Προσδοκία κι άρνηση


Αν είναι να ‘ρθεις
θα ‘ρθεις απ’ τη θάλασσα

όχι γιατί καήκανε τα μονοπάτια

ούτε γιατί εξάντλησες τα δάση
και οι καρδιές των ελαφιών

και οι εικόνες που δεν έζησες
πάνω στο καύκαλο
της γριάς χελώνας

αλλά γιατί θα κόψεις
την κλωστή του ορίζοντα

με βάρκα
που δεν έχει βαφτιστεί

και με λωρίδες

από το σταρένιο δέρμα σου

θα δέσεις

τις φλέβες που έχουνε τριφτεί

στις ξύλινες προβλήτες
των δακρύων

Ενα ποίημα του Χρήστου Αγγελάκου

2453131923_893107dfb3_o

Η άρνηση

1585165 Είχανε περάσει πάνω από δέκα χρόνια από τότε που τον είχε ακούσει για τελευταία φορά

 Και να που ήταν εκείνου η φωνή, την νύχτα που της  έλεγε:

 – Πες μου γιατί

 Κάθε φορά πού’χω ανοιχτό ορίζοντα μπροστά μου, εσύ είσαι εκεί, ως τις άκρες του

Κάθε φορά που κοιτάζω τα νερά της θάλασσας , εσύ είσαι κει, μέσα της, ένα με τα νερά της

Πες μου γιατί..κάθε φορά μου συμβαίνει..

  Τόσα χρόνια.. δεν το καταλαβαίνω, νάξερες πόσο προσπάθησα.. πες μου, γιατί;

‘Οριο είναι, εκεί είσαι εσύ

Δεν το μπορώ άλλο.. Πες μου, ξέρεις;

Επεσε σιωπή..

Εκείνη δεν μιλούσε

Ακουγε τα λόγια του, πίσω απ’αυτά την αγωνία, την απελπισία.. τον θυμό..

Το ερώτημα, μετέωρο

Πες μου, ξέρεις γιατί;

‘Έμεινε σιωπηλή. Αργοκατάπιε τον αέρα που’ τανε να βγει από μέσα της..Τον ένοιωθε να κατεβαίνει..Σα κόμπος ήτανε..

Δεν ήξερε; Ακόμη, δεν ήξερε; Και, ρώταγε εκείνη;

Κι έλεγε αλήθεια..Τόξερε

Η λύπη σεργιάνισε

Και η σιωπή έχασκε

Και μετά, ο ψίθυρός του

-Ελευθέρωσέ με

 

Βεατρίκη Α.

Advertisements