Στην εσχατιά του κόσμου, ο κόσμος που χάνεται.Terrestrial polar regions, Αntarctica


και θα μας πάρει μαζί του.

      Είναι ακόμη, ένας όμορφος κόσμος, αυτός στις άκριες της γης μας, στις αρκτικές της ζώνες, στην Αρκτική, στην Ανταρκτική. Ένας κόσμος που χάνεται σιγά σιγά, μα σταθερά και ανεπίστρεπτα.. Δεν είναι ο κόσμος των ανθρώπων αυτός, μα αλλουνών ο τόπος, που χάνονται μαζί του. Πεθαίνουν μαζί του και δεν ξέρουν το γιατί.

Εμείς, οι άνθρωποι, ξέρουμε το γιατί αυτός ο κόσμος πεθαίνει;1229948764v3azvlA

polar-bears

antarctic_fur_seal-normal

Walrus-Cobburg-Island-Arctic_jpg

killer whale eating

Antarctica-wildlife-albatross

daisygilardini10aexpeditions06f

1481292522-4cff9c830461c4907e5882031918acac

antarctic-melt-andvord-bay.adapt.1900.1

1481292527-6c4a641dc0404e0445b028f2fc9ac8c9 (2)

blood falls

images

Heres_who_owns_Antarctica-35e432b0e2bcbfc202474e515aec8ace

800px-Eisbar_1996-07-23

polar-bear-leaping_

20122

Polar Bear, Hudson Bay, Canada

Ενας κόσμος  του άσπρου του πάγου που πεθαίνει στην σιωπή.. Δεν τον ακούμε σαν σπάει.

Δεν τον βλέπουμε σαν φέρνει τον δικό του τον θάνατο, στον δικό μας τον κόσμο

Ξέρουμε, όμως, το γιατί

antarctic-melt-lemaire-channel-sunset

SOS! Να βοηθήσουμε να ζήσει εκείνος  ο κόσμος για να υπάρχουμε κι εμείς!

Άσε την ζωή να μας πάει..


2253762187_3b995dfaa6_o

Ἄσ᾿ τὴ βάρκα στὸ κῦμα ὅπου θέλει νὰ τρέχει,
ἂς ὁρίζει τ᾿ ἀγέρι, τιμόνι-πανί,
τὰ φτερὰ ἅπλωσε πλέρια, ἄκρη ὁ κόσμος δὲν ἔχει,
εἶναι πι᾿ ὄμορφοι οἱ ἄγνωστοι πάντα γιαλοί,
ἡ ζωὴ μία δροσιὰ εἶναι, ἕνα κῦμα, ἂς τὸ φέρει
ὅπου θέλει τ᾿ ἀγέρι, ὅπου ξέρει τ᾿ ἀγέρι.

pen
Ἂς ἀλλάζουν λιβάδια μὲ βράχους καὶ δάση,
γύρω ἂς φεύγουν ποῦ πύργοι, ποῦ καλύβας καπνός,
εἴτ᾿ εἰδύλλιο γελούμενο ἀπλώνετ᾿ ἡ πλάση,
εἶτ᾿ ἀντάρτες καὶ μπόρες σου κρεμᾷ ὁ οὐρανός,
μὴ θαρρεῖς τὸ πανί σου μπορεῖς νὰ βαστάξεις,
ὅπου θέλει τὸ κῦμα μαζί του θ᾿ ἀράξεις.

pen
Τί γυρεύεις, τί θέλεις μὴ κι ἐσὺ τὸ γνωρίζεις;
Ἔχεις πιάσει ποτέ σου το τί κυνηγᾷς;
Μή ῾που σπέρνεις καλὸ τὸ κακὸ δὲ θερίζεις;
Δὲ σκοντάβεις σὲ ρώτημα σ᾿ ὅ,τι ρωτᾷς;

pen
Ὅτι σ᾿ ἔχει μαγέψει κι ὅτι σοῦ ῾χει γελάσει,
τό ῾χεις μόνος κερδίσει, μοναχὸς ἑτοιμάσει;

pen
Ἄσε τότε τὸ κῦμα ὅπου θέλει νὰ σπάζει,
ἄσ᾿ τὶς ζάλες νὰ σέρνουν τυφλὰ τὴ καρδιὰ
κι ἂν τριγύρω βογγὰ κι ἂν ψηλὰ συννεφιάζει,
κάπου ὁ ἥλιος σὲ κάποιο γιαλὸ θὰ γελᾷ

κι ἂν πικρό τη ψυχή σου τὸ δάκρυ τὴ ραίνει

πάντα κάπου κρυφή, μιὰ χαρὰ τὴ προσμένει.

1. blu

«Ας την βάρκα» του Κ. Χατζόπουλου

1. blu

Και επειδή είναι πιο όμορφο το ταξίδι αυτό το νάσαι μαζί.. Γιαυτό

Sail away with me

I put my heart in your hand

Λόγια στην σιωπή


                                                                                                              Αγάπα τον άνθρωπο γιατί είσαι εσύ…

έλεγε ο Καζαντζάκης

Karl  Blechen, grotto_in_the_gulf_of_naples-

«..Υπάρχει στη φύση του ανθρώπου μια μυστική τάση και ροπή προς την αγάπη για τους άλλους, η οποία, αν δεν αναλωθεί σε μερικά πρόσωπα ή σε ένα, σκορπίζεται αβίαστα σε πολλούς, και κάνει τους ανθρώπους ευσπλαχνικούς και ελεήμονες -όπως παρατηρούμε μερικές φορές στους μοναχούς. Η αγάπη μεταξύ των συζύγων γεννάει την ανθρωπότητα, η αγάπη μεταξύ φίλων την τελειοποιεί. Αλλά η αχαλίνωτη αγάπη τη διαφθείρει και την ευτελίζει.»

Απόσπασμα από το βιβλίο του Φράνσις Μπέικον, «Τα Δοκίμια”

Κι ο Μπέικον, για την αγάπη προς τους άλλους ανθρώπους έλεγε

1.-blu_thumb.gif

Τότε, να πω κι εγώ από την μεριά μου, κείνο που πιστεύω, ότι η αγάπη τ’ ανθρώπου δεν είναι μοναχά  από και για τους ανθρώπους μα για το κάθε τι ζωντανό που μας περιβάλλει

Η αγάπη, πιστεύω, είναι ανάσα, είναι ενέργεια, σαν τέτοια εκπέμπεται, διαχέεται, αντανακλάται, δονεί και δονείται, επιστρέφεται σα δοθεί αν όχι προς όπου κατευθύνθηκε, μα από κάπου αλλού, από  άλλο π’ ανασαίνει..

Να, σαν πως βλέπω την αγάπη, όπως την ανάσα..Δεν αγαπάς για την ανταπόδοση, για την επιστροφή, όπως ανασαίνεις και υπάρχεις, αγαπάς και υπάρχεις..αγαπάς για να υπάρχεις, ανασαίνεις για να ζεις, αγαπάς για να ζεις.

Η αγάπη είναι γύρω μας..άλλο αν δεν μπορεί ή δεν θέλει κάποιος να την δεχθεί, Μπορεί πάλι να μην έχει για να την δώσει…Τότε τι; Επιβιώνει απλά;.Δεν ζει; Έτσι, το βλέπω.

‘Έγνοια το’ χα από τα μικρά μου τα χρόνια..Τι φοβερό, έλεγα στον εαυτόν μου, μη και δεν μπορώ να αγαπώ..Δεν θυμάμαι γιατί τα συλλογιόμουν αυτά. Το ερώτημα, μόνο, θυμάμαι; Μπορώ; Μπορώ ν’αγαπώ;

Μου είπαν, πρόσφατα…Μα πως και αφήνεις τον εαυτόν σου να αγαπά; Αφού αυτό π’ αγαπάς, μπορεί να πεθάνει, μπορεί να χαθεί  και τότε θα βιώσεις τον πόνο..

Ο πόνος, ο πόνος του φόβου, ο φόβος του πόνου..Βαρύ φορτίο ο φόβος..Θέλει να έχεις κότσια, πίστη για να τον διαβείς, να περάσεις από μέσα του στην άλλη μεριά.. Και τότε είναι που ανασαίνεις.

Τον έζησα τον πόνο του θανάτου αγαπημένων και τον σπαραγμό της. Τέτοιο πόνο για τον πόνο του ..Ίσως, για αυτό ξέρω, μπορεί και πριν από αυτό…για να μπορώ να πω πως ο βαθύτερος πόνος δεν είναι η απώλεια τ’ αγαπημένου, μα η αίσθηση ή η γνώση πως μπορεί να του στέρησα, όσο ζούσε, από την αγάπη που είχα να του δώσω και δεν έδωσα, από το βάρος του που δεν σήκωσα να τον αλαφρώσω, από τον λόγο του που δεν άκουσα, από τον λόγο που δεν του είπα..Γι’ αυτά που κράτησα, όχι γι’ αυτά που δεν έδωσα, αυτός ο βαθύτερος πόνος, αυτή η πληγή, έτσι το είδα, έτσι το βλέπω.

Οσο για τις άλλες απώλειες…του να χαθεί, του να φύγει από κοντά μας, εκείνος, εκείνη ή ο,τι αγαπάμε..εκεί- και που το’ ζησα  δεν έχω πολλά να πω, μοναχά πως ούτως ή άλλως δεν μου ανήκε- τίποτε δεν μου, μας ανήκει, πιστεύω- ελεύθερος πως είναι ο άλλος  να μείνει ή και να φύγει. Κι ο,τι έδωσα δοσμένο είναι. Δεν μπορώ και να θέλω να το πάρω πίσω..Και, δεν είναι ότι παύει να υπάρχει,  είναι που αλλάζει μορφή μετά ..Κάπως έτσι το βλέπω.

Και, δεν κατανοώ εκεί που έλεγε ο Μπέικον περί αχαλίνωτης αγάπης..Υπάρχει τέτοια; Και αν ναι, τι και που είναι ο χαλινός για να προσδιορίσω το αχαλίνωτο;

Κι εκείνη η αποκομμένη φράση του Καζαντζάκη που διάβασα .”αγάπα τον άνθρωπο γιατί είσαι συ”..αναρωτιέμαι, αν είμαι μέρος του όλου, όπως πιστεύω ότι είμαι, μα και ότι συνάμα είμαι διακριτό κομμάτι του όσο υπάρχω, πως μπορώ να διαχωρίσω από το όλον, το μέρος εκείνο μόνο τ’ ανθρώπου για ν’ αγαπώ; Επειδή, ίσως, είναι ο άλλος άνθρωπος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση; Μα και πάλι ως διακριτό μέρος του όλου,  άρα και στην σχέση μου με τον άλλον άνθρωπο, πάλι δεν εξακολουθώ να παραμένω διακριτή και να μην παύω να είμαι, επειδή τον αγαπώ;

Κι  έπειτα, αναρωτιέμαι, τον κάθε άνθρωπο; Τον κάθε άνθρωπο ν’ αγαπώ, γιατί είναι εγώ;  Μα ακόμη κι ο Χριστός όταν είπε το “αγαπάτε αλλήλους” έθεσε ως προϋπόθεση και βάση της αγάπης την αμοιβαιότητα στις σχέσεις των ανθρώπων, δεν μίλησε για το εσύ είμαι εγώ. Κείνος είπε, αγάπα τον πλησίoν σου ως σεαυτόν. Γιατί, επί παραδείγματι, πως να μπορώ ν’ αγαπώ τον άλλον,  όταν ο άλλος είναι από κείνους που φχαριστιώνται να σκοτώνουν, να βασανίζουν άλλους ή άλλα; ‘Η απλά είναι σιχαμένος για μένα;  Πως θα μπορούσα να αγαπάω τον εαυτόν μου εάν ήμουν κι εγώ από κείνους ή με σιχαινόμουν, ας πούμε;

Ίσως πάλι, αν ορισμός του να είσαι άνθρωπος, καλός άνθρωπος, είναι να αγαπάς τον άλλον άνθρωπο, όπως και αν είναι ή “γιατί είσαι εσύ” ε’ πως να το κάνουμε,  τότε δεν είμαι καλός άνθρωπος. Είναι και επειδή, όπως το βλέπω,  αγαπώ σημαίνει πράττω, ενεργώ..και που στο όνομα της αγάπης έχουν γίνει τα μεγάλα τα εγκλήματα,, κατά το «αγαπώ γιατί είσαι εγώ”, οπότε «πως τολμάς να είσαι άλλος;» ή αφού εγώ θέλω να σκοτωθώ γιατί δεν αντέχω να είμαι ο,τι είμαι και συ είσαι εγώ, ας σκοτώσω σένα, να πάψω να υπάρχω εγώ.

Τρέλλες;

Πρέπει να διαβάσω το βιβλίο του Καζαντζάκη εκείνο για τις ανθρώπινες σχέσεις για να τον κατανοήσω στην φράση του αυτή. Δεν μου αρκεί η φράση, μάλλον το νόημά της είναι αλλιώτικο..

Κι έπειτα,  είναι και που νοιώθω τόσο μικρή σαν μιλώ για αγάπη…

Φωναχτές οι σκέψεις μου απόψε…Ας σωπάσω εδώ.

1.-blu_thumb.gif

1. Ο ζωγραφικός πίνακας έχει τον τίτλο “Grotte mit zwei Mönchen am Golf von Neapel” (Σπήλαιο με δυο μοναχούς στον κόλπο της Νάπολης) έργο του 1830 του Γερμανού ζωγράφου Karl  Blechen (29-7-1798 έως 23-7-1840), και βρίσκεται στην Κολωνία στο μουσείο Wallraf-Richartz

2. Ο Sir Francis Bacon, Viscount St. Albans, (22 Ιανουαρίου 1561 – 9 Απριλίου 1626) ήταν Άγγλος φιλόσοφος, πολιτικός, επιστήμονας, συγγραφέας και δεξιοτέχνης στη χρήση της αγγλικής γλώσσας. Μνημονεύεται για την ικανότητά του ως αγορητή στο κοινοβούλιο και σε περιώνυμες δίκες, καθώς και ως καγκελάριος του βασιλιά της Αγγλίας Ιακώβου Α’. Επίσης θεωρήθηκε ως ο άνθρωπος που επιδίωξε την κατάκτηση όλης της σφαίρας της γνώσης και που ύστερα από μελέτη και επισκόπηση υποστήριξε νέους τρόπους για να μπορέσει ο άνθρωπος να επιβάλει έναν έλλογο έλεγχο πάνω στη φύση, προς δόξα του θεού και βελτίωση της θέσης του ανθρώπου πάνω στον κόσμο.

Λέγεται και υποστηρίζεται με σφοδρότητα ότι Σερ Φράνσις Μπέικον ήταν ο αληθινός συγγραφέας των Σαιξπηρικών έργων

Ο μασόνος ιστορικός Mανλι Χώλ έγραψε για τον Μπαίηκον: «… Ήταν ένας Ροδόσταυρος, πολλοί λένε ο σπουδαιότερος. Αν δεν ήταν πράγματι ο ένδοξος Πατήρ C.R.C. ο οποίος αναφέρεται στα μανιφέστα των Ροδοσταύρων σίγουρα ήταν υψηλόβαθμος μυημένος του Τάγματος. Οι ενθουσιώδεις τύποι που εδώ και χρόνια προσπαθούν να ταυτίσουν τον Σερ Φράνσις Μπαίηκον με τον αληθινό Βάρδο του Έϊβον, ίσως να είχαν αποδείξει προ πολλού την θεωρία τους αν έδιναν μεγαλύτερη έμφαση στο πιο σημαντικό σημείο, ότι δηλαδή ο Μπαίηκον ο μύστης των Ροδοσταύρων, είχε περάσει μέσα στα σαιξπηρικά έργα τις μυστικές διδασκαλίες της Αδελφότητας των Ροδόσταυρων και τις αληθινές τελετουργίες του Τεκτονικού Τάγματος του οποίου ίσως αποκαλυφθεί πως ήταν ο αληθινός ιδρυτής…» ( The secret Teachings of all Ages )

Οι πιο ωραίοι άνθρωποι ..


Max Leiva Tutt'Art@ (33)

          “The cost of a thing is the amount of what I call life which is required to be exchanged for it, immediately or in the long run”.

          “Το τίμημα όποιου πράγματος εξισώνεται με την αξία εκείνου που ονομάζω ζωή η οποία απαιτείται να ανταλλαγεί γι ‘αυτό, άμεσα ή μακροπρόθεσμα”

έλεγε ο Henry David Thoreau (1817-1862), Walden,

Max Leiva, 1966, Abstract Figurative sculptor

«Οι πιο ωραίοι άνθρωποι που ξέρουμε είναι εκείνοι που έχουν γνωρίσει την ήττα στη ζωή τους, που έχουν υποφέρει, που έχουν αισθανθεί την απώλεια, και που έχουν βρει την έξοδο απ’ αυτά τα βάθη.
Αυτοί οι άνθρωποι έχουν ευγνωμοσύνη, έχουν ευαισθησία, και μια κατανόηση της ζωής που τους γιομίζει με ευσπλαχνία, τρυφερότητα, και  από βαθειά αγάπη που τους κάνει να νοιάζονται. Οι ωραίοι άνθρωποι δεν συμβαίνει απλά να είναι»

Max Leiva

“The most beautiful people we have known are those who have known defeat, known suffering, known struggle, known loss, and have found their way out of the depths. These persons have an appreciation, a sensitivity, and an understanding of life that fills them with compassion, gentleness, and a deep loving concern. Beautiful people do not just happen.”

~ Ελίζαμπεθ Κούπμλερ-Ρος, (Elisabeth Kübler-Ross 1926-2004

απόσπασμα από το βιβλίο της: Death: The Final Stage of Growth, 1975)

1. blu

Τα γλυπτά είναι του  σύγχρονού μας γλύπτη από την Γουατεμάλα, Max Leiva.

Κι είναι ο δρόμος σα παραμύθι ..


 «Langt, langt borte saa han noget lyse og glitre.»

«Πολύ, πολύ μακριά είδε κάτι φωτεινό και αστραφτερό.»

 theodor_kittelsen_soria_moria

 Το κάστρο Soria Moria.

Ανατολικά του ήλιου και δυτικά του φεγγαριού..

    Προ των πυλών της Flåklypa! Εκεί, κάπου όπου που ζουν’ τα άγρια Trolls. Ο καθένας ξέρει που είναι..Δεν είναι τόσο μακρυά, μόλις κάτω από τον δρόμο, περνώντας από τον μεγάλα βράχια, πάνω από την γέφυρα. κάτω από τους καταρράχτες και πάνω από τους λόφους..”

1.-blu_thumb.gif

Εκεί, λένε, πέρα στην Νορβηγία πως μπορείς να βρεις το Κάστρο Soria Moria.

Δύσκολος, λένε. ο δρόμος, μοναχικός…

Άφταστος λεν’ για τους περισσότερους, χάνονται πολλοί  στην πορεία, τραγουδάν και μελαγχολούν οι γείτονές τους Φινλανδοί.. 

How lonely is your shore

And I walked the vales

How lonely is your shore
and how I yearn for there
how the wild duck´s lament
lingers in the air.
Some lost and lonely bird
it rails against the chill
wanders through the reed-beds long
motherless, forlorn.
Your slate-grey waves I’ve watched
through eyes that fill with tears
I wept my first by your shore
and my youth comes back to me.
Your image deep is graven
I long for there once more
many is the night I’ve listened
for the mallard’s call offshore.

And I walked the vales with heavy steps
seeing the sun and listening to the birds
The trush sings sadly to me
his song heals all my pain
The wondrous peace and stillness of night
disperses my bitter grief

flying-bird

by Matti Hyökki

by Einar Englund.

      Υπάρχουν, όμως, κι άλλοι που πιστεύουν πως μπορείς να πορευθείς κατά κει όχι μοναχός μα..χέρι με χέρι, μαζί με ένα άλλον..

Λένε, είναι καλύτερα έτσι..

Χμ!.Κι ο Οδυσσέας ο δικός μας μας στον δρόμο για την Ιθάκη του, μοναχός μεν έφτασε, μα με συντρόφους ήταν στην πορεία, να μην ξεχνάμε, λέω.

Δύσκολος ο δρόμος, ο πολυτραγουδισμένος  ανά τις γενεές  και ανά τον κόσμο και τους λαούς με μύθους και τραγούδια και χορούς…..Μα δεν είναι μύθος ο δρόμος..

Αληθινός είναι,  είναι  ο της πορείας της  ζωής του  καθενός μας ο δρόμος αυτός!

Καλή πορεία εύχομαι στους ταξιδιώτες όλου του κόσμου. Τους μοναχούς ή και τους μαζί, διαβάτες της ζωής..

bluTheodor Kittelsen, drawing from 1892 by Christian Krohg  gl_5_thumb.gif  Ο πίνακας ονομάζεται «Soria moria slott» και είναι του Νορβηγού ζωγράφου Theodor Severin Kittelsen (27/4/ 1857 – 21/1/1914). Βρίσκεται δε,στο Εθνικό Μουσείο / Εθνική Πινακοθήκη του Όσλο

gl_5_thumb.gifΟ ζωγράφος τον εμπνεύστηκε από ένα από τα πιο αγαπημένα παραμύθια της  Νορβηγίας το Soria Moria Castle που έγινε διάσημο από τους Peter Christen Asbjørnsen and Jørgen Moe, Νορβηγούς λόγιους και συγγραφείς που συνέλεξαν και με επιμέλεια κατέγραψαν την Νορβηγική Λαϊκή Τέχνη και τα ήθη και παραδόσεις του λαού τους.

{“Soria Moria Castle is quite possibly the most well-known Norwegian folktale. The search for Soria Moria castle might be thought of as a progression, the symbol for perfect happiness. According to legend, the path to the castle is not clearly marked, and the journey is solitary because all people are different and therefore cannot reach the goal in the same manner. It is characteristic of most Norwegian folktales in that it contains a unique undertone of realism and folk humor. These folktales express many customary values, ideas, and characters. One of the most common values expressed is the idea of a common person rising above the circumstances of his birth and becoming successful. The legend has continued to capture the Norwegian imagination. In 1881, Theodor Severin Kittelsen painted his famous version for publication in an edition of Norske Folkeeventyr This legend was written as a poem within Ole Edvart Rølvaag s 1933 novel The Boat of Longing, Rolvaag‘s Search for Soria Moria(by Raychel A. Haugrud” }:

 Go to source web page: Soria Moria Castle : Synonyms, Definition & Meaning about Soria Moria Castle from Reach Information

gl_5_thumb.gifΤο τραγούδι του βίντεο που παρατίθεται στην αρχή της καταχώρησης είναι της Νορβηγίδας σοπράνο εξαιρετικής αοιδού Sissel Kyrkjebø , ονομάζεται “ Soria Moriain” κι αναφέρεται στον μύθο του Soria Moria Castle. εμπεριέχεται δε στο άλμπουμ της του 1989

gl_5_thumb.gifΓια το νορβηγικό παραμύθι “Soria Moria Castle” αν θέλετε να διαβάσετε περισσότερα ή και το ίδιο το τραγούδι:

http://www.northvegr.org/lore/popular/086.php ή κι αλλιώς:

Go to source web page: Northvegr – Popular Tales From the Norse

Από μένα για σας, με την αγάπη μου blovekiss

Όλοι μαζί, μια αγκαλιά!!Κατά το βραδάκι μοναχά, λόγω ζέστης


Have-A-Great-Day-Angel-And-Sun

"Το φάντικο"


                                                                                                                                                                                                                                                                               Ένα διήγημα του  Αζίζ Νεσίν,

Κάποτε, ζούσε σε μια χώρα ένας ηλικιωμένος συγγραφέας. Κάθε μέρα έγραφε άρθρα σε 637366204μια εφημερίδα. Στη χώρα αυτή που ζούσε κανείς δεν του ‘δινε σημασία, ούτε πρόσεχαν αυτά που έγραφε. Γι’ αυτό το λόγο ανησυχούσε ο συγγραφέας· όλο και σκεφτόταν πώς να τραβήξει πάνω του το ενδιαφέρον των αναγνωστών.

Ένα βράδυ, καθόταν πλάι στο γραφείο του, πιάνοντας το κεφάλι του με τα δυο χέρια και λέγοντας από μέσα του «τι να κάνω, τι να κάνω». Έπρεπε να γράψει κάτι για την αυριανή εφημερίδα. Όμως τίποτε δεν κατέβαζε το κεφάλι του. Πήρε στο χέρι του την πένα και άρχισε ν’ αραδιάζει στο άδειο χαρτί που είχε μπροστά του κάτι ακαταλαβίστικα σχέδια. Κάνοντας άθελα αυτά τα σχέδια, σκεφτόταν από την άλλη μεριά το θέμα. Κάθε φορά που δεν του κατέβαινε καμιά ιδέα για γράψιμο, όλο αυτό έκανε. Έτσι χωρίς να το καταλάβει σχεδίασε ένα καράβι με πανιά. Ύστερα έγραψε τ’ όνομά του. Ξανάγραψε τ’ όνομά του. «Τι να γράψω αύριο»» ξανασκέφτηκε. Άρχισε πάλι να γράφει τ’ όνομά του με κεφαλαία.

Αφού γέμισε με μουντζούρες το χαρτί που είχε μπροστά του, το πέταξε νευριασμένος. Μετά πήρε ένα άλλο χαρτί και άρχισε να κάνει κύκλους. Κατόπι σχεδίαζε αστράκια. Έφτιαξε με κόπο ένα «Φ». Όπως και τ’ άλλα σχέδια, έτσι άσκοπα χάραξε κι αυτό το «Φ», χωρίς να το θέλει. Ύστερα, δίπλα σ’ αυτό το «Φ» έβαλε ένα «Α». Πιο ύστερα, με πολλή αδεξιότητα έκανε έναν ήλιο και μια καρδιά. Άρχισε ν’ αραδιάζει πάνω στο χαρτί διάφορα ψηφία, απ’ εδώ κι απ’ εκεί. Ένα «Φ», ένα «Α», ένα «Ν»» Ύστερα ένα «Τ», ένα «Ι»»

«Τι να κάνω, τι να κάνω»», είπε πάλι από μέσα του. Έπρεπε να γράψει κάτι, ώστε να πει ο κάθε αναγνώστης:

«Άσκολσουν στον ερίφη, ωραία το ‘γραψε!»»

Πάνω στο χαρτί έγραψε ένα «Κ», ύστερα ένα «Ο». Ύστερα σχεδίασε κάτι σαν αλογοουρά.

Καθώς σκεφτόταν «τι να γράψω»» ένιωσε σαν να ξύπνησε από τη νάρκη του. Έτσι, νιώθοντας μισοξύπνιος, έβαλε τα γράμματα που είχε σημειώσει εδώ κι εκεί στο χαρτί, το ένα δίπλα στο άλλο, και άρχισε να διαβάζει: Φ-Α-Ν-Τ-Ι-Κ-Ο.

Άλλη μια φορά διάβασε:”Φαντίκο»

«Να, το βρήκα!»» ξεφώνισε με χαρά.

Τελικά είχε βρει αυτό που θα ‘γραφε στην εφημερίδα. Πήρε ένα καθαρό χαρτί. Έγραψε την επικεφαλίδα «Φαντίκο». Όλη η δυσκολία ήταν ώσπου να βρει το θέμα.

SONY DSC

 Το άρθρο με τον τίτλο «Φαντίκο», έκανε μεγάλη εντύπωση την άλλη μέρα. Όλοι μιλούσαν για το «Φαντίκο», που κατά τα φαινόμενα, ήταν κάτι το πολύ κακό.

Ρωτούσε ο ένας τον άλλον, αν διάβασε για το «Φαντίκο». Κι όσοι δεν το είχαν διαβάσει, έψαχναν να βρουν την εφημερίδα και το διάβαζαν.

Αυτό που τον λεν «Φαντίκο» ήταν κάτι το φοβερό. Τι ακριβώς ήταν, κανείς δεν ήξερε· αναρωτιόνταν όλοι και έλεγε ο ένας τ’ αλλουνού: «Τι είναι το ‘Φαντίκο’;» Και κανείς δεν ήξερε τι ήταν αυτό. Όμως, το μόνο που καταλάβαιναν οι αναγνώστες από τα γραφόμενα, ήταν, μα την αλήθεια, αυτό: το «Φαντίκο» θα έπρεπε να είναι πολύ κακό, μα πολύ φριχτό πράμα.

Ύστερα από τρεις μέρες, ο συγγραφέας έγραψε στην εφημερίδα του άλλο ένα άρθρο με τον χτυπητό τίτλο «Τι είναι το Φαντίκο;» Ήταν ένα άρθρο που σκορπούσε το φόβο σ’ αυτούς που το διάβαζαν. Οι «Φαντικοϊστές» ήταν, λέει, πολύ επικίνδυνοι άνθρωποι. Γκρέμιζαν κι έφερναν καταστροφή, όπου κι αν πήγαιναν. Αυτοί ήταν χειρότεροι κι από το διάβολο!»

Ο συγγραφέας εκείνος μέσα στο μήνα έγραψε έξι άρθρα για το «Φαντίκο», το «Φαντικοϊσμό» και τους «Φαντικοϊστές». Μεγάλο, πρωτοφανέρωτο ενδιαφέρον προκάλεσαν τ’ άρθρα αυτά.

p107

Βλέποντας και άλλοι συγγραφείς το ενδιαφέρον του κόσμου, άρχισαν να γράφουν παρόμοια άρθρα πάνω στο θέμα «Φαντίκο». Τέτοιους τίτλους είχαν τα άρθρα αυτά: «Ανάθεμα στους Φαντικοϊστές», «Ελεεινοί Φαντικοϊστές», «Θάνατος στους Φαντικοϊστές».

Από μέρα σε μέρα, σ’ εκείνη τη χώρα, απλωνόταν ο φόβος του «Φαντίκο», και η φήμη αυτουνού που για πρώτη φορά ξεσκέπασε το «Φαντίκο» μέρα με τη μέρα μεγάλωνε. Τον μεγαλώνυμο συγγραφέα τον λογάριαζαν πια σαν σωτήρα.

Αν δεν ήταν αυτός που πρωτοφανέρωσε το φοβερό κίνδυνο, κανείς δεν θα υποψιαζόταν το τρομερό φίδι που ζεσταινόταν στον κόρφο τους.

Το είχαν χωνέψει πια, ότι το «Φαντίκο» είναι πιο καταστροφικό και από το χτικιό, κι από τη χολέρα, κι από τον τύφο. Μακάρι να σταματούσε εκεί το κακό. Πάνω απ’ αυτά, το «Φαντίκο» ήταν μια κολλητική αρρώστια. Μέσα σε χίλιους νοματέους να ‘μπαινε ένας «Φαντικοϊστές». Για να γίνει αυτό, έφτανε να χασμουριστεί ή να πάρει την ανάσα του. Αν τυχόν φταρνιζόταν, όχι χίλιους, μα δέκα χιλιάδες, δεν ήταν τίποτε να τους μολύνει στη στιγμή. Γι’ αυτό, όπου έβλεπαν «Φαντικοϊστές», έπρεπε, προτού να πάρουν αυτοί ανάσα, προτού ανοίξουν ακόμα το στόμα τους, δίχως να τους δοθεί καιρός να βήξουν ή να φταρνιστούν, να χιμήξουν αμέσως οι άλλοι πάνω τους, να λιώσουν το κεφάλι τους, να σκορπίσουν τα μυαλά τους, και ύστερα να τους κάψουν, να τους κάνουν στάχτη. Και μόνο με το κάψιμο των «Φαντικοϊστών» δεν τελείωνε η δουλειά, δεν σωζόταν η κατάσταση. Έπρεπε να μαζέψουν τη στάχτη τους, να τη ρίξουν στο βυθό της θάλασσας, να τη σκορπίσουν στους τέσσερες ανέμους.

Πια σ’ αυτή τη χώρα, ο καθένας ήταν όλος αφτιά και μάτια περιμένοντας τι θα βγει ακόμα από την πένα του ένδοξου εκείνου συγγραφέα, που πρώτος ανακάλυψε τον κίνδυνο του «Φαντίκο». Ενάντια στον κίνδυνο του «Φαντίκο», νέοι και γέροι, μικροί και μεγάλοι, άρρωστοι και γέροι, άντρες και γυναίκες, όλοι μαζί κι ο καθένας χωριστά, ήταν άγρυπνοι, helens-writer-logo-for-magστο πόδι.

Μια μέρα, ο ξακουστός συγγραφέας έγραψε ένα άρθρο: «Πώς μπορούμε να προφυλαχτούμε από το Φαντίκο». Σύμφωνα μ’ αυτό το άρθρο, για να προφυλαχτεί κανείς από το «Φαντίκο», έπρεπε περπατώντας στο δρόμο να σέρνει τα βήματά του, να κουνάει πάντα το κεφάλι του και συχνά ν’ ανοιγοκλείνει τα μάτια του. Όσο πιο πολύ κανείς ανοιγόκλεινε τα μάτια του και έκανε να τρέμει το κεφάλι του, τόσο καλύτερα προφυλαγόταν από το «Φαντίκο».

Όσοι δεν έκαναν τις παραπάνω κινήσεις, αυτοί ήταν οι «Φαντικοϊστές».

Ο καθένας παρακολουθούσε τον άλλο· όποιος δεν συμμορφωνόταν, ήταν αιρετικός και χιμούσαν πάνω του. Ο καθένας πια από το φόβο του, για να την του κολλήσουν τη ρετσινιά αυτή περπατούσε σέρνοντας τα πόδια του ασταμάτητα, ανοιγόκλεινε τα μάτια του κι έκανε να τρέμει το κεφάλι του. Αλλιώς δεν το είχαν σε τίποτα να τον πιάσουν για «Φαντικοϊστή».

Και επειδή όλοι έσερναν τα πόδια τους, απ’ αυτή την αιτία, αργούσαν στις δουλειές τους. Έχαναν τα τραμ, έχαναν το λεωφορείο, έχαναν το τρένο, έχαναν το βαπόρι και οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να προφτάσουν ποτές αυτά που έφευγαν.

Στη χώρα εκείνη, δεν μπορούσε κανείς να ξεχωρίσει ποιοι ήταν «Φαντικοϊστές» και ποιοι δεν ήταν, γιατί όλοι, από φόβο μη χαρακτηριστούν, σέρναν τα πόδια τους, ανοιγόκλειναν τα μάτια τους. Όμως, ο σοφός συγγραφέας το σκέφτηκε κι αυτό. Για να προφυλαχτούν απ’ το «Φαντίκο» δεν έφτανε να σέρνουν τα πόδια, ν’ ανοιγοκλείνουν τα μάτια, να τρέμει το κεφάλι τους. Γιατί και οι «Φαντικοϊστές» είχαν αρχίσει να κάνουν το ίδιο. Έτσι όπως μπλέχτηκαν τα πράγματα, δεν μπορούσαν να ξεχωρίσουν οι «Φαντικοϊστές» από τους εχθρούς τους. Για τούτο, έγραψε ο σοφός συγγραφέας ότι χρειάζονται και άλλα σημάδια για να ξεχωρίζουν από τους «Φαντικοϊστές»· απ’ τη μια μεριά να λυγάνε το γόνατό τους και απ ‘την άλλη να φωνάζουν «Χούτα – Χάτα – Χουπ!»». Στο εξής, όλοι έτσι έκαναν.

depositphotos_13950727-stock-illustration-cartoon-female-gossipΚαμιά φορά μερικοί τα μπέρδευαν και αντί να πούνε «Χούτα – Χάτα – Χουπ!»» έλεγαν «Χάπα – Χούπα – Χαπ!». Τότε τους περνούσαν για «Φαντικοϊστές» και τους πιάνανε. Κατασκόπευε ο ένας τον άλλο. Στη χώρα αυτή, όλο και δυνάμωναν οι φωνές με το «Χούτα – Χάτα – Χουπ» αυτών που ασταμάτητα σέρναν τα πόδια τους, λυγούσαν το γόνατο, τρεμούλιαζαν το κεφάλι, ανοιγόκλειναν τα μάτια. Από το φόβο του ο καθένας να μην χαρακτηριστεί «Φαντικοϊστής», ξελαρυγγιαζόταν ξεφωνίζοντας «Χούτα – Χάτα – Χουπ». Αντηχούσαν στα βουνά και στα λαγκάδια και ολοένα δυνάμωναν οι φωνές αυτές.

Μια μέρα, ο σοφός συγγραφέας θύμωσε με τον ταβερνιάρη, όπου πήγαινε κάθε βράδυ και τα έπινε, γιατί του ζήτησε να ξοφλήσει τα παλιά βερεσέδια. Έγινε μπαρούτι και άρχισε να φωνάζει:

«Να ένας ‘Φαντικοϊστής’, πιάστε τον!»

Ο ταβερνιάρης, που τον είχαν πιάσει στο μεταξύ, όλο και παρακαλούσε:

«Μα τω Θεώ, δεν είμαι ‘Φαντικοϊστής’.»

Κανείς όμως δεν το άκουγε. Ο ταβερνιάρης πάλι παρακαλούσε:

«Δικαιοσύνη ζητώ, λίγο νισάφι. Εγώ ‘Φαντικοϊστής’; Από τότε που βγήκε αυτή η ομάδα, εγώ ούτε ένα δάχτυλο δεν σήκωσα το πόδι μου από χάμω. Περπατώ σέρνοντας τα πόδια μου. Σε κάθε βήμα λυγίζω το γόνατό μου. Χωρίς να σταματήσω κουνάω σαν παλαβός το κεφάλι μου. Ακόμα και τη νύχτα, σαν κοιμάμαι, στο σκοτάδι ανοιγοκλείνω τα μάτια μου. Εξόν απ’ αυτά, σαν τα βατράχια φλυαρώ φωνάζοντας όλο, χωρίς να πάρω την ανάσα μου, ‘Χούτα – Χάτα – Χουπ’!»

Πήγαν και του τα είπαν όλα του σοφού συγγραφέα.

«Μην το πιστέψτε τον κατεργάρη», τους λέει. «Αυτοί οι ‘Φαντικοϊστές’ μπαίνουν παντού.»

Η μόδα εξαπλώθηκε σ’ όλη τη χώρα. Ο καθένας σπιουνεύοντας τον άλλο για «Φαντίκο» έκανε με σιγουριά τη δουλειά του. Οι σπιτονοικοκύρηδες για να πετάξουν έξω τους νοικάρηδες και να νοικιάσουν πιο ακριβά το σπίτι τους κολλούσαν τη ρετσινιά: Αυτός είναι «Φαντικοϊστής». Και οι νοικάρηδες που ήθελαν να καθίσουν τζάμπα, έλεγαν κι αυτοί με τη σειρά τους: Αυτός είναι «Φαντικοϊστής». Ο μπακάλης στο μουστερή του και ο μουστερής στον μπακάλη πετούσαν ο ένας του άλλου: «Είσαι Φαντικοϊστής». Για να σώσει ο καθένας το τομάρι του, προτού τον προλάβει ο άλλος, τον κάρφωνε με την καταγγελία: «Αυτός είναι ο Φαντικοϊστής». Κερδισμένος έβγαινε όποιος προλάβαινε. Έτσι στη χώρα αυτή ο χαφιεδισμός έδινε και έπαιρνε.

Ήρθε και η σειρά του σοφού συγγραφέα. Κάποιος έριξε τον πόντο: κι αυτός είναι «Φαντικοϊστής». Τα χρειάστηκε ο άνθρωπός μας. Δεν ήξερε τι να κάνει. Αν έλεγε: Δεν υπάρχει «Φαντικοϊσμός», είναι δικό μου παραμύθι, τι γινόταν η «σοφία» του; Αν πάλι αποτολμούσε να πει: Ναι, είμαι «Φαντικοϊστής» δεν θα του έμενε ρουθούνι»

Άρχισε να τσεβδίζει: «Εγώ, εγώ Φαντικοϊστής; Εγώ, ε; Εγώ»» Όλο μιξόκλαιγε. Ύστερα λύγισε τα γόνατά του, άρχισε ν’ ανοιγοκλείνει τα μάτια του, να τρεμουλιάζει το κεφάλι του και να φωνάζει «Χούτα – Χάτα -Χουπ. Χούτα – Χάτα – Χουπ»

1.-blu_thumb.gif

Το παρόν κείμενο που αναδημοσιεύω, το βρήκα στην ‘Πύλη για την Ελληνική γλώσσα”: http://www.greek-language.gr/greekLang/index.html

Στον δρόμο για τις φοινικιές


Κοίταξε το νησί.. Σα να την περίμεναν οι φοινικιές

Κόντευε

‘Άνοιξέ μου, του φώναξε

Και, το κύμα της άνοιξε δρόμο

wave-2Kenji Croman

                                                                      Δεν κιότεψε

                                                                   Οι φοινικιές ήταν εκεί                                                                                           1. blu

                                  Καλό μήνα σε όλους! Κι ο δρόμος σας νάναι ανοιχτός,

                                                              κι αν δεν είναι, ανοίχτε τον

                                                        κι αν δεν μπορείτε, ζητείστε το

                                                                           Θα Ακούσει

                                                               Και σεις, να τον διαβείτε

                                                                         Για τις φοινικιές