Ο Θεός γράφει στην άμμο..


Κατακλείδα

Σέρνομαι σαν άγκυρα στον πυθμένα της θάλασσας.
Και τι δεν πιάνω που δεν το χρειάζομαι.
Κουρασμένη αγανάκτηση, πυρωμένη αυτοεγκατάλειψη.
Οι δήμιοι φέρνουν πέτρες, ο Θεός γράφει στην άμμο.

Ο χαμένος ανταποκριτής, γλυπτό, the-lost-correspondent,jason-decaires-taylor-sculpture

 Ο χαμένος ανταποκριτής

blu

Ξημερώνει σε λίγο η Κυριακή! Είναι η Κυριακή των βαϊων!

Καλό Πάσχα σε όλους!

Σε θρήσκους και άθρησκους, σε Χριστιανούς και μή!

Εκείνος έρχεται να πάθει και να σταυρωθεί για όλους μας!

Κι ο Θεός γράφει στην άμμο..

  blu

 Σημειώσεις:

gl_5  Το υπέροχο ποίημα “ Κατακλείδα” είναι του νομπελίστα σύγχρονού μας Σουηδού ποιητή Tomas Tranströmer , σε μετάφραση του Βασίλη Παπαγεωργίου

gl_5 Η Φωτογραφία είναι του γλύπτη, δύτη και βραβευμένου για τις υποβρύχιες φωτογραφίες του Jason de Caires Taylor  και απεικονίζει ένα από τα γλυπτά του που έχει τον τίτλο “ Τhe lost Correspondent”.  Το γλυπτό αυτό είναι ένα από τις πολλές γλυπτές ανθρώπινες φιγούρες  που αποτελούν την γλυπτική του έκθεση που βρίσκεται στον πυθμένα της υποθαλάσσιας ζώνης της Grenada!

gl_5 Η γλυπτική αυτή υποθαλάσσια έκθεση αποκαλείται underwater sculpture park, είναι η πρώτη και μοναδική ως τα τώρα, τετοια γλυπτική υποθαλάσσια έκθεση στον κόσμο, θεατή από δύτες  και από τον γυάλινο πάτο μιας βάρκας, αν ο καιρός είναι καλός και η θάλασσα ήρεμη.. ! Είναι μια φανταστική δουλειά, που πολύ με εντυπωσίασε, η οποία και πραγματικά συγκλονίζει εναρμονισμένη στο όλον της μες στο υδάτινο περιβάλλον και μπορείτε να δείτε σχετικά με αυτήν στην σελίδα του γλύπτη.

 vicissitudes-6        Αξίζει να την δείτε!

jardinera-02

the-dream-collector-ονειροσυλλέκτης -jason-decaires-taylor-γλυπτό

Advertisements

Μονοπάτια


        Και το φθινόπωρο ήλθε! Σεπτέμβρης μήνας. Και τα μονοπάτια είναι εκεί στη διάβα μας. Φορτωμένα από τις μυρωδιές της φθινοπωρινής γης, από την ανάσα του αέρα της, από το τρίψιμο των φυλλόδεντρων στις πατούσες μας, από θύμησες , το τώρα και το έως….

      ‘Ένα μικρό οδοιπορικό στα μονοπάτια του Ύβο ‘Άντριτς (IVO ANDRIC), του Νομπελίστα Σερβοβόσνιου συγγραφέα,  μικρό δοκίμιο θα’ λεγα καλύτερα, με στοχασμούς στα μονοπάτια εκείνου και του καθενός μας.

Βίσεγκραντ , Visegrad ΣερβίαΤο Βίσενγκραντ (Višegrad)στην Σερβία Ερζεγοβίνη

Mehmed Paša Sokolović Bridge in Višegrad (Bosnia and Herzegovina)2

Η γέφυρα Mehmed Paša Sokolović Bridge in Višegrad (Bosnia and Herzegovina) που ανακηρύχθηκε το 2007 μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς από την Unesco

Μονοπάτια

           Πάντα, όταν περνούν από τον νου μου μονοπάτια και δρόμοι κάθε λογής, μπροστά μου στέκονται πεισματικά και ανεξίτηλα χαραγμένα τα μονοπάτια πάνω στα οποία πρωτοπερπάτησα ελεύθερα. Κι ήταν στο Βίσιεγκραντ αυτό. Στα τραχιά, ανώμαλα και φαγωμένα μονοπάτια του, όπου όλα ήταν στεγνά και πικρά, δίχως ομορφιά, δίχως χαρά, χωρίς δικαίωμα στην ελπίδα κι όπου η πικρή μπουκιά που ο κάθε άνθρωπος δεν πρόφταινε να φάει του καθόταν στο λαιμό σε κάθε του βήμα. Εκεί όπου η κάψα κι ο αέρας και το χιόνι κι η βροχή έτρωγαν το χώμα και τους σπόρους μέσα στη γη κι αν κάτι προλάβαινε να φυτρώσει και να καρπίσει το πατούσαν, το δίπλωναν και το τσάκιζαν και θα μπορούσαν να το έβαζαν στη γη ανάποδα, με το κεφάλι χωμένο κάτω, για να του εξαφανίσουν το σχήμα και να το γυρίσουν πίσω, στο πουθενά, εκεί απ’ όπου ξέφυγε και κατάφερε να φυτρώσει.

            Κι ήταν αναρίθμητα τα μονοπάτια που όμοια με σχοινιά και γαϊτάνια απλώνονταν και χάραζαν λόφους και κατηφοριές γύρω από την πόλη, χύνονταν στον γυμνό δρόμο ή προχωρούσαν και χάνονταν μπροστά σε κάποια νερά ή στις πράσινες συστάδες από ιτιές και βούρλα. Το ένστικτο των ανθρώπων και των ζώων ανακάλυψε και σχεδίασε αυτά τα δρομάκια κι η ανάγκη τα περπάτησε. Σ’ αυτά δύσκολα μπαίνεις και δύσκολα προχωράς κι αν είναι να γυρίσεις πίσω, δύσκολα τα καταφέρνεις. Εκεί, ο άνθρωπος κάθεται πάνω σε πέτρα ή κάτω από ένα δέντρο, σε τόπο στεγνό ή σε γωνία απάγκια και σκιερή για ξεκούραση, για προσευχή αλλά και για χωριάτικα παζαρέματα. Σ’ αυτές τις γιδόστρατες που τις σάρωνε ο ήλιος και τις μούσκευε η βροχή και πότε τις μόλυνε και πότε τις απολύμαινε, όπου συναντάς μονάχα ταλαιπωρημένα ζώα και ανθρώπους σιωπηλούς με σκληρά πρόσωπα, εκεί έμαθα τα πρώτα πράγματα για τον πλούτο και την ομορφιά του κόσμου. Εκεί, άμαθος ακόμα, αδύναμος και ενδεής, ένιωσα ευτυχής, κι ήταν μια ευτυχία που μεθάει και σε φτάνει ως την αναισθησία, ευτυχής για όσα δεν υπήρχαν εκεί, κι όσα δεν μπορούν να υπάρχουν και ποτέ δεν θα υπάρξουν.

            Και σ’ όλους τους δρόμους και τα δρομάκια απ’ όπου πέρασα αργότερα στη ζωή μου, ζούσα μόνο με αυτήν τη φτωχή ευτυχία, μ’ εκείνη την σκέψη μονάχα που μου πρωτοήρθε στο Βίσιεγκραντ για τον πλούτο και την ομορφιά του κόσμου. Γιατί κάτω απ’ όλους τους δρόμους εγώ έβλεπα κι ένοιωθα παντού και πάντα, μέχρι και σήμερα, τα τραχιά μονοπάτια του Βίσιεγκραντ, έτσι όπως ήταν όταν τα’ αποχωρίστηκα. Στην πραγματικότητα, μ’ αυτά μετρούσα τα βήματά μου και κανόνιζα την πορεία μου και ήταν πάντα κοντά μου σ’ όλη μου τη ζωή.

            Τις στιγμές εκείνες που ο κόσμος με κούραζε και με πίκραινε ( αυτός ο κόσμος όπου από κάποια κακή σύμπτωση ζούσα και με χίλια όσα κρατιόμουν στη ζωή) κι όταν ο ορίζοντας σκοτείνιαζε κι η πορεία γινόταν αμφίβολη, άπλωνα μπροστά μου νοερά και με ευλάβεια, όπως ο πιστός τον τάπητα της προσευχής, τα δύσκολα, τα’ ανώμαλα κι απότομα μονοπάτια του Βίσιεγκραντ που γιατρεύουν κάθε πόνο και ξορκίζουν την κάθε δυστυχία, γιατί τα εμπεριέχουν όλα μέσα τους και τα υπερβαίνουν όλα. Γι αυτό και αρκετές φορές την ημέρα, ξεκλέβοντας την κάθε στιγμή ανάπαυλας και την κάθε ανάσα στο λόγο μου, περνούσα νοερά, λίγο λίγο, από τα δρομάκια αυτά απ’ όπου ποτέ δεν θα ‘πρεπε ν’ απομακρύνομαι. Μέχρι το τέλος του βίου μου θα περνώ, όπως και να ΄ναι, το κομμάτι εκείνο των μονοπατιών και των δρόμων του Βίσιεγκραντ που μου αναλογεί. Και με το τέλος της ζωής μου θα τελειώσει κι αυτή η πορεία. Και τα μονοπάτια του Βίσιεγκραντ θα χαθούν κι αυτά εκεί όπου χαράζονται όλα τα μονοπάτια, εκεί όπου εξαφανίζονται οι δρόμοι και τα’ αδιέξοδα δρομάκια, όπου δεν υπάρχει πορεία και κούραση κι όπου όλοι οι δρόμοι της γης θα γίνουν ένα ακατανόητο κουβάρι και με την «τελευταία αστραπή» θα καούν μπροστά στα μάτια μας και τα μάτια μας θα σβήσουν κι αυτά, αφού μας έφεραν ως το σκοπό μας και την αλήθεια.

‘Ιβο ‘Άντριτς*

Μετάφραση από τα Σερβοκροάτικα: Χρήστος Γκουβής

kipos2Σημειώσεις

Ιβο Αντριτς α)        Ο Ύβο ‘Άντριτς  γεννήθηκε στο Ντοτς της Βοσνίας, κοντά στο Τράβνικ, στις 10 Οκτωβρίου 1892 από Κροάτες γονείς. Ορφανός από μάνα από τα δύο του χρόνια, ανατράφηκε από την οικογένεια της μητέρας του.. Από το 1912 σπουδάζει διαδοχικά στα Πανεπιστήμια του Ζάγκρεμπ, της Βιέννης, της Κρακοβίας και του Γκρατς. Με το ξέσπασμα του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου φυλακίζεται από τους Αυστριακούς στο Σπλιτ (1914-1917). Μετά τον πόλεμο διορίζεται στο διπλωματικό σώμα, όπου και υπηρετεί μέχρι το 1941. Μεταπολεμικά εκλέγεται βουλευτής της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και πρόεδρος της Ένωσης Γιουγκοσλάβων Λογοτεχνών. Το 1961 του απονέμεται το Νόμπελ Λογοτεχνίας. «για την επική δύναμη των λογοτεχνικών του θεμάτων και τον τρόπο που απεικονίζει την ανθρώπινη μοίρα, αντλώντας υλικό από την ιστορία της πατρίδας του».

Από την ομιλία του αποδοχής του βραβείου Νόμπελ:  «Σχεδόν πιστεύει κανείς ότι από το χάραμα της ανθρώπινης συνείδησης και ανά τους αιώνες, το είδος μας συνέχεια αφηγείται στον εαυτό του την ίδια ιστορία, έστω και με άπειρες παραλλαγές στον ρυθμό των αναπνοών και στον παλμό της». Ο Άντριτς δώρισε τα χρήματα του βραβείου για να ενισχυθούν οι Βιβλιοθήκες της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης

            Πρωτοεμφανίστηκε ως ποιητής, αλλά έγινε γνωστός σε όλο τον κόσμο με τα τρία μεγάλα μυθιστορήματά του: Το γεφύρι του Δρίνου (μτφρ. Χρήστος Γκούβης, Εκδ. Καστανιώτη 1997), Tο χρονικό του Τράβνικ (μτφρ. Χρήστος Γκούβης, Εκδ. Καστανιώτη 1999), H Δεσποινίδα και τη νουβέλα του H καταραμένη αυλή. Δημοσίευσε επίσης δύο ποιητικές συλλογές και πολλές συλλογές διηγημάτων. Πέθανε στο Βελιγράδι το 1975.

(Με πηγές από τις εκδόσεις Καστανιώτη από το βιβλίο του Άντριτς Με τίτλο ¨Το σπίτι στην άκρη της Πόλης” όπου εμπεριέχεται και το παρόν διήγημά του, την εφημερίδα “ ΤΑ ΝΕΑ”.

Περισσότερα για τον Ιβο Άντριτς  σε ένα ενδιαφέρον αφιέρωμα από τον Κωνσταντίνο Ματσούκα για τον Ύβο Άντριτς στην Ελευθεροτυπία: από όπου αντιγράφω κάτι που , όπως γράφεται είναι ομολογία του ίδιου του συγγραφέα για την θεματολογία του έργου του: που δεν αφορά σε κάτι άλλο από το να :

 «…να βρίσκεσαι ριγμένος μέσα στον ωκεανό της ύπαρξης, χωρίς να το έχεις ζητήσει, αναγκασμένος να κολυμπήσεις, να ζήσεις, να αποκτήσεις μια ταυτότητα· να αντιστέκεσαι στην πίεση και στα σοκ από το εξωτερικό περιβάλλον και στις απρόβλεπτες πράξεις -τις δικές σου και των άλλων- που τόσο συχνά ξεπερνούν τις δυνατότητές σου. Κι επιπλέον να αντέχεις τις ίδιες σου τις σκέψεις για όλα αυτά: κοντολογίς, να είσαι άνθρωπος».

2) Βίσιενγκραντ ή Βίσενγκραντ= Πόλη της Βοσνίας. Το γιοφύρι της απετέλεσε το κύριο θέμα για το θαυμάσιο- λέγεται- βιβλίο του Άντριτς ¨Το γιοφύρι του Δρίνου”

kipos2

Και άκουσα…


My Song

                                                                This song of mine will wind

its music around you,

my child, like the fond arms of love.

The song of mine will touch your forehead

like a kiss of blessing.

When you are alone it will sit by your side and

whisper in your ear, when you are in the crowd

it will fence you about with aloofness.

My song will be like a pair of wings to your dreams,

it will transport your heart to the verge of the unknown.

It will be like the faithful star overhead

when dark night is over your road.

My song will sit in the pupils of your eyes,

and will carry your sight into the heart of things.

And when my voice is silenced in death,

my song will speak in your living heart

     by  Rabindranath Tagore

 

«Νοστάλγησα μιαν έρημο

να περπατήσω

σε μιαν άδεια απεραντοσύνη

ειρήνη χωρίς καμιάν εξήγηση.

Η αγάπη μου άναψε φωτιά

κι άφησα ο,τι δεν είναι αγάπη

διανόηση, φιλοσοφία, βιβλία, και σχολές.

Ποίηση θέλω τώρα μόνον.

Ο μύστης χορεύει σε μουσική

που δεν ακούν οι άλλοι».

  Τζαλαλουντίν Ρούμι (Τζελάλ Α-Ντίν Α-Ρούμι )RUMI JALAL-AL-DIN

(1207-73)

1.-blu.gif

 ¶ Η πρώτη παράθεσή μου, είναι ενα ποίημα από τον Ινδό ποιητή Shri Rabindra  Nath Tagore (Ραμπιτρανάθ Ταγκόρ) ( 1861-1941), κάτοχο του Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1913, που απεικονίζεται στα δεξιά

¶ Η δεύτερη,  είναι από μια φράση του εκ Περσίας  ποιητή και Θεολόγου Τζελάλ Α-Ντίν Α-ΡούMevlana Jalaluddin Rumiμι (1207-1273) , του πλέον γνωστού από τους μεγάλοRabindranath Tagore1υς (Sufi) Σούφι που ίδρυσαν ένα από τα σημαντικά τάρικα, αυτό των Μεβλεβήδων ή Μαουλαουίγια, που οι Δυτικοί αποκαλούν ‘στροβιλιζόμενους Δερβίσηδες’.

         Σημειώνω εδώ, πως το επίθετο Α-Ρούμι, σημαίνει στα Ελληνικά «Ο Έλληνας» και ο εν λόγω απεικονίζεται στ’ αριστερά

¶ To πρώτο video εμπεριέχει μουσική του Kitaro από το «Heaven and Earth» με εικόνες από την Κίνα και το δεύτερο μέρη από την διδασκαλία του αγίου μουσουλμάνου  Σούφι Mawlana Jalaluddin Rumi Balkhi (είναι υπέροχα όσα λέει-ακούστε το)