, όπως ο πιστός τον τάπητα της προσευχής, τα δύσκολα, τα’ ανώμαλα κι απότομα μονοπάτια του Βίσιεγκραντ που γιατρεύουν κάθε πόνο και ξορκίζουν την κάθε δυστυχία, γιατί τα εμπεριέχουν όλα μέσα τους και τα υπερβαίνουν όλα. Γι αυτό και αρκετές φορές την ημέρα, ξεκλέβοντας την κάθε στιγμή ανάπαυλας και την κάθε ανάσα στο λόγο μου, περνούσα νοερά, λίγο λίγο, από τα δρομάκια αυτά απ’ όπου ποτέ δεν θα ‘πρεπε ν’ απομακρύνομαι. Μέχρι το τέλος του βίου μου θα περνώ, όπως και να ΄ναι, το κομμάτι εκείνο των μονοπατιών και των δρόμων του Βίσιεγκραντ που μου αναλογεί. Και με το τέλος της ζωής μου θα τελειώσει κι αυτή η πορεία. Και τα μονοπάτια του Βίσιεγκραντ θα χαθούν κι αυτά εκεί όπου χαράζονται όλα τα μονοπάτια, εκεί όπου εξαφανίζονται οι δρόμοι και τα’ αδιέξοδα δρομάκια, όπου δεν υπάρχει πορεία και κούραση κι όπου όλοι οι δρόμοι της γης θα γίνουν ένα ακατανόητο κουβάρι και με την «τελευταία αστραπή» θα καούν μπροστά στα μάτια μας και τα μάτια μας θα σβήσουν κι αυτά, αφού μας έφεραν ως το σκοπό μας και την αλήθεια.

‘Ιβο ‘Άντριτς*

Μετάφραση από τα Σερβοκροάτικα: Χρήστος Γκουβής

kipos2Σημειώσεις

Ιβο Αντριτς α)        Ο Ύβο ‘Άντριτς  γεννήθηκε στο Ντοτς της Βοσνίας, κοντά στο Τράβνικ, στις 10 Οκτωβρίου 1892 από Κροάτες γονείς. Ορφανός από μάνα από τα δύο του χρόνια, ανατράφηκε από την οικογένεια της μητέρας του.. Από το 1912 σπουδάζει διαδοχικά στα Πανεπιστήμια του Ζάγκρεμπ, της Βιέννης, της Κρακοβίας και του Γκρατς. Με το ξέσπασμα του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου φυλακίζεται από τους Αυστριακούς στο Σπλιτ (1914-1917). Μετά τον πόλεμο διορίζεται στο διπλωματικό σώμα, όπου και υπηρετεί μέχρι το 1941. Μεταπολεμικά εκλέγεται βουλευτής της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και πρόεδρος της Ένωσης Γιουγκοσλάβων Λογοτεχνών. Το 1961 του απονέμεται το Νόμπελ Λογοτεχνίας. «για την επική δύναμη των λογοτεχνικών του θεμάτων και τον τρόπο που απεικονίζει την ανθρώπινη μοίρα, αντλώντας υλικό από την ιστορία της πατρίδας του».

Από την ομιλία του αποδοχής του βραβείου Νόμπελ:  «Σχεδόν πιστεύει κανείς ότι από το χάραμα της ανθρώπινης συνείδησης και ανά τους αιώνες, το είδος μας συνέχεια αφηγείται στον εαυτό του την ίδια ιστορία, έστω και με άπειρες παραλλαγές στον ρυθμό των αναπνοών και στον παλμό της». Ο Άντριτς δώρισε τα χρήματα του βραβείου για να ενισχυθούν οι Βιβλιοθήκες της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης

            Πρωτοεμφανίστηκε ως ποιητής, αλλά έγινε γνωστός σε όλο τον κόσμο με τα τρία μεγάλα μυθιστορήματά του: Το γεφύρι του Δρίνου (μτφρ. Χρήστος Γκούβης, Εκδ. Καστανιώτη 1997), Tο χρονικό του Τράβνικ (μτφρ. Χρήστος Γκούβης, Εκδ. Καστανιώτη 1999), H Δεσποινίδα και τη νουβέλα του H καταραμένη αυλή. Δημοσίευσε επίσης δύο ποιητικές συλλογές και πολλές συλλογές διηγημάτων. Πέθανε στο Βελιγράδι το 1975.

(Με πηγές από τις εκδόσεις Καστανιώτη από το βιβλίο του Άντριτς Με τίτλο ¨Το σπίτι στην άκρη της Πόλης” όπου εμπεριέχεται και το παρόν διήγημά του, την εφημερίδα “ ΤΑ ΝΕΑ”.

Περισσότερα για τον Ιβο Άντριτς  σε ένα ενδιαφέρον αφιέρωμα από τον Κωνσταντίνο Ματσούκα για τον Ύβο Άντριτς στην Ελευθεροτυπία: από όπου αντιγράφω κάτι που , όπως γράφεται είναι ομολογία του ίδιου του συγγραφέα για την θεματολογία του έργου του: που δεν αφορά σε κάτι άλλο από το να :

 «…να βρίσκεσαι ριγμένος μέσα στον ωκεανό της ύπαρξης, χωρίς να το έχεις ζητήσει, αναγκασμένος να κολυμπήσεις, να ζήσεις, να αποκτήσεις μια ταυτότητα· να αντιστέκεσαι στην πίεση και στα σοκ από το εξωτερικό περιβάλλον και στις απρόβλεπτες πράξεις -τις δικές σου και των άλλων- που τόσο συχνά ξεπερνούν τις δυνατότητές σου. Κι επιπλέον να αντέχεις τις ίδιες σου τις σκέψεις για όλα αυτά: κοντολογίς, να είσαι άνθρωπος».

2) Βίσιενγκραντ ή Βίσενγκραντ= Πόλη της Βοσνίας. Το γιοφύρι της απετέλεσε το κύριο θέμα για το θαυμάσιο- λέγεται- βιβλίο του Άντριτς ¨Το γιοφύρι του Δρίνου”

kipos2

Σ’ αγαπώ, εγώ όχι ( The Ballad of the Sad Cafe)


 

2437819981_3f4a30a1d7_o

“Υπάρχει εκείνος που αγαπά κι εκείνος που αγαπιέται.

‘Όμως είναι δύο κόσμοι εντελώς διαφορετικοί.

Η αξία, η ποιότητα της αγάπης, ο,τι και να΄ναι, εξαρτάται αποκλειστικά από εκείνον που αγαπά.

Γι’αυτό οι περισσότεροι από μας προτιμούμε να αγαπάμε παρά να μας αγαπούν.”

Κάρσον Μακ Κάλλερς

“Η μπαλλάντα του λυπημένου καφενείου”
Carson McCullers, The Ballad of the Sad Cafe

2453131923_893107dfb3_o

Carson McCullers

«There’s nothing that makes you so aware of the improvisation of human existence as a song unfinished. Or an old address book. «

Carson McCullers

“Δεν υπάρχει τίποτε που να σου δώσει να αντιληφθείς την προσωρινότητα της ανθρώπινης ύπαρξης όσο ένα τραγούδι μισοτελειωμένο.’Η μια παλιά ατζέντα βιβλίου διευθύνσεων”

2453131923_893107dfb3_o

Σημειώσεις και άλλα τινα:

1) Για την αμερικανίδα συγγραφέα  Carson McCullers (Κάρσον Μακ Κάλλερς) (19/2/1917 –29/9/1967) μπορείτε να ανατρέξετε εδώ:

α) http://en.wikipedia.org/wiki/Carson_McCullersballad

β) http://www.mccullerscenter.org/carson.htm

γ)  http://www.carson-mccullers.com/

2) Και, ειδικότερα, για το μυθιστόρημά της “ The Ballad of the Sad Cafe” ( Η  Μπαλλάντα του λυπημένου καφενείου) 1951, μπορείτε να ανατρέξετε εδώ:

α’) http://en.wikipedia.org/wiki/The_Ballad_of_the_Sad_Cafe

β’) Η μπαλλάντα του θλιμμένου καφενείου της Κάρσον Μακ Κάλλερς μετατράπηκε ββ)) To 1991, σε κινηματογραφική ταινία με πρωταγωνίστρια την διάσημη Αγγλίδα ηθοποιό Βανέσσα Ρεντγρέϊβ (Vanessa Redgrave)σε σκηνοθεσία του  Simon Callow :http://www.answers.com/topic/the-ballad-of-the-sad-cafe-film

και  βγ) Το 1963, ανέβηκε σαν θεατρτικό έργο στο Μπρόντγουεϊ , σε σενάριο του διάσημου θεατρικού συγγραφέα Έντουαρντ Άλμπι (Edward Franklin Albee III)

β’)  http://scienceforcoffee.blogspot.com/2008/10/blog-post.html απ’ όπου και η παρακάτω  αντιγραφή κειμένου, αποδιδομένου στην εν λόγω συγγραφέα για το μυθιστόρημά της αυτό:΅

2453131923_893107dfb3_o Συχνά ο αγαπημένος, δεν είναι παρά ένα κέντρισμα στην αγάπη που βρίσκεται τόσο καιρό θαμμένη μέσα στον εραστή. Τούτο, λίγο πολύ, κάθε εραστής το ξέρει. Νοιώθει βαθιά μέσα του πως η αγάπη του είναι κάτι μοναχικό. Μαθαίνει να ζει σε μια καινούργια, παράξενη μοναξιά και είναι η γνώση αυτή που τον κάνει να πονά. […] όσο και αν η αγάπη αυτή φαντάζει εξωτερικά θλιβερή και γελοία, ωστόσο στο βάθος δεν πρέπει να ξεχνάς (εσύ ο αναγνώστης) πως η πραγματική ιστορία ήταν εκείνη που παίχτηκε μέσα στη ψυχή του ίδιου του εραστή. Όμως ποιος άλλος παρά ο Θεός μπορεί να ’ναι ο τελικός κριτής αυτής ή κάποιας άλλης αγάπης

2453131923_893107dfb3_o 


Μνήμες κι ‘ενα παράθυρο στη θάλασσα


Το εγκώμιο της θαλάσσης

                  Η Θάλασσα είναι η μόνη μου αγάπη. Γιατί έχει την όψη του ιδανικού. Και τ’ όνομά της είναι ένα θαυμαστικό.

        Δε θυμάμαι το πρώτο αντίκρυσμά της. Χωρίς άλλο θα κατέβαινα από μια κορφή, φέρνοντας αγκαλιές λουλούδια. Παιδί ακόμα, εσκεπτόμουν τον ρυθμό του φλοίσβου της. Ξαπλωμένος στην αμμουδιά, εταξίδευα με τα 134067410_c1819a4237_b καράβια που περνούσαν. ‘Ενας  κόσμος γεννιόταν γύρω μου. Οι αύρες μου άγγιζαν τα μαλλιά. ‘Αστραφτε η μέρα στο πρόσωπό μου και στα χαλίκια. ‘Ολα μου ήταν ευπρόσδεκτα: Ο ήλιος, τα λευκά σύννεφα, η μακρυνή βοή της.

       Αλλά η θάλασσα, επειδή ήξερε, είχε αρχίσει το τραγούδι της, το τραγούδι της που δεσμεύει και παρηγορεί.

        Είδα πολλά λιμάνια. Στοιβαγμένες πράσινες βάρκες επήγαιναν δώθε-κείθε σαν εύθυμοι μικροί μαθητές. Κουρασμένα πλοία, με ονόματα περίεργα, εξωτικά, ύψωναν κάθε πρωί τη σκιά τους. ‘Ανθρωποι σκεφτικοί, ώριμοι από την άλμη, ανέβαιναν σταθερά τις απότομες, κρεμαστές σκάλες. Άγρια περιστέρια ζυγίζονταν στις κεραίες.

      ‘Ύστερα ενύχτωσε. Μια κόκκινη γραμμή στον ορίζοντα, μόλις, έβρισκε απάντηση στις ράχες των μεγάλων, αργών κυμάτων. Εσάλευαν σαν από κάποια μυστική, εσωτερική αιτία, και άπλωναν πλησιάζοντας, για να σπάσουν απαλά, βουβά. Όλα τ’ 1479353 άλλα – ο ουρανός, τα βουνά αντίκρυ, το ανοιχτό πέλαγος- ένα τεράστιο μαύρο παραπέτασμα.

                                 ΙΙ

      ‘ Έζησε κανείς θλιβερά πράγματα. Σπίτια μαύρα, κλειστά. Αναιμικά, εξόριστα δέντρα του δρόμου. Η «μαντάμα» μετράει απαγοητευμένη τις μάρκες της. Στην πλατεία οι λούστροι, κουρασμένοι να κάθονται, σηκώνονται και παίζουν μεταξύ τους. Ο νέος νομάρχης, με μονόκλ, επροσφώνησε τους υπαλλήλους.Δίπλα εξύπνησαν για να πάρουν το τρένο. Ποτά ανδρών 10δρ., ποτά γυναικών 32,50. Στον άνεμο ανοίγει ένα παράθυρο, κι έρχεται μπ1376697ροστά μας.

‘Ολα ξεχνιούνται. Είναι εκεί, άσπιλη, απέραντη, αιωνία. Με το πλατύ της γέλιο σκεπάζει την ασχήμια μας. Με την βαθύτητά της μυκτηρίζει. Η ψυχή του εμπόρου πεθαμένη και περπατεί. Η ψυχή της κοσμικής κυρίας φορεί τα πατίνια της. Η ψυχή του ανθρώπου λούζεται στην αγνότητα της θαλάσσης.  Βρίσκει η νοσταλγία μας διέξοδο και ο πόνος την έκφρασή του.

Κώστας Καρυωτάκης