Στο πνεύμα των Χριστουγέννων, Christmas time!


Σήμερα, μέρα που είναι η Παραμονή των Χριστουγέννων, έχω μια ιστορία, από τα παλιά, να σας πω και για μια ταινία- ένα βιβλίο αγαπημένο- να σας μιλήσω..

Will Moses Serigraph - Church Christmas Tree
Will Moses Serigraph – Church Christmas Tree

Κι αρχίζω από την μικρή,  την δικιά μου, χριστουγεννιάτικη ιστορία ..

Ήταν, σαν και σήμερα Παραμονή Χριστουγέννων και θα ‘μουνα τότε γύρω στα εννιά με δέκα μου χρόνια. Με την οικογένειά μου μέναμε, κείνο τον καιρό, σε μια μικρή πόλη. Το σπίτι μας ήταν αρκετά μεγάλο και πολύ ψηλό. Κατέβαινα, θυμάμαι, για να βγω έξω, κάνοντας τσουλήθρα καβάλα στην κουπαστή της σκάλας. Μετά την στροφή της στην κορυφή..Από κει και μετά, που δεν με έβλεπαν οι γονείς..

Εκείνες τις μέρες, πριν απ’ τα Χριστούγεννα, το ποτάμι που διέσχιζε τη πόλη στην μέση της, είχε πλημμυρίσει και τα σπίτια που βρίσκονταν πέρα στην κάτω γειτονιά είχαν γιομίσει με νερά..Άνθρωποι και ζωντανά έτρεξαν να φύγουν, να μην τους πάρει το ποτάμι και τους πνίξει.

Πολύς ο κόσμος που κατέφυγε στο σπίτι μας, τότε…. Ολόκληρες οικογένειες.  Τα δωμάτια του σπιτιού γιομάτα με ανθρώπους, αγνώστους μου, πολλά τα παιδιά..

Waiting for Christmas — Grandma Moses
Waiting for Christmas — by Grandma Moses

Τα αδέλφια μου είχαν ρθεί στο δικό μου το δωμάτιο. Για όσους δεν χώραγαν στα υπόλοιπα δωμάτια, κι ήσαν οι πιο πολλοί, σ’ όλο το καθιστικό, στο σαλόνι, στον μακρύ διάδρομο, είχαν απλωθεί παντού στρωσίδια με παπλώματα, με μαξιλάρια.. Θυμάμαι, δεν είχα τόπο στο σπίτι που να πατήσω.

Η δικιά μου έγνοια, ήταν να πάω να πω τα κάλαντα. Κι είχα βάλει στοίχημα με τον εαυτό μου, να τα πω όλα τους. Των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και κείνα των Φώτων..Το πρόβλημά μου ήταν πως να ξεφύγω από τους γονιούς μου, που δεν θα με άφηναν. Και η πλημμύρα του ποταμού και των ανθρώπων που γιόμισαν, εξ αιτίας του, το σπίτι μας, ήταν μια εξ ουρανού λύση για μένα. Θαύμα, μου φάνηκε.

Μες στον χαμό, λοιπόν, που γινόταν, στο σπίτι, ξέφυγα από την προσοχή των γονιών μου και χωρίς να το καταλάβουν, έφυγα μες στην νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων και γύρναγα στην πόλη και στις γειτονιές και τα΄λεγα. Είχα, θυμάμαι πάει και στις κάτω γειτονιές, στις απόμερες. Εκεί, είχαν ξεμείνει γερόντισσες μαυροντυμένες, που δεν μπορούσαν να φύγουν και έκαναν μεγάλη χαρά σαν τους χτύπαγα την πόρτα, λέγοντας τους τα κάλαντα. Μόνες τους, οι καημένες..Με κέρναγαν καρύδια με σταφίδες, χρήματα δεν είχαν..

Έκανε όμως, κρύο, απόβροχο ήταν, και η νύχτα είχε πολύ παγωνιά.. Έτσι, όταν πριν καλοξημερώσει, γύρισα στο σπίτι-να μην πάρουν και είδηση οτι έλειπα- ήμουν ήδη κρυωμένη. Στις επόμενες μέρες, μέχρι ναρθεί η παραμονή της Πρωτοχρονιάς, η μοναδική μου έγνοια έγινε, πως να κρύβομαι από τα μάτια των γονιών μου να μην δουν οτι είχα κρυολογήσει, γιατί πως αλλιώς θα μπορούσα να πω τα Κάλαντα της Πρωτοχρονιάς;.. 

Εύκολο μου ήταν, τελικά.. Ο πολύς ο κόσμος έφευγε σταδιακά από το σπίτι μας, με το που υποχώρησαν τα νερά. Μέχρι την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, είχαν μείνει κάμποσοι ακόμη άνθρωποι- όσων τα σπίτια είχαν πάθει την μεγαλύτερη ζημιά- και η μαμά, όλο στην κουζίνα ήταν μαγειρεύοντας και κουβεντιάζοντας με τις άλλες γυναίκες, ενώ ο πατέρας όλο έλειπε με τους άλλους τους άντρες, να βοηθήσει να ξαναμπούν στα σπίτια τους.

Το κρύωμά μου δεν είχε υποχωρήσει. Το αντίθετο, μάλιστα. Αλλά, το στοίχημα, στοίχημα. Κι ας ήξερα πως δεν έπρεπε να πάω για τα κάλαντα, γιατί δεν ένοιωθα καθόλου καλά. Αυτήν την φορά, έφυγα να τα πω, μετά το ξημέρωμα. Το είχα ανακοινώσει στους γονείς μου αποβραδίς. Θυμάμαι, τους είχα γυρισμένη και την πλάτη σαν τους το είπα, να μην με δουν..Θα είχα και πυρετό..

Όταν επέστρεψα από τα κάλαντα, που ‘νιωθα και ζαλάδα,  ήμουν πια κανονικά άρρωστη.  Ανήμερα, την Πρωτοχρονιά, στο σπίτι σήμανε συναγερμός. Δεν μπορούσα να ανασάνω. Έτρεχε ο πατέρας μου να βρει γιατρό πρωτοχρονιάτικα, να τον φέρει στο σπίτι κι όλος ο κόσμος που το ‘μαθε- αυτό το πληροφορήθηκα μετά- γύρναγε στην πόλη και έξω από αυτήν προς την θάλασσα, να φέρει φύλλα ευκάλυπτου, από τα δέντρα που ήσαν στα πλαϊνά του δρόμου κατά κει, να με βοηθήσουν ν’ ανασάνω.

Δεν μπορούσα πια ούτε να μιλήσω, να τους πω τι μου συμβαίνει των γονιών μου, που μου ζήταγαν. Κράταγα κάθε δύναμη που είχα, μέσα μου. Τους έγραψα μοναχά σε χαρτί, να ανοίξουν τα παράθυρα να μπει αέρας..

Και πάνω που σκέφτηκα πως θα πέθαινα, τότε και άρχισαν να μου φέρνουν στο κρεββάτι κατσαρόλες μεγάλες ν’ αχνίζουν από τα φύλλα, τα βρασμένα του ευκάλυπτου. Με κουκούλωσαν με τα σεντόνια και από κάτω την κατσαρόλα, την μια μετά την άλλη, και όλοι τους μου φώναζαν να ανασάνω εκεί, στον αχνό. Κάμποσο αργότερα, ήρθε κι ο γιατρός αλλά εγώ ένοιωθα πια περδίκι. Ο,τι κι αν ήταν αυτό που δεν με άφηνε να ανασάνω, το είχαν διώξει οι ευκάλυπτοι.

Γεγονός είναι οτι οφείλω την ζωή μου στους ευκαλύπτους και σ’ εκείνους που φύγαν’ από τα σπίτια τους πρωτοχρονιάτικα και σκαρφάλωσαν στα πανύψηλα τα ευκάλυπτα να μαζώξουν τα φύλλα τους. Για μένα. 

Από τότε, αγάπησα τους ευκάλυπτους. Κι όλο τέτοια δέντρα, ακόμη λέω σε όσους με ρωτάν’, να φυτέψουν γύρω από τα σπίτια τους κι όπου μπορούν. Δεν έμαθα ποτέ ως τα σήμερα, ποιοί ήσαν εκείνοι οι άνθρωποι που τρέξαν’ τότε για μένα. Μπορεί κι οι γονείς μου να μην τους καλοήξεραν, κι άλλους μπορεί να μην ήξεραν και καθόλου, όπως και δεν ξέραν’οι ίδιοι  κι όσους φιλοξένησαν στο σπίτι μας στις δύσκολές τους ώρες..

Richard Savoie (47)
painting by Richard Savoie (Quebec, Canada)

Έτσι, κάπως γινόταν στα χρόνια τα παλιά. Στις μικρές τις κοινωνίες, όπου έζησα μεγαλώνοντας, στην πατρίδα μας. Μου ‘λαχε και πολύ αργότερα, πριν κάμποσα χρόνια, να δω και να ζήσω τέτοια σύμπνοια, αγάπη κι αλληλεγγύη μεταξύ των κατοίκων ενός μικρού χωριού, όπου είχα μείνει περαστικιά για δυο βραδυές, ενόσω ταξίδευα για αλλού. Αλλά αυτό, είναι μια άλλη ιστορία.

Τούτη την ιστορία, την θυμήθηκα και την είπα σήμερα, σε μια παρέα παιδιών που ήρθε στο σπίτι να μου πει τα κάλαντα.. Τους κέρασα και καρύδια με σταφίδες, αν θέλετε, πιστέψτε το.. Και εκείνα, ακούγαν’ για τα χρόνια που δεν ξέρουνε..Σα παραμύθι, τους φάνηκε. Και, ας μην είναι.

Τέτοιες, παρόμοιες ή διαφορετικές ιστορίες αγάπης και αλληλεγγύης μεταξύ των ανθρώπων, συμβαίνουν και στις μέρες μας. Ολούθε. Μόνο, που δεν διαφημίζονται.. Προωθούνται οι αιματηρές που έχουν και βία..Πουλάνε περισσότερο, εθίζουν κιόλας, όπως το επιδιώκουν κάποιοι..

Dancing-Mistletoe_b

Ένα από τα πιο όμορφα βιβλία που έχω διαβάσει, είναι αυτό του Καρόλου Ντίκενς (Charles Dickens 1812-1870) με τον τίτλο «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» (πρωτότυπος τίτλος: A Christmas Carol). Την νουβέλλα αυτή την πρωτοδημοσίευσε ο Ντίκενς, τον Δεκέμβριο του 1843 και από τότε την έχουν διαβάσει γενιές και γενιές ως και σήμερα. Ένα θαυμάσιο δώρο για μικρούς και μεγάλους..από μικρούς και μεγάλους

christmas-carol.jpg

Είμαι βέβαιη οτι το βιβλίο αυτό είναι σε όλους μας γνωστό..Μια υπέροχη ταινία με βάση το παραπάνω βιβλίο, είναι η ακόλουθη στο video, με πρωταγωνιστή της  τον εξαιρετικό ηθοποιό George C. Skott, στον αξεπέραστο ρόλο του ως γερο – Εμπενίζερ Σκρουτζ. Αν δεν την έχετε δει, σας την συνιστώ ανεπιφύλακτα!! Μπορείτε, αν θέλετε,  να την δείτε και από δώ. Η ταινία είναι ολόκληρη και έχει ελληνικούς υπότιτλους:

γκι

Αυτά, για σήμερα! Καλά Χριστούγεννα!Καλή κι όμορφη να ‘ναι η αυριανή για όλους μας! Και μακάρι και οι μέρες που θα ακολουθήσουν, για μας και για όλον τον κόσμο.

Με την αγάπη μου!

Advertisements